Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Thomas Mann, «Το μαγικό βουνο» (μετφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος), εκδ. Μεταίχμιο, 2017

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

`

 

Μοιάζεις σαν να ’χεις παραλάβει κιόλας το ξίφος σου και
να γυρίζεις από τις ασκήσεις». Και κοίταξε τον εξάδελφό του από το
πλάι.
Ο Γιοάχιμ ήταν ψηλότερος και πιο ευρύστερνος από τον ίδιο,
πρότυπο της νεανικής ρώμης και σαν πλασμένος για στολή. Ο τύπος
του ήταν πολύ μελαχρινός, από εκείνους που δεν βγάζει σπάνια η
ξανθιά του πατρίδα, και η έτσι ή αλλιώς σκουρόχρωμη επιδερμίδα
του είχε γίνει σχεδόν μπρούντζινη από το κάψιμο του ήλιου. Με τα
μεγάλα μαύρα μάτια του και το μικρό σκούρο μουστάκι πάνω από το
γεμάτο, καλογραμμένο στόμα θα ήταν σχεδόν ωραίος αν δεν είχε
πεταχτά αυτιά. Ήταν ο μεγάλος του καημός και ο μοναδικός πόνος
στη ζωή του μέχρι κάποια στιγμή. Τώρα είχε άλλες έγνοιες. Ο Χανς
Κάστορπ συνέχισε:
«Θα κατέβεις μαζί μου, έτσι; Δεν βλέπω κανένα εμπόδιο».
«Μαζί σου;» ρώτησε ο εξάδελφος και έστρεψε προς το μέρος του τα
μεγάλα του μάτια, που πάντα ήταν ήρεμα, είχαν πάρει όμως σε αυτούς
τους πέντε μήνες μια κουρασμένη, σχεδόν θλιμμένη έκφραση. «Μαζί
σου, πότε;»
«Ε, να, σε τρεις βδομάδες».
«Α, μάλιστα, με το μυαλό σου βρίσκεσαι κιόλας στον γυρισμό» απάντησε ο Γιοάχιμ.

«Καλά, μη βιάζεσαι, μόλις ήρθες. Βέβαια, για μας εδώ
πάνω τρεις βδομάδες δεν είναι σχεδόν τίποτε, αλλά για σένα, που έχεις
έρθει επίσκεψη και θες έτσι κι αλλιώς να μείνεις μόνο τρεις βδομάδες,
για σένα είναι πολύς καιρός. Εγκλιματίσου πρώτα· θα δεις, δεν είναι
τόσο εύκολο. Κι άλλωστε το κλίμα δεν είναι το μόνο παράξενο εδώ σ’
εμάς. Πρόσεχε και θα δεις πολλά καινούργια πράγματα. Κι αυτά που
λες για μένα, ξέρεις, τόσο γρήγορα δεν γίνεται, “σε τρεις βδομάδες
σπίτι”. Μπορεί να ’μαι μαυρισμένος, αλλά αυτό είναι κυρίως από την

αντανάκλαση στο χιόνι και δεν σημαίνει πολλά πράγματα, όπως λέει
πάντα κι ο Μπέρενς. Στην τελευταία γενική εξέταση είπε πως έξι μήνες
ακόμα θα κρατήσει σίγουρα».
«Έξι μήνες; Είσαι τρελός;» φώναξε ο Χανς Κάστορπ. Μόλις είχαν
καθίσει στο κίτρινο καμπριολέ που τους περίμενε στη λιθόστρωτη πλατεία μπροστά στο κτίριο του σταθμού –τίποτα παραπάνω από μια καλύβα– και καθώς οι δυο καφετήδες ξεκινούσαν, ο Χανς Κάστορπ στριφογύρισε αγανακτισμένος στα σκληρά μαξιλάρια. «Έξι μήνες; Μα είσαι
κιόλας έξι μήνες εδώ πάνω! Ποιος έχει τόσο χρόνο;»
«Ναι, ο χρόνος» είπε ο Γιοάχιμ και κατένευσε κάμποσες φορές ίσια
μπροστά του, χωρίς να ασχοληθεί με την ειλικρινή αγανάκτηση του
εξαδέλφου του. «Έχουν έναν τρόπο εδώ να διαχειρίζονται τον ανθρώπινο χρόνο – είναι απίστευτο. Γι’ αυτούς τρεις βδομάδες είναι σαν μια
μέρα. Θα δεις. Θα τα μάθεις όλα» είπε και πρόσθεσε: «Εδώ πάνω
αλλάζει κανείς αντιλήψεις».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Khaled Hosseini, «Χαρταετοί πάνω απ΄ τη πόλη» (μετφρ. Βαγγέλης Κατσάνης), εκδ. Ψυχογιός, 2005

 

Ο Αμίρ και Ο Χασσάν, δύο φίλοι από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις μεγαλώνουν στο Καμπούλ την δεκαετία του ’70. Ο Αμίρ ιός ενός ανωτέρου της μεσαίας τάξης Παστούν, αισθάνεται υπεύθυνος για τον θάνατο της μητέρας του, η οποία απεβίωσε κατά την γέννα. Ο Χασσάν ιός του υπηρέτη του σπιτιού Αλί, υπήκοοι της φυλής Χάζαροι (μίας περιθωριοποιημένης εθνικότητας), αρέσκεται στο να του διαβάζει ο φίλος του Αμίρ ιστορίες. Ο Χασσάν δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει είναι παρόλα αυτά όμως ένας ορθολογικός χαρακτήρας τον οποίο θαυμάζει ο Αμίρ. Οι δύο φίλοι απολαμβάνουν την ζωή τους στην αστική κοινωνία του Καμπούλ.

Μία μέρα ο γεροδεμένος Ασσέφ προσπαθεί να ξυλοκοπήσει τους δύο φίλους, αλλά ο Χασσάν καταφέρνει να διώξει τον Ασσέφ και τους φίλους του με μία σφεντόνα. Αργότερα την ίδια μέρα τα δύο αγόρια συμμετέχουν σε έναν διαγωνισμό με χαρταετούς ο οποίος δυστυχώς δεν λαμβάνει ευχάριστο τέλος. Ο Ασσέφ βρίσκει τον Χασσάν, τον ξυλοκοπεί και τον βιάζει. Ο Αμίρ ο οποίος παρακολουθεί κρυφά όλο το συμβάν αλλά είναι αρκετά άνανδρος ώστε να κάνει κάτι για αυτό, νιώθει τύψεις με αποτέλεσμα να προσπαθεί να απομακρύνει τον Χασσάν από την καθημερινότητά του. Από ντροπή για την πράξη του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον Χασσάν και του ρίχνει τις ευθύνες για μία πλασματική κλοπή, ώστε να διωχθεί από το σπίτι. Ο Χασσάν παρόλο που δεν πραγματοποίησε την κλοπή, την παραδέχεται και ο πατέρας του Αμίρ παραδόξως τον συγχωρεί. Από ντροπή ο πατέρας του Χασσάν παίρνει τον ιό του και φεύγει παρόλα αυτά από το σπίτι.

`

 

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Slawomir Mrozek (1930- 2013)«Ο κύκνος» (μτφρ. Νίκος Μπαλής)

Στο πάρκο ήτανε μια λίμνη. Στη λίμνη ζούσε ένας κύκνος. Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του πάρκου. Μια μέρα εξαφανίστηκε ο κύκνος. Τον κλέψανε κάτι αλήτες.

Ο Οργανισμός Δημόσιων Κήπων αγόρασε καινούριο κύκνο. Δημιουργήθηκε ειδική θέση φύλακα για να προστατεύει τον κύκνο, να μην έχει την τύχη του προκατόχου του.

Η θέση αυτή ανατέθηκε σ’ ένα γεράκο που ζούσε μονάχος κι έρημος χρόνια ολόκληρα. Όταν ανέλαβε αυτή τη δουλειά, είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα τα βράδια. Το πάρκο ήταν έρημο. Ενόσω περιπολούσε στη λίμνη, ο γέρος έριχνε μια ματιά στον κύκνο, αλλά μερικές φορές αφηνόταν να κοιτάζει τ’ αστέρια. Κρύωνε. Θα ήταν όμορφα, σκέφτηκε, να ρίξει μια ματιά στο μικρό εστιατόριο που είναι κοντά στο πάρκο. Άρχισε να βαδίζει προς τα κει αλλά θυμήθηκε τον κύκνο. Μπορεί να τον κλέβανε όσο θα έλειπε. Θα ’χανε τη δουλειά του. Έπρεπε να το ξεχάσει λοιπόν.

Αλλά το κρύο συνέχισε να τον περονιάζει, μεγαλώνοντας τη μοναξιά του. Στο τέλος αποφάσισε να πάει στο εστιατόριο και να πάρει μαζί του τον κύκνο. Ακόμα κι αν ερχόταν κανείς στο πάρκο, όσο θα λείπανε, για ν’ αναπνεύσει τον καθαρό αέρα στην ομορφιά της φύσης, δε θα πρόσεχε αμέσως την απουσία του κύκνου. Η νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια βέβαια, αλλά δεν είχε φεγγάρι. Και, το πιο σπουδαίο, θα γυρίζανε γρήγορα.

Φύγανε λοιπόν.

Στο εστιατόριο τους υποδέχτηκε ένα ανακουφιστικό κύμα ζεστού αέρα γεμάτο με γαργαλιστικές μυρωδιές από το μαγείρεμα των φαγητών. Ο γέρος έβαλε τον κύκνο να καθίσει απέναντι του στο τραπέζι και κάθισε κι αυτός. Έτσι μπορούσε να παρακολουθεί τον κύκνο, ενώ θα έτρωγε το φαγητό του. Για να ζεσταθεί, παράγγειλε κι ένα ποτηράκι βότκα.

Ενόσω έτρωγε μια μερίδα αρνίσιο κρέας, και το χαιρόταν μάλιστα πολύ, παρατήρησε ότι ο κύκνος τον κοίταζε με δυστυχισμένο ύφος. Ο γέρος λυπήθηκε το φτωχούλη κύκνο. Νιώθοντας την επιτιμητική ματιά του τού κόπηκε κάθε όρεξη για φαί. Έπειτα του ήρθε μια ιδέα. Φώναξε το σερβιτόρο και παράγγειλε ένα ψωμάκι και λίγη ζεστή μπίρα με ζάχαρη. Βούτηξε το ψωμάκι στη μπίρα και το ’δωσε στον κύκνο, που γρήγορα ξαναβρήκε τα κέφια του. Μετά το φαγητό, ικανοποιημένοι και ξανανιωμένοι, ξαναγύρισαν στο πόστο τους.

Το άλλο βράδυ έκανε περισσότερο κρύο. Τ’ αστέρια φαίνονταν ασυνήθιστα λαμπερά και ο γερο-φύλακας ένιωθε το κάθε αστέρι σαν παγωμένο καρφί μπηγμένο στη ζεστή αλλά μοναχική καρδιά του. Ωστόσο, αντιστάθηκε στον πειρασμό να ξαναπάει, γι’ άλλη μια φορά στo εστιατόριο.

Στο κέντρο της λίμνης φάνηκε ο κύκνος· τ’ άσπρα φτερά του άστραφταν κάτω απ’ το φως των αστεριών.

Η σκέψη ενός ζωντανού πλάσματος μέσα στο νερό, μια τέτοια παγωμένη νύχτα, έκανε το γέρο ν’ ανατριχιάσει.

Ο φτωχούλης κύκνος άξιζε καλύτερη τύχη. Ο γερο-φύλακας ήταν σίγουρος ότι ο κύκνος θα καλοδεχόταν λίγη ζεστασιά και κάμποσο φαγητό.

Τον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον κουβάλησε μαζί του στο εστιατόριο.

Άλλη μια νύχτα γεμάτη παγωνιά, κι ο γέρος να βασανίζεται απ’ τη θλίψη. Τούτη τη φορά το ’χε πάρει απόφαση να μην πάει στο εστιατόριο γιατί, την προηγούμενη νύχτα, αφότου γύρισαν, ο κύκνος χόρευε και τραγουδούσε πολύ παράξενα.

Κάθισε λοιπόν στην άκρη της λίμνης, στο άδειο παγωμένο πάρκο, και κοίταζε τον ουρανό. Ξαφνικά, ένιωσε να του τραβάνε το παντελόνι. Ήταν ο κύκνος που κάτι του ζητούσε. Πήγανε λοιπόν.

Ένα μήνα αργότερα, τόσο ο φύλακας όσο και ο κύκνος απολύθηκαν από τη δουλειά τους. Ο κύκνος: τον είδανε να κολυμπάει περίεργα στο νερό, ακόμα και τη μέρα. Μια μητέρα που είχε φέρει τα παιδάκια της στο πάρκο για να δουν τον κύκνο, παραπονέθηκε στις αρχές, από καθαρό ενδιαφέρον, βέβαια, για τη νεολαία.

Ακόμη και στην κατώτερη θέση, ο κάτοχός της πρέπει να έχει κάποιες ηθικές αρχές.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Kώστας Κουτσουρέλης, «Ο θρίαμβος της Κικής Δημουλά»

Ἡ ὁμιλία αὐτὴ ἐκφωνήθηκε στὶς 18. 6. 2016 στὴ Στοὰ τοῦ Βιβλίου σὲ ἐκδήλωση πρὸς τιμὴν τῆς Ποιήτριας διοργανωμένη ἀπὸ τὴν Πανελλήνια Ἕνωση Φιλολόγων. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Νέο Πλανόδιον, τχ. 3, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2015.

`

 

Στὴ Σαλονίκη
ξέρω κάποιονε
ποὺ μὲ διαβάζει·
κι ἕναν ἀκόμη
στὸ Μπὰντ Νάουχαϊμ.

Κι ἔτσι ἔχω ἤδη δυό.

Αὐτὰ ἔγραφε πολλὲς δεκαετίες πρὶν ἕνας σπουδαῖος ποιητὴς τῆς Μεσευρώπης, ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους γερμανόφωνους τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ὁ Γκύντερ Ἄιχ. Τίτλος τοῦ ποιήματός του: «Αἰσιοδοξία». Τίτλος εἰρωνικός, θὰ νόμιζε κανείς. Κι ὅμως, εἰρωνικὴ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς εἰρωνείας. Ὁ ποιητὴς δηλώνει εἰλικρινὰ αἰσιόδοξος, χαρούμενος γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες του, εὐτυχὴς ποὺ τοὺς ἔχει – κι ἃς εἶναι μόνο δυό. Τὸ ἄγχος τῆς μόνωσης ποὺ ἀπ’ τοὺς καιροὺς τοῦ Χαίλντερλιν φαρμακώνει τοὺς λυρικοὺς λάρυγγες ἀνὰ τὸν κόσμο, στὸν Ἄιχ λείπει ὁλότελα. Σὲ πεῖσμα τῶν «μικρόψυχων καιρῶν», λοιπόν, ὁ ποιητὴς αἰσιοδοξεῖ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Κωστής Παλαμάς, «Μουσική και Λογική στην ποίηση»

Το κείμενο «Μουσική και Λογική στην ποίηση» αποτελεί παρέμβαση του Κωστή Παλαμά σχετικά  με την «καθαρή ποίηση»  στο πλαίσιο της σχετικής διαμάχης  που προκάλεσε η ομιλία του αββά Μπρεμόν στη Γαλλική Ακαδημία στις 24 Οκτωβρίου του 1925. 

`

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

`

[…] Ο κ. Παράσχος πιστεύει αφορμή του ξεπεσμού της ποιητικής τέχνης στους αρχαίους καιρούς, ύστερ’ από την αφάνταστην ακμή της με τους Ομήρους, τους τραγικούς και τους λυρικούς της Αθήνας, της Στερεάς και της Ελλάδας των νησιών, καθώς μάλιστα φάνηκε στους Αλεξανδρινούς και στους ρωμαϊκούς καιρούς, την ανεπάρκειαν, καθώς την ονομάζει, του ποιητικού λόγου, μόλις χώρισε από τον ήχο το μουσικό. Αλλά τάχα ο αποχωρισμός αυτός δεν έχει και τα καλά του; Δεν είναι κάποιος χαλασμός που καθαρίζει το έδαφος και φέρνει αγάλια-αγάλια, προς την ποίηση των νεωτέρων καιρών, την ανεξάρτητη, την αυτόνομη, την ποίηση που μας έρχεται και μας εξελίσσεται με μια ψυχήν ασύγκριτη πνευματικής ομορφάδας, την ποίηση που διά τινας δεν είναι η μηλιατική Αφροδίτη, όμως είναι η φλωρεντινή Ζοκόντα, και αξίζει να της τονισθή ο ίδιος ύμνος που τόνισε στο βιβλίο του για την «Αναγέννηση» ο Βάλτερ Πάτερ [Walter Pater] προς το αριστούργημα του Λεονάρδου Νταβίντση; […]

Κ’ έτσι η ποιητική σχολή που φάνηκε στη Γαλλία από τα 1880 κ’ εκείθε, και που ένας από τους διδασκάλους της, έν’ από τα είδωλά της είναι ο Μπωντελαίρ, ο Συμβολισμός μ’ ένα λόγο, μπορεί, απλούστατα, να ορισθή ως μια κοινή, σε διάφορες οικογένειες ποιητών, όσο κι αν είναι μεταξύ τους άμοιαστες και αντίμαχες, ως μια κοινή πρόθεση να πάρη τα καλά της Μουσικής, να θησαυρίση από τη Μουσική. Και ο Βαλερύ με τη θύμηση των πρώτων νεαρών ημερών του που και αυτός ανήκε στη φάλαγγα του Συμβολισμού, μας εξομολογιέται: Είμαστε θρεμμένοι από μουσική. Τα φιλολογικά μυαλά μας δεν ωνειροπολούσαν παρά πώς να επιτύχουν από τη γλώσσα τα ίδια σχεδόν αποτελέσματα που οι καθαροί μουσικοί τόνοι προξενούσαν στα νεύρα μας. Κ’ έτσι εδώ αγαπούσαν το Βάγνερ κ’ εκεί το Σούμαν. Κ’ έτσι ο Βαλερύ σε σελίδες αξιοσπούδαστες πάντα για τη σοβαρότητα και τη λεπτότητα των συλλογισμών του, —μαθηματικός κι αυτός καθώς, νομίζω, χρημάτισε— αναλύει και παρουσιάζει στον πρόλογο του ποιήματος του φίλου του και μαθητή του Λουκιανού Φαβρ το πρόβλημα της καθαρής, της απόλυτης, καθώς θέλει, ποιητικής ομορφιάς. […]

Διαβάστε περισσότερα