Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Ηρώ Σκάρου, «Η ζωή όπως είναι», εκδ. Κέδρος, 2020

Η ζωή όπως είναι

Ήταν η τελευταία μέρα του Σάββα στην πόλη. Είχε δει όλους τους πελάτες της εταιρίας και προσέγγισε αρκετούς καινούργιους. Γυρνώντας στο ξενοδοχείο, προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν θα σταματούσε να πάρει μερικά σουβλάκια ή κανένα μπέργκερ. Τα δύο προηγούμενα βράδια είχε ψωνίσει από τα ταχυφαγεία της περιοχής και τα είχε βρει ικανοποιητικά. Ή έστω πιο ικανοποιητικά από αυτά της προηγούμενης πόλης που είχε επισκεφθεί. Σε εστιατόρια δεν πηγαίνει. Για λόγους οικονομίας, λέει. Είναι αλήθεια ότι ο μισθός του έχει μειωθεί και με τη διατροφή που δίνει κάθε μήνα για την κόρη του δεν του μένουν πολλά. Είναι όμως αλήθεια κι ότι τόσα χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά δεν έχει συνηθίσει να τρώει έξω μόνος. Δεν του ακούγεται ωραίο να ζητάει τραπέζι για έναν, δεν του αρέσουν τα βλέμματα των διπλανών. Αλλά εκείνο το βράδυ το στομάχι του δεν ήθελε πρόχειρο φαγητό• τον ενοχλούσε λίγο περισσότερο από ό,τι συνήθως. Έτσι, σκέφτηκε να πάρει κάτι μαγειρευτό για έξω από καμιά ταβέρνα. Είχε δει μία κοντά στο ξενοδοχείο του. Την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα. Ή, μάλλον, δεν την είχε προσέξει. Δεν είχε φώτα, ούτε καν ταμπέλα. Σαν παλιά μονοκατοικία έμοιαζε, με κουρτίνες στα παράθυρα, που έκρυβαν το εσωτερικό της. Είχε ακούσει ένα καμπανάκι να ηχεί καθώς η πόρτα άνοιγε κι ένα ζευγάρι έβγαινε έξω. Την ίδια στιγμή του ήρθε μυρωδιά από κοκκινιστό και, μέχρι η πόρτα να ξανακλείσει, ο Σάββας πρόλαβε να δει απ’ το άνοιγμα έναν σερβιτόρο να ισορροπεί στην παλάμη του το πιάτο με το αγαπημένο του φαγητό. Ένα μοσχαράκι με κόκκινη σάλτσα, αυτό θα ήθελε τώρα. Μόλις μπήκε στην ταβέρνα κοίταξε τριγύρω για την κουζίνα. Την εντόπισε και κινήθηκε προς τα κει, αλλά οι φωνές που ακούγονταν από μέσα τον σταμάτησαν. Κάποιος έδινε δικαιολογίες για
ένα λάθος. Κάποιος άλλος δεν τις δεχόταν. Ο Σάββας ήταν έτοιμος να φύγει, όταν ένας σερβιτόρος βγήκε βιαστικά από μέσα. Σχεδόν έπεσε πάνω του.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Στράτος Φουντούλης, «Σημειωματάριο βαρύτητας»- πεζά και άλλα» (Προλόγισμα: Δημήτρης Φύσσας), ΑΩ Εκδόσεις, 2021

 

Αποσπάσματα

 

Από την ενότητα«Sepia»

ΙΙ

Εκείνο ΠΟΥ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ  πάνω από την παλιά γειτονιά, και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε. Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς που γνέφει συνωμοτικά: ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκο-σιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο-λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα, υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα· στους

ώμους βαραίνει.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μαρία Μανωλέλη, «Μέσα Πέτρα», εκδ. Ποταμός, 2020

 

Η πιθανή αγρυπνία του Ηλία Καλογεράκη

 

Η αγρυπνία του Ηλία Καλογεράκη δεν θα διέφερε από τις άλλες αγρυπνίες των γερόντων της Πέτρας πέραν της λεπτομέρειας ότι ίσως και να μη βρισκόταν κανείς να τον ξαγρυπνήσει.

Η Βιργινία, η γειτόνισσά του, πιστά και κρυφά ερωτευμένη μαζί του σε όλη της τη ζωή, έπασχε πλέον από ισχυρότατη υπνηλία. Στις αρχές, ένας βαθύς ύπνος ερχόταν και τη συναντούσε ενώ έπλεκε στο σκαμνί της, τα επόμενα χρόνια στο στασίδι της εκκλησίας, και πλέον όπου έμενε πάνω από λίγη ώρα καθιστή. Ήταν σίγουρο ότι δεν θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει καμία αγρυπνία άγρυπνη.

Οι υπόλοιποι ηλικιωμένοι που ίσως και να έρχονταν δεν ήταν δυνατόν να μείνουν πάνω από μία ώρα στο καμαράκι τού γεροΗλία. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλο το χωριό που να είχε να πει έναν καλό λόγο γι’ αυτόν, αλλά, και να είχαν, στις εννιά το αργότερο έπεφταν για ύπνο, και αυτό επειδή ήταν καλοκαίρι· τον χειμώνα, με το που κρυβόταν ο ήλιος, κρύβονταν και εκείνοι κάτω από τα σκεπάσματα που μύριζαν Βιξ.

Εκ πρώτης όψεως, δεν θα βρισκόταν άνθρωπος όχι μόνο να τον ξενυχτήσει, αλλά ούτε καν να του ρίξει μια χούφτα χώμα. Θα ήταν πολύ βολικό να τον πάει η νεκροφόρα κατευθείαν στο νεκροταφείο, να ψάλει ο παπάς την εξόδιο και να γίνει γρήγορα γρήγορα η ταφή, έστω και με μόνη παρούσα τη Βιργινία. Να κλείσει το θέμα πια και να τον συχωρέσει ο Θεός και όποιος άλλος έχει τη δύναμη της συχώρεσης.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Α. Ι. Νεζής, «Προγονικά», εκδ. Ενδυμίων, 2020 [e-book]

Ερωτικό

Η συγκίνηση
είναι θεραπεία
για τον πονοκέφαλο της εξουσίας
Πεπτωκότες
με φτυάρια και άλλα εργαλεία
Κι ένα μπογαλάκι στον ώμο
ντομάτα και ψωμί
Υπολείμματα λέξεων

Τα μέλη μας βρίσκονται
σε γραμμές επεξεργασίας
Λίγο μακρύτερα
μια μάνα μπουκώνει το στόμα του παιδιού της
με όνειρα

Εδώ
που ο καθένας
σβήνει μόνος

Διαβρώνουν τα ωραία μας πρωινά
ξένα σώματα
Κι εσύ επιμένεις
στην πραγματικότητα

−Δόξα τω θεώ
να έχουμε και αύριο ψωμί
Τουλάχιστον αυτό

[ Ανήκουμε στη φιλεύσπλαχνη άβυσσο
και είναι το ποίημα το τελευταίο φιλί που θα δώσουμε ]

Επιστρέφοντας στην καθημερινότητα
εσύ στρώνεις το τραπέζι
κι εγώ τρώω στο πάτωμα
Βλέποντάς σε
να πεθαίνεις
επάνω σε σταυρό
ή σε κρεβάτι

Εντέλει
υπερτερεί των πάντων η φθορά

Φυσικών φαινομένων
Προσώπων
Ιδεών
Και σκέψεων

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μάνος Ελευθερίου, «Μαλαματένια λόγια / Αυτοβιογραφική αφήγηση» (καταγραφή- επιμέλεια: Σπύρος Αραβανής – Ηρακλής Οικονόμου), εκδ. Μεταίχμιο, 2021

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Πρέπει να ήμουν πολυ μικρος. Μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο πρέπει να ήταν η μάνα του πατέρα μου. Φορούσε μακρύ καφέ φόρεμα. Τη θυμάμαι μέχρι το στήθος, το πρόσωπό της καθόλου. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Είναι η πρώτη εικόνα που έχω στη μνήμη μου. Όπως και η παρουσία του δεύτερου συζύγου της προγιαγιάς μου. Ήταν ψηλός, μάλλον, με παχιά μουστάκια. Καθόμαστε σε έναν τεράστιο κύλινδρο, μια μυλόπετρα. Όταν πήγα στη Σύρα ύστερα από χρόνια, την ξαναβρήκα. Σήμερα δεν υπάρχει. Ήταν έξω από το σημερινό Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη.

[…] Τον Οκτώβρη του 1953 έγραψα το πρώτο μου ποίημα, ήταν για τη Σύρο, ομοιοκατάληκτο. Στην εβδόμη γυμνασίου άρχισα να γράφω και ελεύθερο στίχο. Τα θέματα ήταν ερωτικά και κοινωνικά. Από μια στιγμή και πέρα δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Θυμάμαι ότι έφευγα από το σχολείο και πήγαινα σπίτι μου για να γράψω το ίδιο ποίημα εκατό φορές. Είχα ανακαλύψει πώς να γράφω το ίδιο πράγμα με διαφορετικούς τρόπους, κάτι που μου έμεινε σε όλη μου τη ζωή. Αλλάζοντας τη σειρά των λέξεων μπορούσα να λέω το ίδιο πράγμα αλλιώς. Πέρασαν τριάντα σαράντα χρόνια και βρήκα αυτό που λέει ο Καβάφης σε ένα αποκηρυγμένο του ποίημα: «Τα ίδια πράγματα, αλλιώς λέγοντάς τα, με άλλον τρόπο». Στην εφηβική μου ηλικία κοίταζα να κάνω πράγματα που ήταν εύηχα, που έκαναν εντύπωση. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό δεν πιάνει. Την ίδια εποχή πήγα και γνώρισα τον Άγγελο Τερζάκη, που ήταν διευθυντής του δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου. Του έδειξα τα ποιήματά μου και του άρεσαν. Με άφησε να παρακολουθώ μαθήματα στη Δραματική Σχολή και πήγαινα κάθε απόγευμα, την περίοδο 1954-56.

Διαβάστε περισσότερα