Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Ελένη Νανοπούλου, «55 τετραγωνικά ενήλικης ζωής», εκδ. Ενδυμίων 2018

 

 

«Να πλύνεις τα πιάτα. Να ξεσκονίσεις. Μη ξεχάσεις η βεράντα θέλει σφουγγάρισμα. Τα λουλούδια θέλουν πότισμα. Μην κυκλοφορείς ξυπόλητη με τις πιζάμες να σέρνουν στο πάτωμα. Το καπάκι της κατσαρόλας δεν το βάζουμε όπου να ναι. Σκούπισε τα πόδια σου το σπίτι δεν είναι βάρκα. Σε πήρε η νύχτα πότε θα τελειώσεις. Αν γίνεις εσύ ποτέ νοικοκυρά να μου γράψεις. Δεν ακούς που σου μιλάω»;

«Εντάξει δεν θα σου γράψω».

*****

Τα είχα ξεχάσει όλα μέσα μου. Τα είχα βάλει μέσα σε μια αδιάβροχη θήκη ενός μαξιλαριού εντός του εγκέφαλου μου, κάτι σαν τα υποσέντονο κατακλίσεων. Γύριζα πλευρό και τα πλαστικά τους σημεία, μου πλήγωναν τα αυτιά. Νόμιζα ότι έχω ωτίτιδα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Είχα αρχίσει να παρακούω.

Με λένε Ζέμλια, με λένε Ζέμλια,  για χρόνια για μήνες για εβδομάδες, απ’ όταν γεννήθηκα ακούς; «Σσσς»

Με πονάνε τα αυτιά μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρία Λαϊνά, «Θυμάσαι τι είναι ποίηση; Ιστορίες ποδηλασίας», εκδ. Πατάκη 2018

«Θυμάσαι τι είναι ποίηση;» Αφοπλιστική αντίδραση διαβάτη, ο οποίος υπέστη την αδιάκριτη ερώτηση «Τι είναι ποίηση;» σε ρεπορτάζ της εκπομπής της Βίκυς Φλέσσα Στα Ακρα, που καλεσμένος της εκείνη τη φορά ήταν ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς.

Ο άτυχος περιπατητής στράφηκε για βοήθεια στην αλλοδαπή γυναίκα που τον συνόδευε και με χαμένο ύφος τη ρώτησε με τη σειρά του, «Θυμάσαι τι είναι ποίηση;». Σαν να λέμε «Θυμάσαι πώς το λένε το καφενεδάκι που καθίσαμε προχτές;» ή «Μωρέ πώς τον λένε τον ηθοποιό που έπαιζε στο…».

Κατόπιν, η ενθουσιώδης και μη καταπτοηθείσα νεόκοπη δημοσιογράφος είχε τη φαεινή ιδέα να ρωτήσει υψηλόβαθμο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, τον κατά τ’ άλλα συμπαθέστατο Αθανάσιο Γιαννόπουλο, την ώρα που επρόκειτο να διαβεί το κατώφλι Μεγάρου τινός. Εισέπραξε λοιπόν την απάντηση και αποστομώθηκε -το λέω γιατί τα νιάτα δεν είναι κακεντρεχή-, εισέπραξε λοιπόν την κατηγορηματική απάντηση «Σήμερα δεν κάνουμε δηλώσεις». Η άνθρωπος άτυχη, αλλά ο άνθρωπος τυχερός. Γιατί σκέψου σήμερα να ήταν ημέρα δηλώσεων και να θεωρούσε υποχρέωσή του να αντεπεξέλθει στην ουρανοκατέβατη ερώτηση. Θα μπορούσε βέβαια να απαντήσει «Αφήστε με, βρε παιδιά, πρωί πρωί» ή, ανάλογα, «Ορεξη που την έχετε βραδιάτικα» ή «Τέτοια ώρα τέτοια λόγια», και τότε θα γινόταν συμπαθέστερος. Αλλά φευ δεν συνέβη έτσι.

Οχι ότι στέλεχος του ΠΑΣΟΚ θα έλεγε οπωσδήποτε κάτι απολύτως διαφορετικό. Ο Τηλέμαχος Χυτήρης, ας πούμε, ενεργός πολιτικός και ποιητής (αχτύπητος συνδυασμός!) εξομολογήθηκε σε συνέντευξή του τα εξής: «Παρά το γεγονός ότι είχα μια ενασχόληση πολιτική, αν και όχι με τη στενή έννοια -ανέκαθεν τασσόμουν υπέρ της δημοκρατίας-, πάντα έβρισκα χρόνο για να ασχολούμαι με την ποίηση.» (…)

Ε; Γυρίζει ο άνθρωπος κατάκοπος από την ενασχόλησή του και βρίσκει παρ’ όλα αυτά χρόνο να ασχοληθεί και με την ποίηση, εκεί που άλλοι φουκαράδες παίζουν με τα παιδιά τους.

Η αλήθεια είναι ότι και οι ποιητές και οι ευάριθμοι εραστές-αναγνώστες της ποίησης δυσκολεύονται ν’ απαντήσουν στην ερώτηση «Τι είναι ποίηση;». Οχι ότι άλλες ερωτήσεις που απαιτούν ορισμό για είδη τέχνης δεν προκαλούν συμφόρηση ιδεών και συναισθημάτων. Δεν είναι και το ευκολότερο να απαντήσεις στην ερώτηση «Τι είναι μουσική;» ή «Τι είναι ζωγραφική;» ή ακόμη χειρότερα «Τι είναι έργο τέχνης;» Περιέργως, όμως, οι άλλες ερωτήσεις και σχετικά πιο ξεκάθαρη απάντηση μπορεί να αποσπάσουν και μικρότερη αμηχανία μπορεί να προξενήσουν στον ερωτώμενο, και βέβαια αποκλείεται μάλλον να καταφύγει κάποιος στον διπλανό του και να τον επιβαρύνει με την ερώτηση «Θυμάσαι τι είναι μουσική;»

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

«Νίκος Καββαδίας- Ο Αρμενιστής Ποιητής», (εισαγωγή-έρευνα-κείμενα: Μιχάλης Γελασάκης), εκδ. Άγρα, 2018

«Συνεντεύξεις/ Αλληλογραφία/ Ανέκδοτο και άγνωστο έργο/ Μαρτυρίες / Ο Ναυτικός Φάκελος / Τα καράβια»

 

*

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (Απόσπασμα από το Βιβλίο)

 

Έγινε τρείς ημέρες πριν το θάνατό του στο σπίτι του στο Κολωνάκι (Δεξαμενή) από τη Φλέρρυ Κούβελα – Τασσιάκου, αλλά δημοσιεύτηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα στο περιοδικό Γυναίκα (τχ.736, 11.4.1978, σ. 38-42). Είχε τίτλο: «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής φιλόσοφος» και είναι η τελευταία του συνομιλία που καταγράφεται. Τη φράση «αρμενιστής φιλόσοφος» φαίνεται να τη χρησιμοποιεί ο ίδιος, ο οποίος δείχνει να βρίσκεται σε στιγμή βαθιάς περισυλλογής και θλίψης ετοιμάζοντας το «Τραβέρσο», που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο. Τη μέρα που γίνεται η συνομιλία θα γράψει το τελευταίο του ποίημα «Πικρία» (Τραβέρσο):

[…] Γέρο, σοῦ πρέπει μοναχὰ τὸ σίδερο στὰ πόδια,

δύο μέτρα καραβόπανο, καὶ ἀριστερὰ τιμόνι.

 

Μιλάει για τις γυναίκες, τα ταξίδια, το θάνατο αλλά και τα τατουάζ του:
«Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μην σαπίσουν, να γίνουν αμπαζούρ, να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων».

 

Στην, αρκετά λογοτεχνική, προσέγγιση της δημοσιογράφου είναι εμφανής η προσωπική σχέση με τον ποιητή: «Κι αύριο. Κόλλια μου, μαζί θάμαστε… τι σούρθε τώρα…». Για τη γυναίκα που έκανε τη συνέντευξη δεν βρέθηκαν περισσότερα στοιχεία, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες να πρόκειται για κάποιο ψευδώνυμο. Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που εμφανίζεται σε συνομιλία του τόσο σκοτεινός και πεσιμιστής και φαίνεται ότι δεν γνωρίζει ότι πρόκειται να δημοσιευτεί. Παράλληλα είναι εξομολογητικός μιλώντας σε πιο προσωπικό τόνο. Δημοσιεύτηκε με δύο ανέκδοτες φωτογραφίες του. Μία μπροστά στην πλώρη του “Apollonia” και μία όρθιος μπροστά στον ασύρματο.

 

 

***

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΡΚΟΝΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ, ΤΟΝ ΑΕΝΑΟ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ”

 

Στα 65 χρόνια της ζωής του, ο Νίκος Καββαδίας, μας έδωσε μόνο δύο ποιητικές συλλογές και ένα πεζό. Κι όμως, παρ’ όλο που το συγγραφικό του έργο δεν είναι μεγάλο ποσοτικά, αγαπήθηκε πολύ από τα νιάτα της γενιάς του, της προπολεμικής γενιάς και της δικής μας. Συνθέτες και τραγουδιστές, όπως ο Γιάννης Σπανός και η Μαρίζα Κωχ, έκαναν τους στίχους του τραγούδια με μεγάλη απήχηση και το κράτος θέσπισε λογοτεχνικό διαγωνισμό στ’ όνομά του, για να τον τιμήσει και να τονώσει το ενδιαφέρον των θαλασσινών, για την ποίηση και τη λογοτεχνία.

Την αιτία της μεγάλης επιτυχίας του Νίκου Καββαδία, πρέπει να την αναζητήσουμε στο γράψιμό του, το γεμάτο εξαίσιες αφηγηματικές χάρες. Στα πρωτότυπα θέματά του, ιδωμένα από μία οπτική γωνιά άγνωστη σε μας και δοσμένα με ειλικρίνεια, που αγγίζει τα όρια του σαδιστικού ρεαλισμού.

«… η λεγάμενη βούλωνε την τρύπα του μπιντέ, το γέμιζε πάγο κι απίθωνε τα σταφύλια. Ο πάγος έλυωνε και τα τρώγαμε κρύα…»

 

Όσα περιγράφει, τα έχει ζήσει πριν ο ίδιος ή τα έχει παρακολουθήσει να διαδραματίζονται γύρω του. Είναι η ζωή ζυμωμένη με ιδρώτα, αλάτι και αβάσταχτη στέρηση. Η ζωή του ναυτικού.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μανώλης Ρασούλης, «Μεγάλος ήρωας σε μικρή χαρτοσακούλα», εκδ. Μετρονόμος, 2018 (+ Πρόσκληση παρουσίασης βιβλίου)

Ο ΤΡΙΤΟΣ  (Απόσπασμα)

 

 

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΡΑ να ’ναι καλός άνθρωπος. Η καρδιά του να ’ναι γεμάτη αγάπη για το σύμπαν. Κ’ η πιο άσκημη δημιουργία της φύσης δε γίνεται παρά να του προκαλεί το θαυμασμό, το δέος και τη λατρεία. Μπροστά στο φάσμα κάθε ζωντανού όντος που είναι καμωμένο από κινούμενη ύλη δε γίνεται παρά να γονατίζει κι αν όχι να δακρύζει, να μένει σιωπηλός. Η φύση όμως δεν είναι και τόσο ήσυχη. Οι υπάρξεις της αλληλοσπαράσσονται σα να υπάρχει προαιώνιο μίσος. Μια λυσσαλέα κι ασταμάτητη βεντέτα διαιωνίζεται, ανελέητος σπαραγμός προς υγείαν των φυσικών νόμων που σαν καίσαρες παρακολουθούν άγρυπνα μέσα σε τούτο το κολοσσιαίο των μονομάχων το «ο θάνατός σου η ζωή μου». Και ποιος ο λόγος ν’ αγαπάει κάποιος μιαν ωραία πεταλούδα πιότερο από έναν άσκημο κι αλλήθωρο ρινόκερω; Η αγάπη για να ’ναι αγάπη δεν πρέπει να υποκύπτει μονάχα σε μια κάποια αισθητική, τυλιγμένη στο κουκούλι μιας κάποιας ηθικής. Η αγάπη δεν μπορεί παρά ν’ αγαπάει και τους νόμους που διαιτητεύουν την ισορροπία του στερεώματος. Αν και η αγάπη στο βάθος είναι συμφεροντολόγα. Λειτουργεί σύμφωνα με το συμφέρον της. Είχαμε πολλά τέτοια διλήμματα μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Να, ο Οθέλος σκότωσε την αγαπημένη του από την παράφορη αγάπη του. Αγάπη όμως που μέσα στην έντασή της πέρασε σε μια άλλη ποιότητα, στο μίσος.

Η αγάπη λοιπόν δεν μπορεί να ’ναι καθάρια όπως το νερό της πηγής. Μέσα της κρύβει άλλες δυνάμεις που σε μια στιγμή εξουδετερώνουν την ουσία της. Όμως επιμένω σ’ αυτό: στη ζυγαριά της αγάπης ένας δεινόσαυρος και ένα ζουζούνι έχουν το ίδιο βάρος.

Θα μου πείτε, αυτές είναι σαχλές αφηρημενολογίες περί αέρων και υδάτων. Μα ας τα κάνομε πιο λιανά, πιο συγκεκριμένα. Ο ποιητής Μπαλζάκ, ζώντας τη φωτιά και το σίδερο της Γαλλικής Επανάστασης, αντικαθρέφτισε όσο πιο πιστά κ’ ειλικρινά γινόταν την κοσμογονική γέννα με την απεριόριστη αγάπη του για την ανθρώπινη κοινωνία. Παρόμοια κ’ η αγάπη, όχι εκείνη που αναφέρουν τα χριστιανικά βιβλία του Θεού προς τον άνθρωπο, μα της μάνας προς το παιδί της. Μα κι αυτή η αγάπη, σύμφωνα με τη διαίσθησή μου, έχει ξεφτίσει, μπαγιατέψει. Πρέπει λοιπόν να δώσωμε καινούργιο αίμα, καινούργιο όνομα κ’ υπόσταση σ’ αυτό που μέχρι τώρα αναχαράζομε. Είναι το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο. Είναι λοιπόν δυνατό σ’ έναν ποιητή, όχι λογοτέχνη μα ποιητή, να διατηρεί στην καρδιά του ένα ντεπόζιτο καθαρής αγάπης προς όλα τα φαινόμενα της ζωής, υλικά είναι ή πνευματικά; Το νερό της αγάπης όσο καθάριο και διάφανο κι άγιο να ’ναι κάποτε γεννά κάτι ζωικές ουσίες που μεγαλώνουν, πρασινίζουν, γίνονται μούχλα, φύκια ή και βατράχια. Μα αν πάλι αφήσει κανείς τα αισθήματά του να τρέξουν όπως τα σπρώχνει ο νόμος των υγρών και αερίων κατά την καλπάζουσα ροή της κίνησης, τότε λικβιντάρεται κάθε στέρεο στοιχείο της λογικής του και γίνεται έρμαιο. Κι ο ποιητής δεν πρέπει να ’ναι έρμαιο, μα άνθρωπος.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ανδρέας Γεωργαλλίδης, «ελάχιστα περισσότερο άδειο / barely more empty », (μετφρ. στα αγγλικά: Άγγελος Ευαγγέλου), εκδ.Ίαμβος, 2018 [+ ρεπορτάζ από την παρουσίαση]

Από την Εισαγωγή του βιβλίου 

 

Αυτό το βιβλίο αποτελείται από μετρημένες λέξεις, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να συναντηθούν σε στίχους ενός ποιήματος, στίχους που να μιλούν αληθινά για τον εαυτό τους. Συνεπώς, οι αντι-στίχοι του βιβλίου αυτού, δεν φιλοδοξούν την κατανόησή τους και δεν διεκδικούν καμιά φιλοξενία στον χώρο του νοήματος. Αφού λοιπόν ο αναγνώστης αναγνωρίσει αυτήν την ανυποχώρητη ιδιαιτερότητα, είναι δυνατό να υποψιαστεί πως μπορεί να δραπετεύσει αμετανόητα από εκείνο το άπειρο δάσος των θολών σκιών του Είναι.

 

Ξαναστέκομαι για λίγο. έξω από τη σιωπή μου, για να σιωπήσω πολύ …

 

 

Αποσπάσματα – αντι-στίχοι από το βιβλίο

 

ξανάρχομαι ελάχιστα λίγο, φορώντας κατάσαρκα.

την ιδιότητα του ξένου

 

[…]

 

λίγο αδιατίμητο χάος.

ένα οικόπεδο στον αέρα να καίγεται ανάποδα

 

[…]

 

στον χώρο των αφαιρέσεων αυτοπροαφαιρούμαι –

ψαράς μιας στεγνής θάλασσας.

ξανασκάβω το καθαρό νερό

 

[…]

 

υπό ανέγερση η ιδέα μιας αλήθειας – ύστερα.

τέλος να μην υπάρχει, ένα εσύ

Διαβάστε περισσότερα