Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Θεανώ Παπάζογλου-Μάργαρη, «Ενα δάκρυ για τον μπαρμπα-Τζίμη», εκδ. Νουμάς, 1958

 

Η αλήθεια πως ήταν ο μεγαλύτερος της παρέας. Κά­ποιοι μας κάτω από τα είκοσι. Κάποιοι πιο πάνω. Αυτός σαρανταδυό! Από σεβασμό κι αγάπη τον εφωνάζαμε μπάρμπα, κι από ασυλλογισιά! Εγώ τότε νόμιζα πως χρειάζονταν τρεις αιώνες να φτάσω τα σαρανταδυό, που μου φαινότανε πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Το ίδιο θα νομίζανε κι οι άλλοι και κάναμε μπάρμπα τον Δημήτρη τον Ντεμίρη, πριν την ώρα του, κι ας μας έλεγε στην αρχή «μα γιατί δεν με φωνάζετε σκέτα Τζίμη ή Δημή­τρη;…»

Βέβαια, εξόν την ηλικία του, ήταν κι ο παλιότερος στην Αμερική. Εμείς οι άλλοι φρεσκοφερμένοι. Μυρίζαμε θυμάρι ακόμα, ξενάκια! Ξενάκια, και τόσο θέλαμε κά­ποιον, κάτι σαν πατέρα, σαν μεγάλο αδερφό, σαν θείο, και  υιοθετήσαμε  για  κάτι  τέτοιο  τον   μπαρμπα-Τζίμη, γιατί τον αγαπούσαμε. Όλοι μας τον αγαπούσαμε. Μα εγώ τον αγαπούσα απ’ όλους πιο πολύ!

Ήταν γιατί μου φαινόταν ήρωας ο μπαρμπα-Τζίμης, που ήρθε στην Αμερική τον χρόνο που εγώ γεννήθηκα, κι όταν εγώ άρχισα να λέω ντα-ντα-ντα και μα-μα-μα, αυ­τός άρχισε να μιλάει τ’ αγγλικά και τώρα όποια λέξη ήθελες, την ήξερε! Κι ακόμα σπουδαιότερο κι ηρωικό μού φαινότανε που στον πόλεμο – στον πρώτο μεγάλο πόλεμο – αυτός ήταν με τον αμερικάνικο στρατό και λαβώθηκε στη Γαλλία και πήρε και παράσημα. Είδα και φωτογρα­φίες του με στολή αξιωματικού και γαλόνια. Κι ήταν κι Αμερικανός πολίτης και ψήφιζε ο μπαρμπα-Τζίμης, σαν ήτανε να βγάλουν πρόεδρο της Αμερικής, ψήφιζε! Όλ’ αυτά μου φαινόντανε τόσο σπουδαία τότε, τόσο ηρωικά…

 

«Μπαρμπα-Τζΐμη, το ξέρεις πως ακόμα δεν μας είπες την ιστορία, πώς τα πήρες τα γαλόνια και τα παράσημα, τότε που λαβώθηκες στη Γαλλία, στη Φλάντρα; Νιώθω τέτοια περηφάνια για σένα, μια τέτοια περηφάνια!…»

Με κάρφωσε με τη ματιά του.

«Νίτσα, παιδί μου, εγώ δεν είμαι της ηλικίας σου και δε νιώθω περηφάνια. Γιατί κατάλαβα πως ο πόλεμος δε λύ­νει κανένα πρόβλημα, και σαν τελειώνει, μαζί με τη φο­βερή καταστροφή και την ορφάνια, αφήνει και τον σπόρο για νέο πόλεμο, μεγαλύτερο απ’ τον προηγούμενο. Ναι, δε νιώθω και τόση περηφάνια για κείνα τα παράσημά μου, μα έκαμα κι εγώ κάτι στη ζωή μου…»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Ψυχογιός, «Η 21η Απριλίου κι αυτή»

 

Το σημαντικότερο γεγονός της Παρασκευής επρόκειτο να είναι το ραντεβού μου με τη Νίκη, στις οκτώ η ώρα το βράδυ, στου «Φλόκα» της Φωκίωνος Νέγρη. Η ημέρα μου όμως θα άρχιζε στο μεγάλο αμφιθέατρο του Νέου Χημείου, στις εννέα το πρωί. Η περίοδος των εξετάσεων πλησίαζε επικίνδυνα και έπρεπε κάποτε να πληροφορηθώ σε τι αναφέρονταν οι παραδόσεις του καθηγητή κ. Στάθη που δίδασκε Ανόργανη Χημεία στους πρωτοετείς φοιτητές του Φυσικού τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Αθήνησι.

Έμεναν μόνο δυο εργάσιμες ημέρες, Παρασκευή και Σάββατο –η πενθήμερη εργάσιμη εβδομάδα ήταν τότε γνωστή μόνο μέσω της ξένης λογοτεχνίας. Η προεκλογική περίοδος άρχιζε μεθαύριο, Κυριακή των Βαΐων: ο Παπανδρέου θα μιλούσε στη Θεσσαλονίκη. Κατά την είσοδό του στην πόλη θα τον συνόδευαν ιππείς πάνω σε λευκά άλογα, είχαν ανακοινώσει υπερήφανοι για το εύρημά τους οι οργανωτές. Για όσους πιστεύαμε πως η νίκη της Ένωσης Κέντρου ήταν ήδη εξασφαλισμένη, αυτές οι τελετές ήσαν όχι μόνο ανούσιες αλλά και περιττές. Την ίδια ημέρα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα, τα αμφιθέατρα θα ξανάνοιγαν στις 8 Μαΐου. Στις 2 Ιουνίου ήσαν οι εκλογές, οι εξετάσεις θα ακολουθούσαν αμέσως μετά. Το βράδυ της Πέμπτης κοιμήθηκα νωρίς, ώστε εν ηρεμία να ξυπνήσω το πρωί για να ασκήσω τα φοιτητικά μου καθήκοντα.

Δεν θυμάμαι τι ονειρεύτηκα, ίσως ότι είχα εκλεγεί πρόεδρος στο έτος μου, ίσως ότι έκανα έρωτα με τη Νίκη. Το βέβαιο είναι πως μόλις ξύπνησα το πρωί της Παρασκευής 21ης Απριλίου 1967, το πρώτο που παρατήρησα ήταν το λαμπρό φως που περνούσε μέσα από τις γρίλλιες και ανήγγελλε ανοιξιάτικη, ζεστή, ηλιόλουστη ημέρα. Αυτό που με είχε ξυπνήσει το συνειδητοποίησα αμέσως μετά τη μετεωρολογική μου παρατήρηση, καίτοι είχε προηγηθεί. Ήταν η κραυγή της αδελφής μου της Ελένης: «Έγινε δικτατορία κι εσύ κοιμάσαι;»

Όταν, χρόνια αργότερα, προσπάθησα να αναλύσω το πώς και το γιατί της επταετούς συμπεριφοράς μου, σκέφτηκα πως ίσως τούτη η φράση που με ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο μου να με είχε πολύ επηρεάσει. Με κατηγορούσε όχι μόνο ότι κοιμόμουνα ενώ είχε γίνει δικτατορία, άρα με καλούσε να αγρυπνώ όσο η δικτατορία συνεχιζόταν, αλλά και ότι είχε γίνει η δικτατορία λόγω του ύπνου μου, λόγω της δικής μου ολιγωρίας. Κι όμως εγώ ο ταλαίπωρος είχα κάνει ό,τι μπορούσα: και στην ΕΔΗΝ είχα γραφτεί, και οπαδός του Παπανδρέου υιού ήμουν, και τα μαθήματά μου είχα παραμελήσει χάριν του συνδικαλισμού, και στις συγκεντρώσεις εναντίον της διάλυσης των Λαμπράκηδων έτρεχα, και είχα σταματήσει να πίνω μπύρα «Φιξ» του φιλοβασιλικού Γαρουφαλιά μετά τα ιουλιανά –με μοναδικό όμως αποτέλεσμα να εξαφανιστεί εν τέλει η μοναδική εγχώρια μάρκα μπύρας.

Σηκώθηκα αλαφιασμένος, έμαθα ότι τη Χλόη και τη Φανή που είχαν ξεκινήσει για το γυμνάσιό τους (το Ε΄ Θηλέων, στον Άη-Νικόλα) τις είχαν γυρίσει πίσω φαντάροι, άκουσα από το ραδιόφωνο τα εμβατήρια, έμαθα από την υπηρεσία της σπιτονοικοκυράς πως τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν. Ντύθηκα σαν τρελλός και κατηφόρισα τρέχοντας την Πετσόβου προς τη Ζωοδόχου Πηγής, ενώ πίσω η μητέρα μου μου φώναζε: «Πού πας, μωρέ μουρλέ, θα σε σκοτώσουν!»

Ηλιόλουστη η Αθήνα, έρημοι οι δρόμοι, κλειστά τα μαγαζιά, σα να είχε αδειάσει η πόλη από τη ζωή, σα να ήσαν τα σπίτια κελύφη άδεια. Κανένα σημάδι όμως που να δικαιολογεί τους φόβους της μάνας. Το Χημείο, νέο και παλιό, κλειδαμπαρωμένα –τον Στάθη δεν επρόκειτο να τον ξαναδώ, τον καθαίρεσε η χούντα με το πρόσχημα ότι χρηματιζόταν. Ανηφόρισα τη Σόλωνος προς τη Νομική. Μπρος από το κτίριο του ΟΤΕ, γωνία με Σίνα, που το φρουρούσαν φαντάροι, κάποιοι προσπαθούσαν να αντιληφθούν τι είχε συμβεί διαβάζοντας ομαδικά ένα φύλλο του Ελεύθερου Κόσμου, που απλώς κατέγραφε όσα από καιρού εις καιρόν επανελάμβανε και το ραδιόφωνο διακόπτοντας τη μετάδοση του «αεροπόρος θα γινώ» και «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν»: κομμουνιστικός κίνδυνος, στρατιωτικός νόμος, απαγόρευση κυκλοφορίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση», εκδ. Άγρα, 1990

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

[…] Ἐμποδισμένος νὰ χορτάσω, θλιβερὸ παλικάρι, δέντρο ποὺ μὲ σφάζουνε σύρριζα, συλλογιέμαι χωρὶς νὰ βρίσκω σκοπό, χάνω τὶς κινήσεις μου μέσα στὸ ρεῦμα ποὺ μὲ παρασέρνει. Ὁ μηχανισμὸς τῆς σκέψης μου ἀκατάσταστος, προσηλωμένος σ’ἕνα σημεῖο. Ἀηδιάζω κάθε ὄψη πράγματος, κάθε τροφή. Κόβω τοῦ ψωμιοῦ τὶς ἄκρες καὶ πετῶ τὰ κομμάτια. Ὅλα εἶναι μολυσμένα. Δὲν μπορῶ νὰ γευτῶ τὸ ψωμί. Ἐπαναστατῶ, θέλω νὰ σηκωθῶ, νὰ βγῶ, νὰ μὴν εἶμαι περιορισμένος. Θὰ ξεντυθῶ τὰ ροῦχα μου νὰ βγῶ γυμνός. Γιατί νὰ σκέφτομαι τὸ συμφέρον μου, τὴν ὠφέλειά μου; Γιατί νὰ θέλω τὴν καλοπέραση; Ἂν δὲν περπατήσω γυμνός, δὲ θὰ πῶ ὅ,τι ἔχω. Δὲν μπορῶ νὰ σταματήσω αὐθαίρετα σ’ἕνα τυχαῖο σημεῖο, νὰ δεχτῶ ἀπὸ τύχης τὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ τύχης τὸ θάνατο. Σκοτάδι γύρω μου πυκνό. Δὲν βλέπω. Ἄνισα σχήματα ποὺ διαψεύδονται μὲ τὸ πασπάτεμα τῆς ἁφῆς. Δὲν βρίσκω τὸν ἥρωα. Ὁ ἐρωτευμένος νέος στὸ παράθυρό μου φαίνεται γελοῖος. Θέλω νὰ μιλήσω μὲ δύναμη γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κατορθωθεῖ ἡ ζωὴ στὸν τόπο μου. Προσφιλής μου πατρίδα, μόνο ἡ ζωή σου μπορεῖ νὰ δικαιώσει τὴ ζωή μου. Σύμβολα ὑψηλὰ καὶ μορφὴ ἀπαιτεῖ τὸ ἔργον. Ὄρθιος παλεύω. Ξεχωρίζω μόνο γεωμετρικὰ σχήματα. Οἱ κύβοι τῶν σπιτιῶν μίας πόλης ποὺ ἀνατράπηκε ἐκ βάθρων σὰν ἀπὸ σεισμό. Σκουντῶ μὲ τὸν ὦμο μου γυρεύοντας ν’ἀπομακρύνω τὸ σκοτάδι. Κουράζομαι, κουράζομαι. Θέλω ἕνα πέρασμα ὄχι μονάχα γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἰδιωτικό. Θέλω νὰ ξεπεράσω τὸ τυχαῖο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ προμηθέψει ἕναν μισὸ θάνατο, ποὺ νὰ μὴν εἶναι γιὰ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μου. Μέσα μου, ὅπως κάτω ἀπὸ μία πέτρα, ἀκοῦς τὸ νερὸ ὑπόγειου ποταμοῦ. Ἀκούγω ὁμιλία, ἱστορίες, τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων μαζί. Ὀπισθοχωρῶ μὲ πληγές, ματωμένος, καταδικασμένος σὲ ἀδιέξοδο. Δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω. Ἀνοίγω τὸ βιβλίο καὶ μελετῶ τὴ βιογραφία τοῦ Ρώσου Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ. Ζοῦσε ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια. Ἤθελε νὰ ὑμνήσει τὸν τόπο του, τὴν Ἁγία Πατρίδα, νὰ ξεπεράσει τὴν ὄψη τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ κακοῦ ποὺ βλέπουμε, νὰ δώκει τὴν εἰκόνα τῆς χαρᾶς. Δὲν μπόρεσε. Ἔριξε στὴ φωτιὰ τὰ χαρτιά του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του. Ξεκίνησε ὁδοιπόρος γιὰ τοὺς Ἅγιους Τόπους. Προσκυνητής, νηστευτής. Παρακαλεῖ νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ χάρη. Ντρέπουμαι. Σκεπάζω μὲ τὶς παλάμες τὸ πρόσωπό μου. Πῶς τόλμησα καὶ θέλησα νὰ ὁμιλήσω ἐγώ; Ἀδερφέ μου, μὴ θελήσεις νὰ μὲ δεῖς. Ντρέπουμαι ποὺ φορῶ ροῦχα, πανταλόνι, πουκάμισο καὶ ἀναπαύουμαι σὲ ἄνετο κάθισμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Άμπροουζ Μπηρς, «Ιστορίες Φαντασμάτων» (μετφρ. – επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας)

Η ΚΗ∆ΕΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΜΟΡΤΟΝΣΟΝ

Ο Τζον Μόρτονσον ήταν νεκρός. Είπε τα τελευταία λόγια του ρόλου του στην τραγωδία «Άνθρωπος», και βγήκε απ’ την σκηνή. Το σώµα του αναπαυόταν σ’ ένα φέρετρο από εξαιρετικό µαόνι, µε γυάλινο σκέπασµα. Οι ετοιµασίες για την κηδεία έγιναν τόσο προσεκτικά, ώστε όλοι όσοι γνώριζαν τον µακαρίτη, δεν είχαν καµιά αµφιβολία πως θα ήταν ικανοποιηµένος. Το πρόσωπό του, κάτω απ’ το γυαλί, δεν ήταν άσχηµο θέαµα. Χαµογελούσε ανεπαίσθητα, και καθώς ο θάνατος ήταν ανώδυνος, δεν έφερε άλλα σηµάδια από τα καλλωπιστικά ψιµύθια του γραφείου τελετών. Στις δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι είχαν κανονίσει να συναντηθούν για ν’ αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον που δεν είχε πια ανάγκη ούτε τους φίλους ούτε την τιµή. Οι επιζώντες της οικογενείας έρχονταν κάθε λίγο και λιγάκι, και θρηνούσαν πάνω από τον νεκρό που τους κοίταζε ατάραχος πίσω από το γυαλί του. ∆εν ήταν σωστό εκ µέρους τους. ∆εν του άρεσε του Τζον Μόρτονσον αυτό το πράγµα. Μα θανάτου παρόντος η λογική και η φιλοσοφία πάνε περίπατο. Καθώς πλησίαζαν οι δύο µετά το µεσηµέρι, οι φίλοι άρχισαν να καταφθάνουν, κι αφού πρώτα παρηγορούσαν τους τεθλιµµένους συγγενείς, όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις, στέκονταν ένας-ένας σοβαροί στις θέσεις τους, δίπλα στο φέρετρο, συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο τον σηµαντικό ρόλο που έπαιζαν στην εξέλιξη της κηδείας. Ύστερα ήρθε ο Πάστορας, κι ως υπέρτατος ουράνιος φωστήρας, εξαφάνισε τα φώτα των µικρότερων αστέρων. Πίσω του ερχόταν η χήρα, της οποίας οι θρήνοι και οι οδυρµοί κατέκλυσαν την αίθουσα. Πλησίασε το φέρετρο, ακούµπησε το πρόσωπό της στο ψυχρό γυαλί, και ύστερα την οδήγησαν ευγενικά να καθίσει δίπλα στην θυγατέρα της. Ήσυχα-ήσυχα, αργά και πένθιµα ο άνθρωπος του Θεού ευλόγησε τον νεκρό. Η περίλυπη φωνή του έσµιγε µε τους υπόκωφους λυγµούς, που είχε αναλάβει να διεγείρει και να συντηρήσει. ∆υνάµωνε κι ησύχαζε η φωνή του, πήγαινε κι ερχόταν, σαν το κύµα που δέρνεται στην ακροθαλασσιά. Το λίγο φως που είχε αποµείνει, χανόταν κι αυτό σιγά-σιγά, καθώς νύχτωνε. Κι ο Πάστορας έλεγε, όλο έλεγε. Τα σύννεφα τράβηξαν την βαριά κουρτίνα τους στον ουρανό, κι οι πρώτες σταγόνες της βροχής ακούστηκαν να πέφτουν µε ορµή. Η φύση ολόκληρη έµοιαζε να θρηνεί για τον Τζον Μόρτονσον. Όταν τέλειωσε πια ο Πάστορας, κι άρχισαν να ψέλνουν, πήραν οι νεκροποµποί τις θέσεις τους γύρω στο φέρετρο. Κι όταν σταµάτησαν κι οι ψαλµοί, χύθηκε η χήρα καταπάνω στο φέρετρο και το αγκάλιασε κι έσκουξε υστερικά. Εν πάση περιπτώσει, κάποτε απελπίστηκε, ησύχασε, παραδόθηκε, και καθώς ο Πάστορας την αποµάκρυνε, το βλέµµα της έπεσε στο πρόσωπο του νεκρού, κάτω απ’ το γυαλί. Σήκωσε τα χέρια της, ούρλιαξε και σωριάστηκε λιπόθυµη. Οι συγγενείς όρµησαν προς το φέρετρο, οι φίλοι ακολούθησαν, και καθώς το ρολόι του τζακιού σήµαινε µε επισηµότητα τρεις ακριβώς, κοίταξαν όλοι µαζί τον µακαρίτη, τον Τζον Μόρτονσον. Υποχώρησαν, αηδιασµένοι, ζαλισµένοι. Κάποιος, στην προσπάθειά του ν’ αποφύγει το απαίσιο θέαµα, χτύπησε πάνω στο φέρετρο, ρίχνοντας ένα από τα στηρίγµατά του. Το φέρετρο ανετράπη, έσκασε στο πάτωµα, και το γυάλινο σκέπασµα έγινε κοµµάτια. Από το ανοιχτό φέρετρο πρόβαλε η γάτα του Τζον Μόρτονσον. Πήδηξε τεµπέλικα στο πάτωµα, κάθισε στα πίσω πόδια της, σκούπισε γαλήνια την καταµατωµένη µουσούδα της µε την πατούσα της, κι ύστερα βγήκε από την αίθουσα µε βήµα γεµάτο επιβλητική αξιοπρέπεια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ιωσήφ Πρίντεζης, «Είναι βραδιές» (ποίηση: Ναπολέων Λαπαθιώτης)

`

Είναι βραδιές που φέρνω γύρα

κάποιο δρομάκι αποσπερνό

ζητώντας ότι έχω χαμένο

μήπως το βρω, καθώς περνώ,

`

και μη μπορώντας να υποφέρω

τη σκέψη που με τυραννεί

κοιτάζω, για παρηγοριά μου,

το φως που στέλνουν οι ουρανοί.

`

 

Κι είναι ώρες πάλι που γυρίζω,

μονάχος, όλη τη βραδιά

σαν ένας που θα περπατούσε

μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά

`

κι άλλες ακόμα πιο μονάχες,

που παίρνω αγάλια το στρατί,

κι η ζωή μου μοιάζει πεθαμένο,

που μες στη νύχτα περπατεί…

`

*****************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Από τη “Νέα Εποχή”, τεύχος 165-166 1984, σσ. 124-131

 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΔΩ:  https://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/neaepoxh.html

 

`

Για να βιογραφήσεις ένα λογοτέχνη που έρχεται από τον περασμένο αιώνα, ή από τις αρχές του δικού μας, είσαι αναγκασμένος να διασχίσεις μια ιστορία λογοτεχνίας γεμάτη εναλλαγές. Πλήθος ιδεολογικά και λογοτεχνικά κινήματα διαγωνίζονται ποιο να επικρατήσει το ένα πάνω στο άλλο, για τη διαμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών συνειδήσεων των ανθρώπων της εποχής. Ο άνθρωπος είναι ιστορία. Σε μια πορεία πενήντα χρόνων αλλάζει συνεχώς ιδέες, συνείδηση, αισθητικές αντιλήψεις, συνήθως προς τα μπρος αλλά και προς τα πίσω. Αυτό εξαρτάται κάθε φορά από το ποιες κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται στο προσκήνιο, από το συσχετισμό τους.

Η Ελλάδα ως το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν μια ήρεμη κλειστή θάλασσα. Κάπου κάπου κάποιος σφοδρότερος αέρας την αναστάτωνε στιγμιαία, προκαλούσε μερικές αλλαγές και πάλι ξανάβρισκε τη γαλήνη της. Έτσι συνέβηκε με το κίνημα στο Γουδί το 1909, έτσι και με την αγροτική ανταρσία στη Θεσσαλία το 1910, με την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Η πάλη περιορίζονταν μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης, η οποία άλλωστε λόγω της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους, ήταν τόσο αναιμική. Η εργατική τάξη, κυρίως χειρονακτική, – αφού έλειπε η βιομηχανία -, συγχέονταν με την τεράστια μάζα της φτωχολογιάς των πόλεων και της υπαίθρου.

Διαβάστε περισσότερα