Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

John Dos Passos (1896-1970), «Λάτρης της ανθρωπότητας» (μτφρ.: Νίκος Λαμπρόπουλος)

Ο Ντεμπς ήταν σιδηροδρομικός, γεννημένος σε μια ξύλινη παράγκα στο Τερ Ωτ. Δέκα παιδιά είχαν οι γονείς του.

Ο πατέρας του πρωτόρθε στην Αμερική το ’49 μ’ ένα ιστιοφόρο, Αλσατός απ’ το Κολμάρ· δεν ήξερε να βγάζει χρήμα, αγάπαγε τη μουσική, το διάβασμα, πρόσφερε στα παιδιά τη δυνατότητα να βγάλουν το δημοτικό, γιατί ως εκεί έφτανε μονάχα η μπόρεσή του.

Στα δεκαπέντε του ο Τζην Ντεμπς δούλευε κιόλας μηχανοδηγός στης Ινδιανάπολης και του Τερ Ωτ τους σιδηροδρόμους.

Δούλεψε θερμαστής στις ατμομηχανές, υπαλληλάκος σ’ ένα μαγαζί, μπήκε στην τοπική οργάνωση της αδελφότητας των θερμαστών σιδηροδρόμων, τον βγάλαν γραμματέα κι ύστερα γύρισε ολάκερη τη χώρα σαν οργανωτής.

Ήταν ψηλός με άγαρμπο περπάτημα κι είχε το χάρισμα μιας τέτοιας ευγλωττίας που πυρπολούσε τις καρδιές των εργατών του σιδηρόδρομου σα μαζευόντουσαν στις σανιδένιες αίθουσες.

Τους έκανε να λαχταράνε τον κόσμο που εκείνος λαχταρούσε, έναν κόσμο όπου όλοι ήσαν αδέρφια και μοιραζόντουσαν ίσες ευκαιρίες:

Δεν είμαι εργατοπατέρας. Δε θέλω ν’ ακολουθήσετε εμένα ούτε κανέναν άλλο. Αν γυρεύετε κάποιον Μωϋσή για να σας βγάλει από την έρημο του καπιταλισμού θα μείνετε στον ίδιο παρανομαστή. Δε θα σας πήγαινα σ’ αυτή τη γη της επαγγελίας, έστω κι αν ήτανε στα χέρια μου, γιατί αν μπορούσα εγώ να σας οδηγήσω εκεί κάποιος άλλος θα σας ξανάπαιρνε από κει.

Έτσι μίλαγε στους αχθοφόρους και τους αρχιεργάτες, σε θερμαστές, κλειδούχους και μηχανικούς, φωνάζοντας πως δεν αρκούσε να οργανώσουν τους σιδηροδρομικούς, ανάγκη να οργανωθούν όλοι οι εργάτες, όλοι οι εργάτες πρέπει να ‘ναι οργανωμένοι στη συνεργατική πολιτεία των εργατών.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Jorge Luis Borges, «Ο Μπόρχες κι εγώ» (Έρευνα – Συγγραφή: Σαλώμη Χατζηνεοφύτου & Μαριλένα Πόρακου)


Άπαντα τα πεζά ΙΙ (Συλλογές: Ο Ποιητής και Οι συνωμότες).

Υπουργείο Παιδείας Κύπρου, Λευκωσία, 2017

`

Το μικροδιήγημα «O Μπόρχες κι εγώ» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1957 στα
ισπανικά ως «Borges y yo», στο περιοδικό Biblioteca, και συμπεριλήφθηκε το 1960 στη
συλλογή El Hacedor (Ο Ποιητής) (Borges and I, n.d.). Σε αυτό ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες
στοχάζεται πάνω στο θέμα της δυαδικότητας, στη σχέση δηλαδή ανάμεσα στη δημόσια
εικόνα του (ο συγγραφέας, δηλαδή «ο Μπόρχες») και στην ιδιωτική εικόνα του (ο
άνθρωπος, δηλαδή το «εγώ»). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ιστορίας,
ο αφηγητής ακούει για τη δραστηριότητα και τις επιτυχίες του διάσημου συγγραφέα
Μπόρχες, αλλά αναρωτιέται αν αυτές αντικατοπτρίζουν τον απλό, καθημερινό άνθρωπο
Μπόρχες.

Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και ο αφηγητής αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον
ίδιο, στον οποίον αναφέρεται με τη χρήση του πρώτου προσώπου της προσωπικής
αντωνυμίας «εγώ», και στον Μπόρχες, τον διάσημο συγγραφέα, νέα του οποίου
λαμβάνει, όπως αναφέρει, με το ταχυδρομείο και βλέπει τ’ όνομά του σε μια ομάδα
καθηγητών ή σ’ ένα βιογραφικό λεξικό. Ο αφηγητής παρουσιάζεται με το «εγώ», ως
απλό πρόσωπο, το οποίο ζει στο Μπουένος Άιρες και του αρέσουν οι κλεψύδρες, οι
χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του
Στήβενσον (Μπόρχες: 2013β, 449). Οι αναφορές στις αγαπημένες του αυτές συνήθειες
φανερώνουν άτομο εκλεπτυσμένο, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για κάτι το αξιόλογο,
σε αντίθεση με τον διάσημο συγγραφέα, στον οποίο, με ειρωνικό ύφος, ο αφηγητής
δηλώνει ότι «συμβαίνουν όλα» (308).
Ο αφηγητής δημιουργεί από την αρχή μια απόσταση ανάμεσα στο δημόσιο
πρόσωπο Μπόρχες, που προβάλλεται μέσα από τα κείμενά του, και στον απλό άνθρωπο,
στο «εγώ», δείχνοντας να είναι πιο κοντά στο δεύτερο, αφού σε τέσσερα συγκεκριμένα
σημεία της ιστορίας αποκαλεί τον συγγραφέα με τη φράση «ο άλλος». Μολονότι υπάρχει
αυτή η απόσταση και η φαινομενική προτίμηση στο «εγώ», ο αφηγητής παραδέχεται, με
κάποια πίκρα, την αδιάλειπτη σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα Μπόρχες και στο «εγώ».
Μοιράζονται, όπως λέει, τις ίδιες προτιμήσεις, όμως ο Μπόρχες «μ’ έναν τρόπο
ματαιόδοξο τις μετατρέπει σε καμώματα θεατρίνου»  αφού η ιδιότητά του είναι  αυτή του συγγραφέα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στέλιος Ξεφλούδας, « Άνθρωποι του μύθου» / Τετράδια από τον πόλεμο της Αλβανίας, εκδ. Σαλίβερου 1944

(απόσπασμα)

Μέσα στη νύχτα ξαναρχίζει η μάχη. Χρειάζεται να παλέψουμε όχι μονάχα με το θάνατο, μα και με το σκοτάδι, που είναι σκληρό σαν ένας όγκος αδιαπέραστος. Τη νύχτα η μάχη είναι σύντομη. Σερνόμαστε στην αρχή σαν πεθαμένοι, κρατάμε σφιχτά την αναπνοή μας, τι αγωνία, τι πάλη με το σώμα μας, ώσπου να φτάσουμε κοντά στους ανθρώπους που πρέπει να σκοτώσουμε. Όμως πού πάμε, είμαστε τυφλοί, έχουμε έναν τρόμο πρωτόγονο στο αίμα μας. Ακουμπάμε στη γη κι ανατριχιάζουμε. Μας αγγίζει ένα κλαδί και τρέμουμε. Όλα είναι χέρια θανάτου που υψώνουνται να μας χτυπήσουν, μάτια θανάτου που μας κοιτάζουν επίμονα. Πλησιάζουμε αθέατοι, ορμούμε πάνου στους άλλους ανθρώπους που πρέπει να σκοτώσουμε, η λόγχη τρυπάει την τρομαγμένη σάρκα. Βουβή πάλη μέσα στη νύχτα του ενός κορμιού με το άλλο. Κι έπειτα οι γοερές κραυγές εκείνων που πεθαίνουν, οι φωνές εκείνων που καλούν τους συντρόφους των. Η ατμόσφαιρα γεμάτη τρόμο και φρίκη. Κι έπειτα παντού, μια σιωπή θανάτου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Διονύσης Καψάλης, «Μεταφράζοντας τα «Σονέτα» του Σαίξπηρ»

Ως έχει ο τίτλος της ανακοίνωσής μου νιώθω ότι είναι θλιβερά ελλιπής. Θλιβερός επίσης -καθότι πρόωρος- είναι και ο απολογισμός: είκοσι πέντε σονέτα, όλα κι όλα, από τα εκατόν πενήντα τέσσερα, όσα φέρουν το όνομα του Σαίξπηρ. Και με αυτό το μελαγχολικό κλάσμα της φιλοδοξίας μου ανά χείρας (της φιλοδοξίας μου, εννοείται, να μεταφράσω κάποτε όλα τα Σονέτα), βρίσκομαι κιόλας να μιλώ για το πώς μετέφρασα˙ να εκλογικεύω ένα εγχείρημα που είναι μόλις στην αφετηρία του και απέναντι στο οποίο -περιττεύει αλλά θα το πω- στέκομαι πάντα σε στάση προσοχής και με αισθήματα ανάμικτα, αισθήματα σαν εκείνα που εκφράζουν στη γλώσσα μας οι διφορούμενες και πολυσθενείς λέξεις δέος και θάμβος.

Κι εμείς εδώ που ‘χουμε μάτια κι αγαπούμε
όντως θαυμάζουμε και άναυδοι σιωπούμε,

θα λέγαμε για τα ποιήματα αυτά υιοθετώντας τις δικές τους συμβολικές αξίες. Ο λόγος όμως είναι για την τέχνη της μετάφρασης και όχι για την πλεονάζουσα ρητορική της σιωπής.

Υπολογίζεται ότι ανέρχονται στις τριακόσιες χιλιάδες τα σονέτα όσα γράφτηκαν μέσα στον 16ο αιώνα -326 βιβλία με σονέτα κυκλοφορούν, στην Ιταλία και μόνον, από το 1575 ως το 1600 (Muir 1979, 30). Ήδη από το 1590, οπότε πιθανολογείται ότι ο Σαίξπηρ γράφει τα πρώτα του σονέτα, και βεβαιότατα το 1609, όταν κυκλοφορεί η κλεψίτυπη -και μοναδική όσο ζούσε εκείνος- έκδοση όλων των Σονέτων, βρίσκεται στην εκπνοή της μια συνολική αναταραχή, την οποία με τη σημερινή, κάπως ρηχή ορολογία, θα ονομάζαμε μόδα. Όπως συμβαίνει με όλες τις διεθνείς μόδες, ο νεοτερικός τρόπος του σονέτου δεν φαίνεται να σεβάστηκε τις διακρίσεις με τις οποίες συνήθως διυλίζουμε τον μεταφραστικό κώνωπα: Μετάφραση, παράφραση, διασκευή, κλοπή, δάνειο, απομίμηση, αντιγραφή, επίδραση κ.λπ. αποτελούν ισοδύναμες και ομοίως φανταχτερές εκδοχές στο ρεπερτόριο και το βεστιάριο του εκφραστικά αναγεννημένου εραστή, όπως εύγλωττα μαρτυρούν και τα πετραρχικά καμώματα (μεταφράσματα και απομιμήματα) των ανώνυμων κυπρίων ποιητών του 16ου αιώνα. Με άλλα λόγια, η μόδα, ρευστή πάντα και πληθωρική, μοιάζει να αδιαφορεί για τις εννοιολογικές διατυπώσεις και τις εργώδεις θεωρητικές διαβουλεύσεις όσες σωρεύουμε σήμερα απέναντι στο πρόβλημα της μετάφρασης. Και γεννάται, παρεμπιπτόντως αλλά εύλογα, το ερώτημα: Γιατί άραγε θεωρούμε ότι η μετάφραση συνιστά απαραιτήτως και ανυπερθέτως πρόβλημα; Τι μας εμποδίζει να την αναδεχτούμε, μέσα στη δυσκολία της λογοτεχνικής έκφρασης, ως πόρο και διέξοδο και αναγέννηση κάποτε;

Το σονέτο ασφαλώς δεν είναι η μόνη περίπτωση στην ιστορία της ευρωπαϊκής γραμματείας που η μεταφρασιμότητα ενός μείζονος λογοτεχνικού προτύπου απέβη επιδημική, μολονότι δεν έπαψε ποτέ να επαληθεύει και εδώ η ακριβέστατη διαπίστωση του Παλαμά ότι η γλώσσα της ποίησης γνωρίζει μόνον πατρίδα.[1]

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μ. Καραγάτσης, «Τα χταποδάκια» [Από τη συλλογή διηγημάτων «Το νερό της βροχής», εκδ. Αετός,1950]

 

Οι νοτιάδες φέρναν σύγνεφα εκείνο το χειμώνα, μα όχι το ’να πίσω από τ’ άλλο.                                                                     Άφηναν και ώρες, την κάθε μέρα,
που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός. Αυτό γινόταν περί το δειλινό. Κι ήταν ο ήλιος όσο
δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο μικρό λιμάνι, στ’
αργοσάλευτα καΐκια του, στις μπαταρισμένες βάρκες, στα δίχτυα των ψαράδων που
στέγνωναν απλωμένα, στη θάλασσα που σιγανάσαινε, στους ανθρώπους που
τριγυρνούσαν πέρα δώθε, άγνωστο γιατί. Περί τη νύχτα θα χάλαγε πάλι ο καιρός.
Αυτό το καταλάβαινες από τους γλάρους που πετούσαν χαμηλά, έξυναν τη θάλασσα
με τις φτερoύγες τους, κλαγγάζοντας κάποιαν ακατάληπτη ανησυχία. Και το όντις,
σε λίγο έφταναν ξανά τα σύγνεφα, αβγατίζοντας πολύ το βραδινό σκοτάδι, έτσι που
’σφιγγε η ψυχή του ανθρώπου.
Έτσι λοιπόν, την ώρα που ο Αστέρας πάλευε με τα σύγνεφα, μπήκε ο λεγάμενος
στο μαγαζάκι, μποτζάροντας δώθε κείθε, σαν τραμπάκουλο σε σοροκάδα. Κοντός
ήταν, κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ’ ένα
μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι – σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του
μάλιστα, είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα
πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης, ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι με
σύστημα, πάνω χέρι – κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο. Τώρα, γινωμένος
ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνησε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι τού
καβγά; Αυτό δεν το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, λίαν σουρωμένος ήταν όταν μπήκε
στο μαγαζί, κρατούσε μάλιστα στο χέρι κατιτίς τυλιγμένο σε χαρτί, φαγώσιμο πρέπει
να ήταν. Προχώρησε, το λοιπόν, κατά τον μπεζαχτά, χαιρετώντας πολύ εγκάρδια τις
δύο παρέες που βρίσκονταν την ώρα εκείνη στο μαγαζί. Μα δεν πήρε
αντιχαιρέτισμα, ένεκα που οι μεν -δυο μαντράχαλοι- ήσαν πολύ απασχολημένοι με
τις κοπέλες τους και δεν είχαν καιρό για κουβέντες άχρηστες. Όσο για τους δε, αυτοί
πίναν το κρασί τους λίαν βαρύθυμοι και σέρτικοι, είχαν φαίνεται τις στεναχώριες
τους. Τι να κάνει, λοιπόν, κι αυτός; Παράγγειλε ούζο καραφάκι, κι έπιασε κουβέντα
με το μαγαζάτορα, ένεκα που ο Θεός τον έκανε άνθρωπο κοινωνικό, πολύ
συσχετικό, η μουγκαμάρα κι η περισυλλογή ποσώς δεν του επήγαιναν. Είπε μάλιστα
τη γνώμη του δυνατά, να την ακούσει όλος ο κόσμος:
— Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!

Διαβάστε περισσότερα