Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Immanuel Kant, «Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου» (Μετάφραση: Χάρης Τασάκος), εκδ. Printa, Αθήνα 2001

Η ευφυΐα είναι υπέροχη, το ευφυολόγημα είναι ωραίο. Η τόλμη είναι μεγάλη και υπέροχη, η πανουργία είναι ελάσσων αλλά ωραία. Η συνεση, έλεγε ο Cromwell, είναι ηγετική αρετή. Η φιλαλήθεια και η χρηστότητα είναι απλές και ευγενείς, η σκωπτικότητα και η διακριτική κολακεία είναι εκλεπτυσμένες και ωραίες. Η ευπροσηγορία είναι η ομορφιά της αρετής. Στο μέτρο που είναι ανιδιοτελής, η υπηρετικότητα είναι ευγενής. Η ευπρέπεια και η κοσμιότητα είναι ωραίες. Οι υπέροχες ιδιότητες εμπνέουν το σεβασμό, οι ωραίες ιδιότητες τη συμπάθεια. Αυτοί που επιποθούν κυρίως το ωραίο δεν συγχρωτίζονται κατά κανόνα παρά μόνο με εύχαρεις, προσηνείς και ευπρεπείς εταίρους, περιμένοντας να βρεθούν σε δυσχερή θέση για ν’ αρχίσουν να αναζητούν ειλικρινείς, σοβαρούς και σταθερούς φίλους. Από την άλλη, η μεγάλη εκτίμηση και ο θαυμασμός καθιστούν αδύνατη την οικειότητα. Όσοι συγκεράζουν τα δύο είδη αισθημάτων διαπιστώνουν ότι η συγκίνηση του υπέροχου είναι πιο έντονη απ’ αυτήν του ωραίου, αλλά στο βαθμό που δεν εναλλάσσεται με την τελευταία ή δεν τη συνοδεύει, εξαντλείται και δεν μπορεί να παραταθεί επί μακρόν.

Τα υψηλά αισθήματα, που εγγίζει συχνά ο διάλογος σε μια εύρωστη κοινωνία, πρέπει να γίνονται ενίοτε αντικείμενα αστεϊσμού και, χάρη στην αντίθεση των εΰθυμων και χαμογελαστών προσώπων με τα σοβαρά και συνοφρυωμένα, αυτά τα δυο αισθήματα να εναλλάσσονται με ευκολία. Η φιλία έχει κατεξοχήν το χαρακτήρα του υπέροχου, ο έρωτάς αυτόν του ωραίου. Ωστόσο, η τρυφερότητα και η βαθιά εκτίμηση προσδίδουν στον τελευταίο μια ορισμένη αξιοπρέπεια και υπεροχή, ενώ η οικειότητα και τα καμώματα εξαίρουν σ’ αυτόν τους χρωματισμούς του ωραίου. Η τραγωδία εγείρει το αίσθημα του υπέροχου, η κωμωδία εγείρει το αίσθημα του ωραίου, Η τραγωδία μάς περιγράφει πράξεις αυτοθυσίας, γενναιότητας και ευορκίας. Η αγάπη εδώ είναι μελαγχολική, τρυφερή και γεμάτη σεβασμό. Η δυστυχία του άλλου γεμίζει την ψυχή του θεατή με συμπάθεια και ευψυχία, και αυτός αναγνωρίζει μέσα στην απαλή συγκίνηση που τον περιβάλλει τη μεγαλοσύνη της δικής του ύπαρξης. Η κωμωδία, αντίθετα, αποτελεί μια διασκεδαστική αναστάτωση, όπου οι επιτήδειοι βρίσκουν τρόπο να ξεγλιστρήσουν και οι ανόητοι πέφτουν θύματα της αδεξιότητάς τους, όπου οι μεν σκαρώνουν φάρσες και οι δε προκαλούν τη θυμηδία, μέσα σε μια απολαυστική σύγχυση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Jean François Lyotard, «Απάντηση στο ερώτημα: “Τι είναι μεταμοντέρνο”» (Απόδοση στην ελληνική: Φώτης Βασινιώτης)

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ με τον οποίο βρίσκονται σ’ επαφή οι μηχανικές και
βιομηχανικές τέχνες με τις καλές τέχνες και τη λογοτεχνία και την οποία μόλις υποδείξαμε
είναι βέβαια ενεαυτή συνεπής· παρόλα αυτά παραμένει πολύ κοινωνιολογίζουσα και
ιστοριογραφίζουσα, δηλαδή μονόπλευρη. Μολονότι ο Αντόρνο και ο Μπένγιαμιν φαίνεται
να διστάζουν απέναντι σ’ αυτή την ερώτηση, πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η επιστήμη
και η βιομηχανία δεν είναι λιγότερο άτρωτες από την υποψία που πέφτει πάνω στην
πραγματικότητα απ’ ό,τι η τέχνη και η γραφή. Το να υποθέσουμε το αντίθετο, θα σήμαινε
να θρέψουμε μια πολύ ουμανιστική αντίληψη για το μεφιστοφελικό λειτουργισμό της
επιστήμης και της τεχνολογίας. Δεν μπορούμε, βέβαια, ν’ αρνηθούμε πως η αποκαλούμενη
τεχνο-επιστήμη σήμερα κυριαρχεί, πράγμα που σημαίνει ότι επακολουθεί μια μαζικής
κλίμακας υπαγωγή γνωστικών δηλώσεων στο στόχο μιας μέγιστης αποδοτικότητας, η
οποία κι αποτελεί κριτήριο του τεχνικού στοιχείου. Όμως το μηχανικό και το βιομηχανικό
στοιχείο αποτελούν, ιδίως όταν κάνουν την είσοδο τους στο πεδίο το οποίο
επιφυλασσόταν παραδοσιακά για τον καλλιτέχνη, φορείς κάτι τελείως διαφορετικού από
σκέτα αποτελέσματα εξουσίας. Διότι αντικείμενα και τρόποι σκέψης που προκύπτουν από
την επιστημονική γνώση και την καπιταλιστική οικονομία, διαδίδουν αδιάλειπτα έναν από
τους κανόνες στους οποίους χρωστούν τη δυνατότητα τους, ο οποίος λέγει ότι δεν υπάρχει
καμμιά πραγματικότητα εκτός από αυτήν που συνομολογείται μεταξύ συνεταίρων, υπό τη
μορφή μιας συναινέσεως όσον αφορά γνώσεις και υποχρεώσεις. Αυτός ο κανόνας δεν
είναι μικρής εμβέλειας. Είναι το ίχνος το οποίο άφησε πίσω της, στην πολιτική του λογίου
και του διαχειριστή κεφαλαίου, ένα είδος φυγής της πραγματικότητας από τις
μεταφυσικές, θρησκευτικές και πολιτικές βεβαιότητες, τις οποίες το πνεύμα φανταζόταν
ότι είχε υπό την κατοχή του.
Αυτή η υποχώρηση είναι ουσιώδης για τη δυνατότητα γέννησης της επιστήμης και του
καπιταλισμού. Όχι φυσική πλέον δίχως δυσπιστία για την αριστοτελική θεωρία κινήσεως,
όχι βιομηχανία δίχως απόκρουση του Κορπορατισμού, του Μερκαντιλισμού και της
Φυσιοκρατίας. Με τη σύγχρονη επιστήμη συμβαδίζει, με όποιο τρόπο κι αν τη
χρονολογήσουμε, ένας κλονισμός της πίστης και τρόπον τινά, ως επακόλουθο της
ανακάλυψης άλλων πραγματικοτήτων, η ανακάλυψη πόσο λίγο πραγματική είναι η
πραγματικότητα.
Τι σημαίνει αυτή η «ελάττωση» («φθίση») της πραγματικότητας, αν προσπαθήσουμε να
την αποχωρήσουμε από μια μόνο ιστορικιστική ερμηνεία; Η έκφραση αυτή είναι φανερό
ότι συγγενεύει μ’ αυτό που ο Νίτσε ονόμασε Μηδενισμό. Μια μετατροπή εντούτοις αυτής
της κίνησης, η οποία προηγείται της προοπτικής του Νίτσε, παρατηρώ στο καντιανό θέμα
του υψηλού. Ειδικότερα, μου φαίνεται πως η μοντέρνα τέχνη (συμπεριλαμβανομένης της
λογοτεχνίας) βρίσκει στην αισθητική του υψηλού την κινούσα δύναμη της και η λογική
των πρωτοπορειών τ’ αξιώματα της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Χρήστος Θ. Παπαδημητρίου, «Το τέλος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ – Απόδραση από τη ναζιστική Γερμανία», εκδ. Ιωλκός, 2008

Ιανουάριος 1939. Καθώς η Ευρώπη ετοιμάζεται να βυθιστεί στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ένας καταδικασμένος έρωτας έρχεται στο φως, γεννημένος από την ερμηνεία των «Βρανδεμβούργιων κονσέρτων» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Υπό την αδιάκοπη απειλή της Γκεστάπο, δυο άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν κατά την πιο αιμοβόρα περίοδο της Ιστορίας. Ακόμη όμως και μέσα στο σκοτάδι η μαγεία της μουσικής δε σταματά. Το υπέρτατο νόημα της δημιουργίας του μεγάλου κάντορα της Λειψίας αποκαλύπτεται στην πιο απρόσμενη στιγμή, χρωματίζοντας ανεξίτηλα την προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών. Από το Φράιμπουργκ και τις πλαγιές του Μέλανος Δρυμού ως τις ακτές της Νορμανδίας και το Λονδίνο, το ιστορικό μυθιστόρημα «Το τέλος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ», του Χρήστου Παπαδημητρίου, παρακολουθεί με ακρίβεια τις πολεμικές εξελίξεις και πέρα από μια συναρπαστική ερωτική ιστορία προσφέρει μια αναπάντεχη ερμηνεία στο ημιτελές τελευταίο έργο και στο θάνατο του μεγαλύτερου ίσως μουσικού που έζησε ποτέ, του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. 

`

ΦΡΑΪΜΠΟΥΡΓΚ ΣΤΟ ΜΠΡΑΪΣΓΚΑΟΥ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1939 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ]

 

Ο ιδρώτας άρχισε και πάλι να τρέχει από το μέτωπό του. Η αίθουσα είχε γεμίσει ασφυκτικά και η ατμόσφαιρα τον έπνιγε. Οι πολυέλαιοι έκαιγαν σαν φωτιά. Σηκώθηκε απότομα, καθώς ανέβηκε στη σκηνή ο διευθυντής της ορχήστρας. Με αριστοτεχνική δεξιότητα κατάφερε να γλιστρήσει το μαντίλι του ανάμεσα στα δάχτυλά του και το βιολί, σκουπίζοντας τις σταγόνες του ιδρώτα. Ήταν ήδη πέντε μήνες που έπαιζε στη Φιλαρμονική της Ζυρίχης και ακόμη δεν είχε ξεπεράσει το στρες. Εκδηλωνόταν με κύματα ιδρώτα πριν την έναρξη της συναυλίας. Δεν τον ενοχλούσαν οι σταγόνες στο πρόσωπό του, αλλά εκείνες που φαίνονταν να τυλίγουν τις άκρες των δακτύλων και να ακουμπούν στις χορδές. Είχε μια ανεξήγητη φοβία πως οι νότες αλλοιώνονταν τόσο από την υγρασία, που του φαινόταν πως έπαιζε λάθος δίεση. Ο μαέστρος Έρικ Ρόμπερτς έκανε μία από τις παροιμιώδεις του βαθιές θεατρικές υποκλίσεις και περίμενε να σιγήσει το αφηνιασμένο χειροκρότημα του κοινού. Το πρόγραμμα ήταν όπως πάντα προσωπική του επιλογή και ανακοινώθηκε μόλις την παραμονή της πολυαναμενόμενης συναυλίας. Δεν ήταν Βάγκνερ (Wagner), όπως πολλοί περίμεναν και απαιτούσαν. Τον αγαπούσε βέβαια πολύ, αλλά απεχθανόταν τη λατρεία των ναζί στο πρόσωπό του. Είχε παρακολουθήσει ο ίδιος πρόσφατα τη Φιλαρμονική του Βερολίνου να παίζει τον «Τριστάνο» και είχε την ατυχία εκείνη τη βραδιά να παρευρίσκεται εκεί ο καγκελάριος Χίτλερ. Καθόταν μάλιστα λίγα καθίσματα δεξιά του, μαζί με την κουστωδία του. Όταν η συναυλία τελείωσε, ο καγκελάριος ξέσπασε σε επευφημίες και χειροκροτήματα, και το κοινό, αφού για λίγο χειροκρότησε τόσο δυνατά που ο μαέστρος φοβήθηκε ότι θα σπάσουν τα κρύσταλλα των παραθύρων από το θόρυβο, αμέσως άρχισε να ουρλιάζει: «Χάιλ Χίτλερ!». Ήταν η χειρότερη εμπειρία της ζωής του. Η βεβήλωση της Μουσικής από την πολιτική, η στυγνή εκμετάλλευση της τέχνης από το ναζιστικό καθεστώς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γεωργίος Σαλακίδης & Börte Sagaster , «Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκικής Λογοτεχνίας», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου, 2019 (γράφει ο Γιώργος Β. Μιχαλακόπουλος)

ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

`

Το βιβλίο Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκικής Λογοτεχνίας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου, 2019) των Γεωργίου Σαλακίδη και της Börte Sagaster αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη παρόμοια επιστημονική έρευνα και παρουσίαση που έχει γίνει στην ελληνόφωνη εργογραφία σχετικά με την Τουρκική Λογοτεχνία. Δηλαδή για ένα βιβλίο που να παρουσιάζει τον τρόπο που αυτή εμφανίσθηκε στις τελευταίες δεκαετίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το πλαίσιο στο οποίο αγωνίστηκε και σχηματοποιήθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες της Τουρκικής Δημοκρατίας και τελικά το πώς άρχισε να μορφοποιείται από την δεκαετία 1970 έως και σήμερα. Το παρόν έργο, με άλλα λόγια, εξετάζει —καλύπτοντας και αποκαλύπτοντας— το συνολικό εύρος του χώρου εξέλιξης της ίδιας της Τουρκικής Λογοτεχνίας: ξεκινώντας, με εύληπτο και συνοπτικό τρόπο, από την παρουσίαση των πρώτων «πειραματικών» προσπαθειών στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, συνεχίζει με το πέρασμα στον «κοινωνικό ρεαλισμό» και από εκεί περνά στη διαφοροποίηση, στη διεύρυνση και τέλος στη «φιλελευθεροποίηση». Και μέσα από αυτό το ταξίδι της γέννησης και της ανάπτυξης της Τουρκικής Λογοτεχνίας ξεδιπλώνεται παράλληλα όλο το πολιτικό-κοινωνικό σκηνικό που επηρέασε και επέδρασε όχι μόνο στην ίδια τη Λογοτεχνία αλλά σχεδίασε από την αρχή ένα ολόκληρο κράτος και καθόρισε έτσι το μέλλον ενός ολόκληρου λαού. Κάθε περίοδος Τουρκικής Ιστορίας αποτελεί ταυτόχρονα και ένα κεφάλαιο στο χώρο των Γραμμάτων της Τουρκίας. Έτσι, από το Τανζιμάτ και την εθνική αφύπνιση, περνά κανείς στο κοινωνικό και «λαϊκό» επίπεδο και από εκεί στη νεοτερικότητα και στο μεταμοντέρνο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Victor Serge (1890-1947), «Αναμνήσεις ενός επαναστάτη» (μετφρ. Ρεβέκκα Πέσσαχ), εκδ. Scripta 2008

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

`

[Οι απέξω βρίσκονταν στο πιο ακραίο, στο πιο σκοτεινό, στο πιο οδυνηρό σημείο της ήττας. Ίσως ήμουν ο μόνος που το ήξερα μέσα στη φυλακή, καθώς δεν συνάντησα κανέναν που να το αισθάνθηκε ξεκάθαρα. Ήταν αλήθεια ωστόσο, και αυτός ο οποίος, μόνος, αποκτά συνείδηση μιας τέτοιος αλήθειας, αποκτά συνείδηση και για τις άλλες. Το «πρώτο πρόσωπο» που χρησιμοποιώ μου προξενεί απέχθεια ως μάταιη αυτεπιβεβαίωση, καθώς εμπεριέχει ένα μεγάλο μέρος ψευδαίσθησης και ματαιοδοξίας ή αλαζονικής αδικίας. Κάθε φορά που είναι αυτό δυνατόν, δηλαδή που μπορώ να μην αισθάνομαι απομονωμένος, που η εμπειρία μου φωτίζει από κάποια πλευρά την εμπειρία των ανθρώπων με τους οποίους αισθάνομαι συνδεδεμένος, προτιμώ να χρησιμοποιώ το «πρώτο πληθυντικό», που είναι περισσότερο γενικό και πιο αληθινό. Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου. Και αυτός που μιλάει, αυτός που γράφει είναι στην ουσία ο άνθρωπος που μιλάει για όλους αυτούς που δεν έχουν φωνή. Μόνον, που ο καθένας από μας οφείλει να τακτοποιήσει το δικό του πρόβλημα. Έβλεπα αρκετά καθαρά το πρόβλημα της ήττας του αναρχισμού, καθαρά στο βάθος το πρόβλημα των ατομικιστικών εκτροπών, δεν έβλεπα όμως τη διέξοδο.]

 

Η φυλακή με επιβάρυνε με μια τόσο δυσάρεστη και τόσο δυσβάσταχτη εμπειρία, ώστε πολύ καιρό μετά, όταν ξανάρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο -ένα μυθιστόρημα-, χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να απελευθερωθώ απ’ αυτόν τον εσωτερικό εφιάλτη και να εκπληρώσω ένα καθήκον απέναντι σ’ όλους αυτούς που δεν θα απελευθερωθούν ποτέ (Οι άνθρωποι στη φυλακή). Είναι αρκετά γνωστό στη Γαλλία και στις ισπανόφωνες χώρες. Ήμασταν στη φυλακή, όπου πέρασα το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τριακόσιοι έως τετρακόσιοι βασανισμένοι, οι περισσότεροι εκτίοντας μεγάλες ποινές, από οκτώ χρόνια έως και ισόβια. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους συνάντησα, όπως και παντού αλλού, τόσο αδύναμα κα ανήθικα καθάρματα, ανθρωπάκια, όσο και αξιοπρόσεκτους ανθρώπους που έφεραν μέσα τους μια θεϊκή σπίθα. Γενικά (με ελάχιστες εξαιρέσεις), οι δεσμοφύλακες, βαθμοφόροι ή όχι ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο, εντελώς εγκληματικοί με τον τρόπο τους, με εξασφαλισμένη ατιμωρησία και σύνταξη στο τέλος μιας ακατονόμαστης ζωής. Υπήρχαν εκεί μέσα σαδιστές, υποκριτικά άτεγκτοι, ηλίθιοι, κομπιναδόροι, κλεφτρόνια και κλέφτες. Υπήρχαν ακόμη κάποιοι που ήταν καλοί και ακόμη και έξυπνοι, πράγμα απίστευτο. Η ίδια η γαλλική φυλακή που λειτουργούσε με παμπάλαιους κανονισμούς, δεν ήταν παρά μια παράλογη μηχανή που συνέθλιβε ανθρώπους. Ζούσαμε μέσα σε ένα είδος μηχανιστικής τρέλας.

Διαβάστε περισσότερα