Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Βασίλης Κουντζάκης, «Το Απέναντι Κάθισμα», εκδ. Εκάτη, 2020

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ
Σε ποιον αστερισμό βρίσκεσαι σήμερα;
Σε ποια μονόπρακτα εντυπώσεων κατοικείς;
Προς τα πού πνέει η ήττα;

`
Η νύχτα πυκνώνει,
μέσα σε ταπεινώσεις, πλιάτσικα χρόνου
και παθολογίες σε πρώτο πρόσωπο.

`

*

ΘΕΡΙΝΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ
Πόσο εύκολα διαλύεται
μια υπόθεση
καθώς η νύχτα
γλιστρά μυστικά
σε λεπτή επιφάνεια

`
αντίλαλοι τυλίγουν
ήχους μιας μηχανής
διαστήματα σιωπής

`
εικόνες σκίζονται
στο πέταγμα ενός πουλιού
στ’ ανατρίχιασμα
της διακοπής
ενός ανήσυχου ύπνου.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Κεντρωτής, «Προσωπεία και Κόθορνοι», εκδ. Gutenberg, 2020

 

 

 

ΑΚΩΝ Ο ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΔΟΛΙΟΥΡΓΗΣΕΙ

(Σοφοκλής, «Φιλοκτήτης», σττ. 55-100 και 134)

 

Ειλικρινώς δεν σε καταλαβαίνω αν θέλεις

καλό να κάμεις ή κακό, Οδυσσέα. Μ’ έχεις

μπερδέψει με τα κλοπικά ρημάτια που έχυσ’

ο λόγος σου μες στο μυαλό μου. Σάμπως βέλη σ’

 

αμφίβολο έναν στόχο τα έριξες. Τί μέλλεις;…

Τί μέλλεις, ναι, να κάμεις; Πώς –για πες μου– αντέχεις

απ’ την αλήθεια προς το ψέμα εσύ να τρέχεις

και πάλι πίσω νά ’ρχεσαι; Και πώς μ’ εντέλλεις

 

να σοφιστώ κλοπές των ανικήτων όπλων

του Φιλοκτήτη; Εγώ αγνοώ τις τεχνικές σου.

Ούτε ο πατέρας μου γνωρίζει των ενόπλων

 

απατημάτων την αλκή. Δεν είναι κάτι

που μού ’μαθε. Ιστορίες μη μου λες δικές σου:

πως νέος είχες γλώσσα αργή και χέρι εργάτη –

 

δεν σε πιστεύω! Δόλο εμπεριέχουν, βία…

Μα του Δόλιου Ερμή θα γίνει η επιθυμία.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιάννης Η. Παππάς, «Το ατίθασο μέλλον», εκδ. Διαπολιτισμός, 2020

Δεν υπάρχει διάλογος με τον θάνατο

Στον Αντώνη Φωστιέρη

 

Δεν υπάρχει διάλογος με τον θάνατο.

Εξάλλου τι να πεις;

Ποια επιχειρήματα να του εκθέσεις;

Αφού στο τέλος πάντα αυτός νικάει.

Το μόνο που μπορείς είναι να ουρλιάξεις.

 

Απέναντι στον θάνατο

το μόνο που υπάρχει

είναι αυτό: η μοναξιά του ουρλιαχτού.

 

Όμως, εμένα τι με νοιάζει ο θάνατος;

 

Όταν θα ’ρθεί δεν θα ’μαι εκεί να τον υποδεχτώ.

Φαίνεται λίγο αγενές αυτό,

αλλά σιγά μην τον υποδεχτώ,

έτσι απρόσκλητος που έρχεται.

 

Με τους αγενείς ας είμαστε αγενείς.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιάννης Αγγελάκας, «Ο Μεγάλος μαθητής και ο Μικρός δάσκαλος», εκδ. Καστανιώτη, 2019

ΜΜ: Δάσκαλε, όλα δείχνουν πως θα πεθάνω σε έναν κόσμο χειρότερο απ’ αυτόν που βρήκα όταν γεννήθηκα! Ποια, λοιπόν, η αξία της ζωής;

ΜΔ: Τέτοια φτηνά, παιδαριώδη και δήθεν βαθιά ερωτήματα μόνο ένας μπορεί να τα σκαρφιστεί: ο εαυτούλης μας. Ο μικρός, μικρότατoς εαυτός μας. Αυτό το σκαιό, αξιοθρήνητο πλασματάκι που διαμαρτύρεται συνεχώς μέσα μας για το πόσο μικρή είναι η ζωή και πόσο παράλογο, σύντομο και οδυνηρό το πέρασμά μας απ’ αυτόν τον βίαιο και άδικο κόσμο. Κι όσο τον ακούμε, θα είμαστε ανήμποροι να μετρήσουμε το πραγματικό ύψος, πλάτος και μεγαλείο της αληθινής ζωής. Θα είμαστε ανήμποροι να κατανοήσουμε ότι ο καθένας μας είναι μια απειροελάχιστη ενσάρκωση της συνέχειας του αιώνιου αγώνα της ύπαρξης.

ΜΜ: Χέσε μας, ρε δάσκαλε!

ΜΔ: Αυτό ακριβώς!

ΜΜ: Και πώς να καταλάβω, δάσκαλε, πότε μου μιλάει ο μικρός μου εαυτός και πότε ο μεγάλος;

ΜΔ: Ο μικρός μας εαυτός συνήθως γκρινιάζει, κλαψουρίζει, καταθλίβεται ή επαίρεται, κομπάζει, ξανακαταθλίβεται… Ο μεγάλος μόνο υμνεί!

ΜΜ: Τι υμνεί;

ΜΔ: Το θαύμα της ύπαρξης!

ΜΜ: Δεν κάνει τίποτε άλλο;

ΜΔ: Οχι.

ΜΜ: Ούτε λίγη πλάκα;

ΜΔ: Μπα…

ΜΜ: Τι να σου πω, δάσκαλε; Ετσι όπως τα λες, προτιμώ τον μικρό μου εαυτό. Ο μεγάλος σκέτη βαρεμάρα μού ακούγεται.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Βαρδιάνος στα σπόρκα » (1893)

Εκτεταμένο διήγημα  του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε σε σειρά επιφυλλίδων στην εφημερίδα Ακρόπολις από τις 14 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893. Αφηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (καράβια ευρισκόμενα σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου), προκειμένου να σώσει το γιο της. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις.



`

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

[…] Τέλος, ήλθε το 1865, και η χολέρα εκομίσθη το θέρος εις την ανατολικήν Ευρώπην, πιθανώς, όπως πάντοτε, διά των μουσουλμάνων προσκυνητών της Μέκκας. Αι δύο «μεγάλαι μουσουλμανικαί δυνάμεις», η μία με το χρυσοφόρον ινδικόν κράτος της, η άλλη με τας προσοδοφόρους της κτήσεις εν Αλγερία, δεν απεφάσισάν ποτε να θέσωσι περιορισμούς τινας εις τα ταξίδια των μωαμεθανών υπηκόων των, και δεν εύρον ποτέ συμφέρον να βιάσωσι την Πύλην όπως εφαρμόσει τελεσφόρα υγειονομικά μέτρα εις την κοιτίδα του μωαμεθανισμού εν Αραβία. Η ταλαίπωρος Ανατολή υπήρξε και τότε, ως τώρα και πάντοτε, υπό τε γεωγραφικήν και κοινωνικήν, υπό πολιτικήν και θρησκευτικήν έποψιν, άφρακτος αμπελών. Αλλ’ ο Χριστός ομιλεί περί τινος μελλούσης ημέρας, ότε θα έλθει ο κύριος του αμπελώνος.

   Εναντίον της χολέρας του 1865 διετάχθησαν εν Ελλάδι μακραί και αυστηραί καθάρσεις. Τότε τα νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια του τόπου δεν ήρκεσαν πλέον και δεν εκρίθησαν κατάλληλα διά τον σκοπόν των καθάρσεων, και διετάχθη προς τοις άλλοις να συσταθεί έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον επί της ερημονήσου Τσουγκριά. Τας πρώτας ημέρας του Αυγούστου είχαν καταπλεύσει ολίγα πλοία. Μετά δύο ή τρεις ημέρας ο αριθμός των κατάπλων εδιπλασιάσθη.

   Την επομένην εβδομάδα είχον έλθει πλείονα των 30 μεγάλων ιστιοφόρων, και πάμπολλα μικρά καΐκια. Περί τα μέσα του Αυγούστου, ο αριθμός των βρικίων, και μεγάλων σκουνών, των καθαριζομένων περί την νήσον Τσουγκριάν, ανήλθεν εις πεντήκοντα, και τα μικρά καΐκια υπερέβησαν τα εκατόν. Τα εκατόν πεντήκοντα ταύτα πλοία είχον φέρει πλείονας των τρισχιλίων επιβατών, εκτός του αριθμού των πληρωμάτων. Έξω, εις τον Τσουγκριάν μεγάλη δραστηριότης επεκράτει. Ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης, όστις είχεν αναλάβει την κατασκευήν των παραπηγμάτων, είχεν αρχίσει μετά ζήλου την εργασίαν του. Είχε συναινέσει χάριν της εργασίας, να «σπορκαρισθεί» εκουσίως, ήτοι να συγκοινωνήσει εξ ανάγκης με τους εν καθάρσει και μετάσχει και αυτός της καθάρσεως. Εις την απόφασιν του ταύτην τον ηκολούθησαν φιλοτίμως τέσσαρες εκ των συναδέλφων του τεκτόνων εργαζόμενοι υπό τας διαταγάς του. Ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης εκάρφωνε μικράν δοκόν εδώ, μίαν σανίδα εκεί, και είτα έτρεχε παρέκει. Ήρχιζεν έν παράπηγμα, εκάρφωνε τρεις σανίδας διά τοίχον, δύο πέταυρα διά στέγην, είτα το άφηνεν ατελές, και ήρχιζεν άλλο παράπηγμα.

Διαβάστε περισσότερα