Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν 2021: 4+1 κινηματογραφικές ταινίες (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Don’t look up (Adam McKay, 2021)

Πρόκειται, ενδεχομένως, για το φιλμ της χρονιάς. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο υπέροχος Leonardo DiCaprio και η πολύ καλή Jennifer Lawrence υποδύονται δύο αστρονόμους. Οι επιστήμονες προσπαθούν να προειδοποιήσουν την αμερικανική κυβέρνηση και τον κόσμο για έναν μετεωρίτη που βρίσκεται σε τροχιά πρόσκρουσης με τη γη, και ο οποίος θα αφανίσει τη ζωή στον πλανήτη. Μπορεί το σενάριο εκ πρώτης ακροάσεως να μην εντυπωσιάζει, όμως το οικοδόμημα που χτίζεται επ’ αυτού ξεπερνά τις προσδοκίες και του πιο καλοπροαίρετου θεατή. Η επιστημονική αλήθεια, το πολιτικό κόστος, η διαφθορά στην επιστήμη και την πολιτική, η αναισθησία της ευμάρειας, το σημαντικό και το ασήμαντο, η συμπεριφορά του χαύνου πλήθους, η συνωμοσιολογία, η ξιπασιά του μεγάλου πλούτου τίθενται σε αντικειμενοφόρο πλάκα επί μικροσκοπίου. Το σπουδαιότερο: όλα τούτα εξετάζονται με τη δέουσα σοβαρότητα στο πλαίσιο ενός ανάλαφρου κλίματος, καμωμένου από το εύστοχο χιούμορ της καυστικής σάτιρας, η οποία αποσκοπεί στην κινητοποίηση του θεατή, αλλά όχι στο βασανισμό του. Ο τρόπος που ο Mark Rylance αποδίδει το δισεκατομμυριούχο μεγιστάνα ο οποίος παίρνει δια της επιρροής του τις τύχες του κόσμου στα χέρια του είναι καταπληκτικός: η στάση του σώματος, η χροιά της φωνής, τα βλέμματα και τα καμώματά του βρίθουν νοήματος. Η έβδομη τέχνη σε μεγάλα κέφια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θοδωρής Γκόνης, «Με τα φαγωμένα παπούτσια»

Γκόνης, Θ. (2017). Εφτά λευκά πουκάμισα. Διηγήματα, Αθήνα: Άγρα

Όταν θέλεις να φύγεις, να ταξιδέψεις, δεν κρατιέσαι, δεν κλειδώνεσαι όσο κι αν σου κρύβουν τα κλειδιά, όσο κι αν σε περιορίζουν, βρίσκεις το παλιό μακρυμούρικο λεωφορείο που έχει φάει τα παπούτσια του στη διαδρομή Τρίπολη-Άργος, ξεχασμένο σε ένα οικόπεδο να σαπίζει, χτενίζεσαι, στολίζεσαι στους σπασμένους καθρέφτες του, παίρνεις στα χέρια σου το σκουριασμένο τιμόνι, πετάς στην τσάντα ένα ζευγάρι φτερά μαζί με ένα πορτοκάλι και ανοίγεσαι στους μεγάλους δρόμους.
Όσο και αν φωνάζουν τρέχοντας πίσω σου, δεν πρόκειται να γυρίσεις να τους ακούσεις, δεν θα σταματήσεις, έχεις ξεκινήσει χρόνια τώρα, φεύγεις, έφυγες. Πέταξε το πουλάκι, είναι αργά πια.
Το ξέρεις, το έμαθες, πέρασμα είναι, δεν γονατίζεις, δεν την πιστεύεις τη ζωή αυτή, εσύ θέλεις να ζήσεις, να ταξιδέψεις, να ξοδέψεις, δεν αγαπάς τους ρακοσυλλέκτες που τους βρίσκουν νεκρούς πάνω σε ένα παραγεμισμένο στρώμα με χιλιάδες χαρτονομίσματα, δεν χτίζεις εκκλησίες, γιατί ο Θεός ο δικός σου είναι παντού, δεν ανάβεις κερί, καίγεσαι σαν το κερί, φωτίζεις, δεν φωτίζεσαι, δεν προσεύχεσαι κάπου, δεν κρατάς, δεν δεσμεύεις θέση διπλή δίπλα σου. Έχεις δρόμο, έχεις διαδρομή. Φεύγεις.
Και όταν ξεχνιέσαι και αφήνεις ανοιχτά –γιατί άνθρωπος είσαι και το κάνεις– έρχονται, βρίσκουν την ευκαιρία τα πουλιά τα μαύρα, τα λευκά, οι ενοχές, οι τύψεις, οι αδυναμίες, οι παραλείψεις, οι συμπάθειες, τα αισθήματα, οι φιλοδοξίες, τα λάθη, τα πάθη, οι αγάπες και σε βάζουν στη μέση, σε σημαδεύουν με το σίδερο, σε στήνουν στα πέντε βήματα. Και εκεί, λίγο πριν κλείσεις τα μάτια και χαθείς οριστικά, έρχεται, φτάνει, ξυπνάει το σώμα, το κορμί, παίρνει στα χέρια του την τύχη του, σε περνάει απέναντι και σου δείχνει επιτέλους το μέρος όπου ανήκεις πάνω σ’ αυτή τη γη.

 

*********************************************************

Διηγήματα, μικρές ιστορίες που γράφτηκαν την περίοδο 2012-2017 ανάμεσα σε Βορρά και Νότο. Ιστορίες που γράφτηκαν με το μολύβι και τη γομολάστιχα. Με το σφυγμό τους. Με το ρυθμό της καρδιάς ενός ναυτικού, ενός νομάδα που μετακινείται διαρκώς με το μικρό του κοπάδι, ψάχνοντας το χόρτο του. Ιστορίες που γράφτηκαν κυρίως σε αίθουσες αναμονής αεροπλάνων, λεωφορείων και τρένων. Κι αν όχι όλες, οι περισσότερες κρύβουν ζηλότυπα στις αποσκευές τους το εισιτήριο της οριστικής επιστροφής. Μιας επιστροφής που διαρκώς αναβάλλεται. Εφτά λευκά πουκάμισα. Η καλή φορεσιά ενός σπιτιού που προσπάθησε να μην την τσα­λακώσει ποτέ και τη φόρεσε μονάχα στις μεγάλες του ώρες. Στα ταξίδια του στις στενές θάλασσες και στους χωματένιους δρόμους αυτού του βίου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Υφαντής, «Μπάκιγχαμ»

 

Στο μεσαίωνα, κάπου στα βάθη των ασιατικών στεπών, υπήρχε και εφαρμοζόταν ένα τρομερό βασανιστήριο κατά το οποίο το θύμα δενόταν χειροπόδαρα στο έδαφος και ο δήμιος του, οπλισμένος με ένα βαρύ σφυρί, χτυπούσε και θρυμμάτιζε με κινήσεις προσεκτικής δεξιοτεχνίας τα οστά του αιχμαλώτου. Στόχευε και οδηγούσε τα χτυπήματα του πάνω στον βασανιζόμενο, σπάζοντας του ένα ένα τα οστά, προσεκτικά σαν κάποιο είδος αρρωστημένου τεχνίτη, μέχρι να προκαλέσει σοβαρά κατάγματα σε όλο τον ανθρώπινο σκελετό, γεμίζοντας από πόνο και φρίκη τον άνθρωπο που είχε την κακή τύχη να βρεθεί σε αυτή τη θέση. Και όταν κάποτε έφτανε στη φάση της σιχαμερής αυτής διαδικασίας που όλα τα κόκαλα ανεξαιρέτως είχαν σπάσει, έδινε μια χαριστική βολή στο κρανίο του δεμένου, απελευθερώνοντας τον από το σαδιστικό μαρτύριο, στέλνοντας τον μακριά από τον τόσο άγριο και παράλογο κόσμο που ζούμε. Η τεχνική αυτή της ανθρώπινης εξόντωσης σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς χρησιμοποιούταν από τις στρατιές του Τζένγκις Χαν. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως η εν λόγω μέθοδος εκτελέσεως ήταν πολύ συχνή και διαδεδομένη ανάμεσα στους Ούνους. Είτε τη χρησιμοποιούσαν οι Ούννοι, είτε οι Μογγόλοι αυτή τη μορφή θανάτωσης, μικρή διαφορά όμως έχει. Η ουσία είναι πως αποτελούσε μια πρώτης τάξεως σαδιστική πράξη, που υλοποιούσε όλο το μέγεθος της ανθρώπινης κακίας, εμπνευσμένο από τους πιο απεχθείς εγκεφάλους, εγκεφάλους που αποτελούν δυνατό παράδειγμα στα επιχειρήματα αυτών που υποστηρίζουν πως η εξέλιξη ήταν ένα μεγάλο λάθος της φύσης και πως καλύτερα οι άνθρωποι να είχαμε παραμείνει πίθηκοι (αν όντως καταγόμαστε από το ευγενές αυτό ζωικό είδος).

Ας μην απελπιστεί από τη βαρεμάρα του όμως ο αγαπητός αναγνώστης, καθώς εδώ δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με βιολογικές θεωρίες, ούτε με την οποιαδήποτε πιθανή εκδοχή της προέλευσης του ανθρώπου, θέματα για τα οποία οι διαφορετικές απόψεις είναι απειράριθμες και που καλύτερα θα είναι να αφήσουμε τους ειδικούς να ασχοληθούν με αυτά. Το θέμα του συγκεκριμένου γραπτού είναι πιο πολύ η ψυχική κατάσταση του Οδυσσέα, ενός εικοσιοχτάχρονου άντρα από την Αθήνα, και το νευρικό του σύστημα, το οποίο ήταν τόσο ερεθισμένο και τόσο φουντωμένο από μια ακράτητη οργή, λες και τα σφυροκοπήματα του Μογγόλου δημίου, έπεφταν κατά ριπάς πάνω στις νευρικές απολήξεις του. Ναι, ίσως ήταν λίγο μελοδραματική και πολλά υποσχόμενη η εισαγωγή του κειμένου μου, μα πιστέψτε με φίλοι αναγνώστες, ο Οδυσσέας ήταν πραγματικά θυμωμένος. Ο θυμός έβραζε μέσα του σαν ηφαιστειογενές κύμα, έτοιμο να ξεραστεί στην επιφάνεια και να σαρώσει με πρωτοφανή μανία οτιδήποτε έβρισκε στο διάβα του. Σαν τροπικός τυφώνας που ξεριζώνει στο πέρασμα του χωριά ολόκληρα ιθαγενών, μαζί με εκτάσεις αδιαπέραστης ζούγκλας που τα ζώνει κλειστοφοβικά από παντού.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Η καμαριέρα»

Από το παράθυρο του γραφείου του έβλεπε την πίσω πλευρά ενός ξενοδοχείου. Αυτά, με τα μικρά χωριστά δωμάτια και τα μπαλκονάκια τους, τακτοποιημένα ομοιόμορφα μέσα στην αρχιτεκτονική ομοιογένεια του κτηρίου, σε πλήρη αντίθεση με την πολυσπερμία των πελατών.

Σε κάποιο από όλα, που είχε ανοικτή την μπαλκονόπορτα, διέκρινε τη σκυφτή φιγούρα της καμαριέρας. Ντυμένη στα άσπρα, όπως οι ιατροί που ιαίνουν τους ασθενείς τους,  κρατώντας την ηλεκτρική σκούπα. Να ξορκίζει από τον χώρο τα σημάδια που είχε αφήσει ο πελάτης είτε για να τον ξαναβρεί καινούριο –και όχι μόνο καθαρό- είτε για τον επόμενο πελάτη ώστε να αισθανθεί με τη σειρά του αυτό το στεγανοποιημένο περιβάλλον χωρίς παρελθόν και μέλλον. Απολύτως δικό του για όσο χρονικό διάστημα κατοικήσει ώστε φεύγοντας να πάρει μαζί του και τα μυστικά της διαμονής του.

Οι μόνες όμως που είναι συμμέτοχες σε αυτά είναι οι καμαριέρες.

Σκέφτηκε, δηλαδή,  πόσες ιστορίες θα έχει να διηγηθεί αυτή η καμαριέρα την οποία έβλεπε να επαναφέρει με μηχανιστικό τρόπο το δωμάτιο στην ατάραχη ζωή που είχε πριν την παρουσία του εκάστοτε διάττοντος αστέρα.

Το αστραφτερό μπάνιο, με τις ολόφρεσκες καλοδιπλωμένες πετσέτες, τα καινούρια μπουκαλάκια με το αφρόλουτρο, την εκ νέου σφραγισμένη λεκάνη της τουαλέτας, τις πειθαρχημένες από την αρχή καρέκλες στη στρατιωτική σειρά που το καταστατικό ορίζει και βεβαίως το κρεβάτι, η κορωνίδα της μάχης. Την έβλεπε πώς αναμετριόταν με αυτό τα ατίθασο μάλλινο άτι ώστε να είναι απολύτως τακτοποιημένο, όπως και το σεντόνι. Να είναι τελείως αρυτίδωτα και τα δυο, ένα κατόρθωμα που πάντα εκείνος θαύμαζε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Το μυστικό του Ιούλιου Μεχία»

 

Έφταιγαν τα ποντίκια, σίγουρα πράγματα, δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η νεύρωση. Μπορεί να ‘ταν ένας μοναχικός άνθρωπος ο Ιούλιος Μεχίας, παλαιοβιβλιοπώλης και γόνος πλούσιας οικογένειας, που έκανε απλά το χόμπι του συλλέγοντας σπάνια βιβλία, η ψυχοπαθολογία του όμως θα ταίριαζε σ’ ένα λογοτεχνικό πρόσωπο ή συγγραφέα, όχι σ’ έμπορο. Σίγουρα πάσχιζε να ξεφορτωθεί την περιουσία του, αλλά ότι θα έφτανε σε σημείο να γίνει κυριολεκτικά βιβλιοφάγος, αυτό πια παρέπεμπε σε ήρωες ρομαντικών εποχών.

Αρχικά τα ποντίκια εισέβαλαν στο βιβλιοπωλείο του, για να μασουλήσουν σελίδες, γρήγορα όμως μπήκαν και στο μυαλό του, σε σημείο μάλιστα που σχεδόν ταυτίστηκε μαζί τους, έγινε ένα ανθρώπινο τρωκτικό. Οι μικροί τετράποδοι εισβολείς κάπως τα κατάφερναν να περνούν απαρατήρητοι, μέχρι που ένα βράδυ ο Ιούλιος Μεχίας, λίγο πριν επιστρέψει στο σπίτι του, ανακάλυψε κάποιες φαγωμένες σελίδες σ’ ένα λατινικό λεξικό του 19ου αιώνα. Τότε ξεκινάει ο εφιάλτης. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε, και μέχρι να ξημερώσει, σκεφτόταν τρόπους ν’ απαλλαγεί από τους παμφάγους δαίμονες. Προμηθεύτηκε σχεδόν τα πάντα, από φόλες και κάθε είδους παγίδες μέχρι μονωτικά υλικά για τρύπες σε τοίχους και πατώματα. Τις επόμενες μέρες βάλθηκε να οχυρώνει το βιβλιοπωλείο του, καθ’ υπόδειγμα της Γραμμής Μαζινό, για την επικείμενη ανθρωπομυομαχία. Όταν ένιωσε έτοιμος για τη νίκη, απλά περίμενε. Ένα όμως δεν υπολόγιζε, τη συγκίνησή του στη θέα ενός ποντικού που σπαρταράει στη φάκα, μ’ ένα λουλούδι από αίμα να ξεφυτρώνει απ’ το στόμα του. Ο παλαιοβιβλιοπώλης τα ‘χασε, κάθισε στο πάτωμα, πήρε το νεκρό ποντικάκι στα χέρια του κι έβαλε τα κλάματα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο άσχημα. Μυξόκλαιγε σα μικρό παιδί. Μάζεψε γρήγορα φόλες και  παγίδες και τις πέταξε στα σκουπίδια. Ξάπλωσε στην πολυθρόνα του γραφείου του, άδειος από σκέψεις, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, κι έμεινε αρκετή ώρα στην ίδια θέση.

Διαβάστε περισσότερα