Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Philippe Sabot, «Φιλοσοφία και Λογοτεχνία / Προσεγγίσεις και διακυβεύματα ενός ζητήματος» (Εισαγωγή- Μετάφραση- Σημειώσεις: Γιάννης Πρελορέντζος), εκδ. Gutenberg, 2017

 

[…] υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αυτονόητο ότι η αντίθεση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία υπάγεται και η ίδια σε αυτή τη διεργασία δια της οποίας η φιλοσοφία αυτοθεσπίζεται λησμονώντας αυτούς τους τρόπους [tropes] και αυτά τα λογοτεχνικά σχήματα που στοιχειώνουν ωστόσο τον λόγο της και αποτελούν την απόκρυφη καταγωγή των εννοιών της

[…] δεν είναι […] εδώ η τεχνητή σύνθεση δύο ετερογενών μορφών του λόγου τις οποίες θα ήταν δυνατό να χωρίσουμε και αποκαταστήσουμε στη συστατική καθαρότητά τους […] αλλά όντως η διεργασία των ίδιων των λογοτεχνικών κειμένων, καθόσον προσκαλούν να προβληματοποιήσουμε ό,τι γνωρίζουμε ή ό,τι πιστεύουμε πως γνωρίζουμε

[…] φαίνεται, […] σε ποιον βαθμό η συγκρότηση χωριστών σωμάτων κειμένων έχει ως σύστοιχό της μια ορισμένη επάλειψη της εργασίας των ίδιων των κειμένων, όπως η εργασία αυτή διαφαίνεται στην πολύπλοκη συναρμολόγησή τους, όπου μπορούν να αναμειγνύονται, σύμφωνα με πολυποίκιλες και κάθε φορά ενικές τροπικότητες, μια ορισμένη φιλοσοφική “διάσταση” και μια ορισμένη λογοτεχνική “διάσταση”

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θράσος Καστανάκης (1901-1967), «Εύρηκα»

 

Από τη συλλογή «Ο ομογενής Βλαδίμηρος» (1936).

 

Περπατούσε μοναχός του και πήγαινε κατά την παραλία, κάθε πρωινό, κατέβαινε διαγώνια κι όλο έσιαζε πάνω στους ώμους του ένα ζακέτο κουρελιάρικο. Απαράλλαχτα όπως ύστερις από μεγάλο ξενύχτι, ένας μεγάλος γλεντζές, σε μια μεγάλη πολιτεία και στην καρδιά του χειμώνα, έτσι με το ίδιο αυτό ύφος θα ‘σιαχνε το πλούσιο πανωφόρι του. Κι όπως σας το ‘λεγα, έσιαζε κι ο δικός μας οληνώρα το ζακέτο του και πήγαινε, μ’ ένα παραστρατισμένο βηματισμό αρκούδας, με κάτι παραπατήματα συγκρατητά, ξυπνούσε και πήγαινε κατά την παραλία του Ελληνικού*. Λίγο πριν από την Εκκλησία έκανε στάση, ανάμεσα σε κάτι μάντρες χαμηλές και μισόχτιστες, κοίταζε μπρος του, σα να τα ξέκρινε* για πρώτη φορά τα όσα αντίκριζε, τ’ άνοιγε κι άλλο τα σκέλια του, και στεκόταν έτσι ολόρθος, μα όπως είναι οι άλλοι άνθρωποι άμα κάθονται. Όπως είναι και τ’ αλόγατα άμα κοιμούνται ολόρθα. Εκεί έβγαζε από την τσέπη ένα λαθραίο καπνό, και πάλι ξεκινούσε σε λίγο, με το τσιγάρο στο στόμα, δίχως να τ’ ανάβει, και προχωρούσε κατά την παραλία, όπου δεν έφτανε ποτές του, γιατί δεν του έτυχε ακόμη να ‘χει δουλειά ως εκεί κάτω. Δρασκέλιζε τις πέτρες στα δεξιά κι άραζε πάνω από το πηγάδι που ανοίγαν κάτι δικοί του, βοηθοί του από το Χασάνι*, στ’ αγρόχτημα του Χαριτάκη. Έκανε πως τους κοίταζε. Τους έλεγε μια κουβέντα τούρκικα και στηριζότανε στο μαγκάνι να τους βλέπει καλύτερα που βγάζαν τα μπάζα. Ακόμη βρισκότανε στην αρχή, μόλις πέντε μέτρα βάθος, δυο φουρνέλα μια δουλειά. Το τελευταίο το ρίξανε χτες. Για τούτο τον περίμεναν το Χατζή, να καταλαγιάσει, να τις ξαφρίσει τις πρωινές του γρουσουζιές και να το πει στο πόσα θα βρίσκαν το νερό. Το ‘ξερε πως τον περίμεναν. Έγειρε, έθριψε μια χούφτα μπάζα, μια δεύτερη χούφτα, την έθριψε, την ανέβασε ίσαμε τ’ ολόζαρο αλκοολικό του μούτρο, την οσμίστηκε, και κατόπι:

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Franz Kafka, «Ένας Καλλιτέχνης της Πείνας / Και άλλες δύο αποδιδαχές» (μετάφραση-επίμετρο: Θοδωρής Τσομίδης), εκδ. Gutenberg, 2022

Το ενδιαφέρον γιὰ τοὺς καλλιτέχνες τῆς πείνας ἔχει μειωθεῖ σημαντικὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες. ᾽Ενῶ παλιότερα ὁ καθένας μποροῦσε νὰ διοργανώσει μεγαλειώδεις καὶ ἐξαιρετικὰ ἐπικερδεῖς παραστάσεις τέτοιου εἴδους, στὶς μέρες μας κάτι τέτοιο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. ῏Ηταν ἄλλες ἐποχές. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ὁλόκληρη ἡ πόλη ἀσχολοῦνταν μὲ τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας. Κάθε μέρα ποὺ ὁ καλλιτέχνης ἄντεχε χωρὶς τροϕή, ἡ συμμετοχὴ τοῦ κόσμου μεγάλωνε. Οἱ κάτοικοι ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν καλλιτέχνη τουλάχιστον μία ϕορὰ τὴν ἡμέρα. Καὶ καθὼς οἱ μέρες περνοῦσαν, ὑπῆρχαν θεατὲς ποὺ κάθονταν ὁλόκληρη τὴ μέρα μπροστὰ στὰ κάγκελα τοῦ μικροσκοπικοῦ κλουβιοῦ. Θεατὲς κατέϕθαναν ἀκόμα καὶ μέσα στὴ νύχτα τυλιγμένοι στὸ ϕῶς τῶν πυρσῶν, γεγονὸς ποὺ δημιουργοῦσε μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἀτμόσϕαιρα. Τὰ παιδιὰ ἔρχονταν νὰ δοῦν τὸν καλλιτέχνη κυρίως ὅποτε εἶχε λιακάδα καὶ τὸ κλουβὶ τοποθετοῦνταν ἔξω. ᾽Ενῶ γιὰ τοὺς ἐνήλικες συχνὰ τὸ δρώμενο δὲν ἦταν παρὰ ἕνα παιχνίδι στὸ ὁποῖο συμμετεῖχαν μὲ μισὴ καρδιὰ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἦταν τῆς μόδας, τὰ παιδιὰ πλησίαζαν τὸ κλουβὶ κρατώντας τὸ ἕνα τὸ χέρι τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ νιώθουν ἀσϕάλεια καὶ μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ παρακολουθοῦσαν ἐκστασιασμένα τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας, χλομό, ντυμένον μὲ μιὰ μαύρη ϕανέλα μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία πρόβαλλαν ἔντονα τὰ ἀποστεωμένα του πλευρά, νὰ κάθεται σ ᾽ἕναν σωρὸ ἀπὸ ἄχυρα περιϕρονώντας ἐπιδεικτικὰ μιὰν ἄνετη πολυθρόνα, τὴ μιὰ στιγμὴ νὰ γνέϕει ϕιλικὰ πρὸς τὸ κοινό, νὰ ἀποκρίνεται στὶς ἐρωτήσεις του μὲ ἕνα κουρασμένο χαμόγελο, νὰ ἁπλώνει μάλιστα τὸ χέρι ἀνάμεσα στὰ κάγκελα προκειμένου νὰ ἐπιτρέψει στὰ παιδιὰ νὰ ψηλαϕήσουν τὸ λιπόσαρκο κορμί του, τὴν ἄλλη στιγμὴ ὅμως νὰ βυθίζεται ὁλοκληρωτικὰ στὶς σκέψεις του, νὰ μὴ δίνει σημασία σὲ τίποτα καὶ σὲ κανέναν, οὔτε κὰν στὸν χτύπο τοῦ ρολογιοῦ ποὺ ἦταν καὶ ἡ μοναδικὴ διακόσμηση τοῦ κλουβιοῦ, καὶ νὰ κοιτᾶ μὲ μισόκλειστα μάτια καὶ βλέμμα ἀπλανὲς τὸ κενό, ρουϕώντας πότε πότε μιὰ στάλα νερὸ ἀπὸ ἕνα μικροσκοπικὸ κανάτι γιὰ νὰ δροσίσει τὰ χείλη του. ᾽Εκτὸς ἀπὸ τοὺς θεατὲς ποὺ πήγαιναν κι ἔρχονταν, τὸ κοινὸ εἶχε ἐπίσης ὁρίσει μόνιμους ϕύλακες, ποὺ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἦταν συνήθως χασάπη[1]δες στὸ ἐπάγγελμα καὶ οἱ ὁποῖοι καθῆκον τους εἶχαν νὰ ἐπιτηροῦν σὲ ὁμάδες τῶν τριῶν τὸν καλλιτέχνη τῆς πείνας μέρα καὶ νύχτα μὴ τυχὸν καὶ καταϕέρει μὲ κάποιον τρόπο καὶ τσιμπήσει στὰ κρυϕὰ λίγη τροϕή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908 – 1993), «Αρχείον», Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1991

(Φάκελος οκτώ: Ορφάνια, παιχνίδια και παραμυθία εκκλησιαστική)

Αφήγηση για μια μάνα που ορφάνεψε, χάνοντας προ ετών το σύζυγο…

Κάθεται δίπλα στο φθαρμένο μπαούλο των αναμνήσεων και σκέπτεται. Ήπιε τον καφέ και το μισό ποτήρι του νερού. Μαζί με τη λεμονόκουπα που έστιψε, σταλάζοντας λίγο χυμό στο υγρό που την ξεδίψασε, τοποθετημένα στο μικρό δισκάκι, αφήκε τα τρία πράγματα της ξεκούρασης από τον καθημερινό μόχθο, απάνω στο ξεκλείδωτο παλιό σεντούκι, δίπλα στο καμωμένο από τον κάλυκα του βλήματος που της στέρησε τον σύντροφο, ανθοδοχείο με αμάραντα ξηρανθή.

Όλα αυτά τα αντικείμενα μετατοπίζονται την ώρα που το παιδί επιστρέφει από το σκολειό. Τότε το σκέπασμα του μπαούλου ανοίγει και η μάνα, έχοντας το παιδί πάνω στα γόνατα, αρχινά να του λέει ιστορίες διάφορες, που αποτελούν έναν διαφορετικό τρόπο αγωγής, από την σχολική παιδεία. Καταρχήν ένα φιλάκι για το καλωσόρισμα. Οι ερωτήσεις για το πώς τα πήγε με το δάσκαλο. Μετά η πρώτη αφορμή χαδιών, μ’ ένα παιχνιδάκι ερωταποκρίσεων: — «Πήγες στο κυνήγι;» — «Σκότωσες λαγό;» — «Τι τον έκαμες;» — «Πού τον έβανες;». Εν συνεχεία η προσπάθεια να ανοιχτεί το ερμάρι των δύο σφιχτά κλεισμένων παλαμών του παιδιού, ώστε να βρούνε μέσα την επαλήθευση των λεγομένων. Το λαγό καλομαγειρεμένο, στιφάδο. Σπάνει το πρώτο κλειδί: «τσακ». Τοιμάζει ο χαλκιάς ένα δεύτερο. Μ’ αυτό ανοίγει η ντουλάπα, αλλά δε βρίσκουν μέσα τίποτα. Το παιχνίδι συνεχίζεται με σειρά αλλεπάλληλων ερωτήσεων περί του τι έγινε ο μεγαλύτερος λαγός. Απάντηση πρώτη: — «Τον έφαγε η γάτα». Μετά ότι την γάτα, που ήταν πάνω στα κεραμίδια, την πήρε το ποτάμι προκαλώντας βλάβες σ’ όλο το σπίτι. Όσον αφορά την αγελάδα που ρούφηξε το ποτάμι, παρέχεται εν συνεχεία η πληροφορία ότι την έσφαξε ο χασάπης και ότι ο χασάπης πέθανε και βγάλανε το ξόδι του, από της Καλαμαριάς την πόρτα. Λέγοντας τα στερνά αυτά λόγια, η μάνα γαργαλάει το μικρό παιδί στο λαιμάκο του, λέγοντας: «Πράσα μ’ γένεια και μουστάκια» και το παιδί αναταράζεται ολόκληρο, καταλήγοντας από τα ζηλότυπα γελάκια στα δάκρυα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Niall Williams (1958), «Αυτό είναι ευτυχία» (μτφρ. Κίκα Κραμβουσάνου), εκδ. Δώμα, 2021

«Ο Κρίστυ κατάφερε να δραπετεύσει με δυο μπουκάλια μπίρα και πήγε κι έκατσε σ’ ένα τραπέζι.
Από κει και πέρα θολούρα.
Ξέρω πως το πρώτο μπουκάλι δεν το ήπια. Το δικό του εξαφανίστηκε σε δευτερόλεπτα και, αφήνοντάς με να κοιτάζω το δικό μου, πήγε στο μπαρ και επέστρεψε με άλλα δύο. Σίγουρα ακολούθησαν δύο ακόμα. Είχα τώρα μπροστά μου τρία μπουκάλια να με περιμένουν, και πριν από τα δύο που ήρθαν αργότερα, είχα μάλλον αρχίσει όχι να ρουφάω, όχι, απλώς ίσα που ακουμπούσα τα χείλη μου στο στόμιο του μπουκαλιού φιλώντας το και γλείφοντας κάτι που μου φαινόταν σαν ξερατό, αλλά μετά τα οξέα και τα ένζυμα έκαναν τα κόλπα τους, το στομάχι μου προσαρμόστηκε, και τα δύο μπουκάλια δεν ήταν πια τόσο απαίσια.
Με τα επόμενα δύο, ο Κρίστυ άρχισε να τραγουδάει.
Το Κρέιβενς, βέβαια, δεν ήταν χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις και, τη στιγμή που σηκώθηκε και ύψωσε τη φωνή του, το τραγούδι ήταν ήδη πέρα από τη σφαίρα της αφήγησης, πέρα από τη σφαίρα του κουτσομπολιού, είχε υπερβεί τα όρια της βραδιάς και είχε εγχαραχτεί στη μυθολογία της Φάχα, όχι απλώς επειδή πήγαινε κόντρα στις διδαχές της Εκκλησίας και τις συνήθειες της Εβδομάδας των Παθών, όχι απλώς επειδή έκανε άνω-κάτω ό,τι θεωρούνταν ευπρέπεια σ’ εκείνο το μέρος (κάθε χώρος είχε τους κανόνες του και για το Κρέιβενς ο κανόνας ήταν ότι επρόκειτο για χώρο απελπισίας, ήταν το μέρος όπου δεν είχες πιο χαμηλά να πέσεις, εκεί που μπορούσες ν’ αγκυροβολήσεις στο σκοτάδι και να αράξεις και, επειδή το ίδιο ακριβώς έκαναν και όλοι όσοι ήταν δίπλα σου, δεν ήσουν αναγκασμένος να αναγνωρίσεις πόσο χαμηλά είχες βρεθεί)· όχι, όχι απλώς επειδή παραβίαζε έναν παλιό άγραφο κανόνα, ότι εδώ μέσα δεν τραγουδάμε, αλλά λόγω του τρόπου του τραγουδιού.

Διαβάστε περισσότερα