Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Αθηνά Στυλιανή Μίχου, «Υποδόρια ωδή», εκδ. Σ.Π.Λ., 2021

Tο φαεσίμβροτο* του ταξιδιού στα μάτια θάλασσας

Το ταξίδι κρατάει ζωντανές τις γραμμές

Η ίριδα ως κάθε σταγόνα υδροποιεί την ιστορία και ο ήλιος βρίθει φωνές

Ίνινες λέξεις χτίζουν χέρια τόπων

Δια του φωτός η επικοινωνία χρόνων στάζει ήχους στους χώρους σωμάτων

Νέονται** κινήσεις και τοποθετούν την επιστροφή σε ρυθμούς μετάγγισης

Πτώση σκιών στο ταξίδι μουσικών συμβόλων

Η ιστορία ήχου λικνίζει την καμπάνα

Το βήμα συναντά το χρόνο

Βαδίζει στο ρυθμό Ηούς γεννήσεων

Κατακτά ώρες της αυτής συνεύρεσης σε χτύπους

Δάχτυλα μετράνε σφυγμούς

Η ενδιαπόσταση των κεντά φλέβες

Η πιο κοντινή απόσταση είναι η ευθεία

Βαδίζει η γειτνίαση, προχωρά η μέρα

Η ώρα βαφτίζει τους δείκτες της

Χαράζει…

Το ξημέρωμα αίρει τη ροή

Τελεία προς τελεία ανάγει το κέντρο του κύκλου

Αναδιάρθρωση

 

*: Από ορφικό ύμνο Απόλλωνος. Που παρέχει στους ανθρώπους φως

**:νέομαι: πορεύομαι

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Η Κρίση της Ποίησης

Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη, «Αρμενόπετρα», εκδ. Μανδραγόρας, 2021 (κριτικό σημείωμα: Σπύρος Αραβανής)

 

Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο

Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο εξατμίζονται.
Γίνονται δέντρα και κάθεσαι στον ίσκιο τους.
Γίνονται πουλιά και κάθονται στον ώμο σου.
Ταξιδεύουν σε μέρη μακρινά,
στην όχθη του ποταμού Γιαμούνα,
στο επίπεδο του κήπου που βρίσκεται η
Μαχάλ, ή ίσως ως τη Ροζ Πύλη του Τζαϊπούρ.
Κι επιστρέφουν καραμέλα που λειώνει αργά στο στόμα,
σαν τότε, που απρόσμενα μου έφερες
εκείνο ακριβώς το βραχιολάκι. Θα είχες δει, που
το κοίταζα⸱ εκεί στο υπόγειο μαγαζάκι,
δίπλα στον Πύργο του Γαλατά

*
Βαρέθηκε τις λέξεις

Η Οφηλία δεν τραγούδησε
το τελευταίο τραγούδι της με λέξεις.
Με λουλούδια έστελνε μηνύματά της.
Βαρέθηκε τις λέξεις.
Κι αυτός ήταν ο λόγος που θέλησε
να επισπεύσει το ταξίδι της.
Περιπλανήθηκε στους αγρούς και μάζεψε
μαργαρίτες για την αθωότητα,
βιολέτες για τον θάνατο σε νεαρή ηλικία,
παπαρούνες για τον αιώνιο ύπνο,
και τριαντάφυλλα για τη νεότητα.
Τα προαναφερθέντα λουλούδια ήταν
και η αιτία θανάτου της Τζέιν Σαίξπηρ.
Και τέλος μάζεψε πανσέδες, για
τον ανεκπλήρωτο έρωτα των δυο τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ηλίας Κουρκούτας, «ο σκύλος της αγάπης», εκδ. Τόπος, 2021

Ηλίας Κουρκούτας, «Ο σκύλος της αγάπης», εκδ. Τόπος, 2021 (γράφει ο Γιώργος Σαράτσης)

 

Τα φτερά του άντρα

Έτσι είναι και με τα φτερά,
οι άντρες πετάνε
ή νομίζουν ότι πετάνε,
γι’ αυτό αγαπάνε
τα φτερά των αεροπλάνων,
το αλκοόλ και τα πεζοδρόμια,
ξαπλώνουν νομίζοντας
ότι έχουν ρίζες
που φυτρώνουν φτερά,
και σκέφτονται το πρώτο τσιγάρο,
το πρώτο ουίσκι,
το πρώτο γκολ,
τη μάνα, τον άνεμο,
το παιδί που πολεμάνε

`
αμήχανοι στον πόνο του άλλου,
οι άντρες αγαπάνε
τους θορύβους της μέρας,
τις αδέσποτες νύχτες,
και κάποιες γυναίκες του σινεμά,
τα σημάδια του θανάτου,
τους θυμίζουν παιδιά
που τραγουδάνε απελπισμένα
τα κάλαντα,
αλλά υπάρχουν νύχτες
που οι άντρες ξαπλώνουν
από φόβο
σφίγγοντας την ανάσα
να ακούσουν τα πουλιά
και τα φτερά,
να νομίσουν ότι πετάνε
να νομίσουν ότι αγαπάνε

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Σοφιανός, «Το Χρονικό της “Νήσου””», εκδ. Ενδυμίων, 2021

ΑΠΟ ΤΟ ‘‘ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ’’ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ
Της ‘‘Ελεύθερης Καλλιτεχνικής συντροφιάς’’
ΝΗΣΟΣ
Βρόντος – Ζουγανέλης – Πατίλης – Σοφιανός
και η συμβολή του Κ. Παπαγιώργη στη συνοχή
και στη διάλυσή της

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Η όμορφη αυτή ιστορία, θα κλείσει με τον Κωστή Παπαγιώργη ο όποιος υπήρξε φίλος και πολύτιμος συνεργάτης του περιοδικού. Για τον Παπαγιώργη είχα ένα δέος, για το όποιο εύθύνεται ο Πατίλης!

-«Τήν Τετάρτη θά ’ρθει ό φιλόσοφος!» αύτος το είχε πεί. Πού νά ’ξερα ότι ή λέξη έχει εισαγωγικά…, εγώ ακόυσα «Φιλόσοφος» και ως Φιλόσοφο τον δέχθηκα, με όλο τον σεβασμό που οφείλουμε να έχουμε προς τους φιλοσόφους. Δεν μπορώ, βέβαια, να πω, πως με άφησε άναυδο η σκέψη του, ακόμα και σήμερα τεντώνω τ’ αύτιά μου ν’ ακούσω τις μεγάλες κουβέντες, που από στιγμή σε στιγμή θά εκστομίσει. Αντι για σοφίες, όμως, ακούω λέξεις κοινές, απ’ αυτές που λέμε όλοι μας, τις οποίες, παραδόξως, συγκρατώ! Μου απαντά, του απαντώ, μου μιλά, του μιλώ, συνομιλούμε… Κάποτε, βυθίζεται στη σιωπή κι έχω την αίσθηση ότι είναι καλύτερα έτσι,..

Με τον Κωστή βρεθήκαμε κοντά, σε ωραίες αλλά και σε δύσκολες στιγμές. Οι «ωραίες», είναι αυτές που, όταν τις ζείς, δεν αισθάνεσαι ότι είναι ωραίες. αλλ’ όταν περάσει ο καιρός λές: Καλές ήταν! Οι «δύσκολες» παραμένουν δύσκολες και όταν τις θυμάσαι, βιάζεσαι να φύγεις απ’ αυτές… Στον Καρούζο και στόν Παπαγιώργη, δεν εννόησα ποτέ τί έπεδιωκαν πίνοντας τόσο! Έξυπνοι κι οι δύο, με δυνατότητες και καλής ποιότητας μυαλό, ποιά προβλήματα πίστευαν οτι θα λύσουν με το αλκοόλ; Αυτή η σκέψη μέ βασάνιζε, κι εμένα ό,τι με βοσανίζει, με κρατά 177 δέσμιο!! Έτσι, έμεινα «δέσμιος» της φιλίας του Νίκου και του Κωστή. ΄Αλλο κοινό του Παπαγιώργη με τον Καρούζο, ήταν η προτίμησή τους στο ποδόσφαιρο. Ο Νίκος, έλεγε γι’ αυτό: Είναι ένα πέρασμα της ώρας, σκοτώνω το καιρό μου! Ομολογούσε, δηλαδή, ότι χάνει τον χρόνο του, η λεξη, άλλωστε, «σκοτώνω», ήταν ενδεικτική της εκτίμησης που είχε για το «άθλημα»! Με τον Παπαγιώρνη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μιά εποχή με τραβολογούσε από τηλεόραση σε τηλεόραση να «δούμε» το παγκόσμιο πρωτάθλημα. Με τα μάτια καρφωμένα στο «γυαλί», γεμάτος αγωνία για τη νίκη της μιάς ή της άλλης ομάδος, τον έβλεπα και απορούσα. Ρε Κώστα πώς κάνεις έτσι;

— Σώπα Γιαννάκη σώπα! Εκεί που «αναπαύεται» το πνεύμα… Ορισμένοι άνθρωποι δεν πίνουν γιατί είναι πότες αλλά γιατί τό επιβάλλει ή περιστασή. Το ποτό γι’ αυτούς είναι ένα είδος «αξεσουάρ» ας πούμε,.. Όπως, δηλαδή» διαλέγουν τη γραβάτα τους κόκκινη ή γκρενά για τον περίπατο, έτσι πίνουν και στά μπαρ, γιατί το επιβάλλει ο κανόνας: γκομενίτσες. φλερτάκια, «ανδρισμοί» πάνε ασορτί με το οινόπνευμα. Ό Παπαγιώργης, όπως άλλωστε και ό Καρούζος, υπήρξαν θεμελιωτές! Έβαλαν θεμέλιους λίθους αυτοί, είναι κτήτορες, ιδρυτές… αυτοί έκτισαν τα μπαρ και τα έθεσαν λειτουργία, για να… πίνουν! Ένα μπαρ στην Πατησίων άνοιξε για έναν και μόνο άνθρωπο· ο ίδιος αυτός, δηλαδή, παρότρυνε ένα φίλο του: ΄Ανοιξε μπαρ! -Δεν έχω χρήματα… -Θα σου δώσω εγώ! 178 Το μπαρ άνοιξε, κι ο άνθρωπός μας, μοναδικός θαμών επι δύο χρόνια,καθισμένος -από το μεσημέρι- στο ψηλό σκαμπό, έπινε τη ζωή του γουλιά –γουλιά σε κρυστάλινο ποτήρι… ΄

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Στέργιος Ντέρτσας, «Cantus Firmus- 44 μελωδικά διηγήματα», εκδ. Μετρονόμος, 2021

ΠΟΥ ’ΣΑΙ ΘΑΝΑΣΗ

 

Μπροστά στο κατάστημα με τις αντίκες, επί της οδού Αμαλθείας, υπάρχει ένα σταντ με παλιά ταλαιπωρη­μένα βιβλία κάτω από την επιγραφή: ΟΛΑ 2 ΕΥΡΩ. Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, που περνάει συχνά από το σημείο, στέκεται και κοιτάζει. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει αλλά σήμερα θ’ αγοράσει σίγουρα κάτι, γιατί λίγη ώρα πριν, βγαίνοντας απ’ το σπίτι, έχει βρει ένα πεντάευρο που επέπλεε πάνω σε μια μικρή θάλασσα από κίτρινα φύλλα. Ο Γιώργος Ζαμπέτας τού χαμογελάει από ένα βρόμικο εξώφυλ­λο, αλλά αυτός είναι μεταξύ ενός βιβλίου με διηγήμα­τα του Τσέχωφ κι ενός άλλου με ένα θεατρικό, ενός συγγραφέα το όνομα του οποίου δεν του λέει τίποτα: Μπέκετ. Αν και αποφαίνεται πως το Μπέκετ δεν είναι ένα καλό όνομα για θεατρικό συγγραφέα, ζυγίζει το ενδεχόμενο να αγοράσει και τα δύο βιβλία.

Εντέλει αποφασίζει να πάρει το ένα· και με τα τρία ευρώ που θα περισσέψουν να πάει να πιει έναν καφέ για να δώσει μια ανταύγεια διαφορετικότητας στη μι­ζέρια των τελευταίων μηνών, αφού εδώ και τόσον καιρό είναι άνεργος και προσπαθεί να την παλέψει με την πενιχρή αναπηρική σύνταξη της σχεδόν κατάκοι­της μητέρας του.

Το χέρι του μαγνητίζεται έντονα από το θεατρικό αλλά, την τελευταία στιγμή, παρεκκλίνει και κινείται προς τον Τσέχωφ· για να απομακρυνθεί και πάλι και να αρχίσει να ταλαντεύεται μεταξύ των δύο, μέχρι που στο τέλος μένει ακίνητος στο μέσο της μεταξύ τους απόστασης, απονέμοντας με τον τρόπο αυτόν μια ιδιότυπη δικαιοσύνη και δηλώνοντας καταφανώς τη δυσκολία της τελικής επιλογής. Σηκώνει το κεφάλι του, σαν να ζητά τη βοήθεια από το γύρω περιβάλλον ή τον ουρανό, και βλέπει μια κυρία, στην ηλικία του περίπου, με κασκόλ, καμπαρντίνα και μάλλινο σκού­φο στα μαλλιά της, όλα φούξια. Τα μαλλιά της είναι τόσο περιποιημένα που σε κάνει να σκέφτεσαι ότι έχει βγει μόλις από το κομμωτήριο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο άντρας συνειδητοποιεί πως είναι μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα κι εκείνος είναι ντυμένος σαν να είναι αρχές Σεπτέμβρη – κι αρχίζει να κρυώνει. Αι­σθάνεται σαν χοντροκομμένο ορθογραφικό λάθος στο κείμενο του τοπίου.

Διαβάστε περισσότερα