Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νάσος Βαγενάς, «Η Εσθήτα της Θεάς- Σημειώσεις για την ποίηση και την κριτική», εκδ. Στιγμή, 1988

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ

Στην ποίηση δεν είναι η πρόθεση που μετρά αλλά το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί η προσπάθεια ικανοποίησής της. Στο τέλος της προσπάθειας αυτής ελάχιστα απομένουν από την ίδια την πρόθεση, γιατί η πρόθεση λειτουργεί μέσα στον χώρο του συνειδητού, ενώ η ποίηση παράγεται από άγνωστα υλικά του ασυνειδήτου. Η πρόθεση δεν είναι παρά ένα κίνητρο και στην ποίηση όλα τα κίνητρα έχουν την ίδια αξία. Το απροσδόκητο είναι το αποτέλεσμα της ποίησης. Όμως είναι ένα απροσδόκητο προσδοκώμενο, γιατί δεν είναι τυχαίο: τα άγνωστα υλικά από τα οποία συντίθεται, είναι τελικά αναγνωρίσιμα, γιατί ανήκουν στον εαυτό μας.

`

 

Μόνο οι απομονωμένοι επικοινωνούν. Οι άλλοι απλώς επαναλαμβάνουν.

Σε τελευταία ανάλυση, τα προβλήματα του ποιητή είναι τα ίδια με τα προβλήματα του μαραγκού. Καλό είναι ο ποιητής να συχνάζει σε επιπλοποιεία.

*

 

Το να υποδηλώνει κανείς με τους στίχους του ότι η ποίηση δεν είναι το πάν, ότι υπάρχουν στη ζωή κι άλλα πράγματα που μετράνε το ίδιο, προϋποθέτει μιαν ωριμότητα που ελάχιστοι διαθέτουν.

Ο καλός ποιητής γράφει πρώτα. Έπειτα αισθάνεται.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άγγελος Τερζάκης, «Ελληνική Εποποιΐα (1940-1941)», Αθήνα 1964

Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.

Είταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνονταν στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ’ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κοπλώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτες βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.

Γιατί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικά μια αποκάλυψη: Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώρα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα: «Πόλεμος! οι Ιταλοί εισβάλλουν», είτανε σα γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο και λεβεντιά φούσκωναν τα στήθη.

[…]

Οι εφημερίδες, αν και Δευτέρα, κυκλοφόρησαν· έλεγαν με λίγα, χτυπητά λόγια τα σχετικά με το τελεσίγραφο, την είδηση πως οι Ιταλοί θα εισβάλουν στις έξη — τώρα. Κάτι ορθωνόταν σύσσωμο, να τους υποδεχτεί όπως αρμόζει. Τον ενθουσιασμό τον χρωμάτιζε η αγανάκτηση, η περιφρόνηση. Δρόμοι, πλατείες, σταυροδρόμια, είχαν φουντώσει στο μεταξύ από ζεστές ανάσες, κόσμο· μακρυές θεωρίες πορεύονταν προς την Ομόνοια, το Σύνταγμα, ενώ στο ραδιόφωνο ακουγόταν το διάγγελμα του Μεταξά: «Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της…» Σε μερικά μπαλκόνια φάνηκαν σημαίες, όπως στην 25η Μαρτίου. Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχιζε να τοιχοκολλείται στα κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό Ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο στην ελευθερία, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Χατζής, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ»,«Σπουδές»(1976)

Τολμώντας να γράψω όσα έγραψα παραπάνω, το ‘κανα μόνο και μόνο για να δικαιολογήσω, να εξηγήσω κάπως γιατί το θαύμασα τόσο πολύ το έργο της Ιζαμπέλας Μόλναρ, της γλύπτριας που γνώρισα πριν από χρόνια στην Ουγγαρία.

Αυτό το έργο μου φάνηκε τότε σαν η πιο ψηλή τελείωση και δικαίωση της αντίληψής μου για τη γλυπτική. Εκείνες οι γυναικείες φιγούρες της, όρθιες, μαζί και με μερικές καθιστές, σε μεγάλα μέτρα, ευθυτενείς, όπως θα λέγαμε με αυτή την ωραία ελληνική λέξη, με σταμάτησαν μπροστά τους κατάπληκτο. Μου θυμίζανε αγάλματα της Ολυμπίας, λίγο πριν από τα κλασικά. Οι βαθιές πτυχές των χιτώνων υπογραμμίζανε κι αναδείχνανε την τελειότητα της μέσα σύνθεσης των όγκων, μέσα απ’ τις δικές τους αντιστοιχίες. Όσο μπορούσα εγώ να τις δω, τις είδα τις αντιστοιχίες αυτές να προδίνουν, ν’ αλλάζουν όλα τα μέτρα του φυσικού. Μια τελειότητα που βρισκόταν έξω απ’ τα μέτρα του φυσικού — αυτόνομη, αυτοτελής.

Την παρακάλεσα μια φορά και μ’ άφησε να μετρήσω με τη μεζούρα τα μέρη του σώματος. Όλα του τα μετρήματα βγήκαν να δείχνουνε λαιμούς ψηλούς, χαμηλούς, κεφάλια, χέρια, πόδια μικρότερα ή μεγαλύτερα, ώμους στενότερους, πιο πλατιούς από το φυσικό —μια δυσαναλογία, δυσαρμονία του κάθε μέρους ξεχωριστά, για να καταλήξουν όλα μαζί στην θαυμαστήν αρμονία του όλου. Της το ‘πα — γέλασε. Είπε: «Αγαπητέ μου, εσείς το ξέρετε. Αυτό δεν είναι γυναίκα — είναι άγαλμα». Και χάρηκα τότε πάρα πολύ, μπορώντας να δυναμώσω την πεποίθησή μου πως το τελειωμένο έργο της τέχνης μετριέται μονάχα με τον εαυτό του και όχι πότε με κάποια μέτρα της φύσης ή κάποια μέτρα δοσμένα, πως η αλήθεια του βρίσκεται μέσα του — δε μετριέται με κανέναν άλλον τρόπο, με κανένα μέτρο.

Τέτοια, λοιπόν, ήταν τ’ αγάλματα τα δικά της. Κι ήταν πολλά, πάρα πολλά για την ηλικία της — καρπός μιας αχόρταγης εργατικότητας. Είχα κάποια στιγμή την αίσθηση πως, χωρίς να το ξέρει, βιαζότανε. Γιατί; Δεν κάθισα τότε να το σκεφτώ παραπέρα.

Μέσα σ’ αυτή τη θαυμαστή και τόσο μεγάλη παραγωγή της, το πλήθος των παραλλαγών μ’ εντυπωσίασε περισσότερο. Κάθε της άγαλμα είχε δύο, είχε τρεις παραλλαγές — κάποτε τέσσερις. Μια μικρή κίνηση του χεριού, ένα τίποτα στη στάση του κεφαλιού και το άγαλμα άλλαζε ολόκληρο —αυτή καθόταν ακούραστη και το τελείωνε στη νέα μορφή του— ήταν άλλο πια.

Τόσες παραλλαγές εμένα μου φέρναν στο νου τους αιώνες που χρειάστηκε ο Κούρος να περπατήσει από την αρχική του ακαμψία ως το πρώτο σπάσιμο του γονάτου, την πρώτη κάμψη, την πρώτη του κίνηση— για να περάσει από την ύπαρξη στη ζωή. Τη ρώτησα και γι’ αυτές τις παραλλαγές. Είπε: «Μου φαίνεται κάθε φορά πως απ’ αυτή τη δεύτερη τη μορφή του έπρεπε να ‘χω ξεκινήσει για να φτάσω την πρώτη». — «Και τότες, η τρίτη που φκιάχνεις;» — «Αυτή, φαίνεται, υπήρχε από πριν, από πρώτα, από πάντα… Αυτήν ήθελα να φκιάξω κι έφκιαξα τις άλλες δύο… Το ‘ξερα πως δεν είναι αυτές που θέλω… μα δεν το ‘ξερα όσο να γίνουν». — «Και το πάντα — τι είναι το πάντα;» — «Μα νομίζω, είμαι γω»…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κυριάκος Δημητρίου, «Το Κώμα», εκδ. Πορεία, 2017 (γράφει η Μαριάννα Παφίτη)

 

 

 

 

Αυτή τη φορά άργησα πολύ να γράψω για το καινούριο λογοτεχνικό έργο του Κυριάκου Δημητρίου. Το γνωρίζω, δε ξεκινούν με αυτό τον τρόπο οι βιβλιοπαρουσιάσεις μα δεν είμαι σίγουρη πως το κείμενό μου αυτό θα μοιάζει, εν τέλει, με το συγκεκριμένο κειμενικό είδος. Μου πήρε μήνες να ονομάσω το συναίσθημα που μου προκάλεσε η ανάγνωση της καινούριας νουβέλας του Δημητρίου, Το Κώμα (Αθήνα, εκδόσεις Πορεία, 2017), και δεν είναι το συναίσθημα αυτό ίδιο με την αμηχανία της πρώτης ανάγνωσης του πρώτου έργου του λογοτέχνη δύο χρόνια πριν. Δέος είναι το συναίσθημα αυτό που με κατακλύζει. Δέος όπως το αισθάνονταν οι κλασικοί Ρομαντικοί.

Η ιστορία της νουβέλας φαινομενικά απλή: ο ομοδιηγητικός αφηγητής,  Λέναρντ Μάισνερ, Γερμανός γιατρός στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου, διενεργώντας, από το 1938, πειράματα σε ζωντανούς Εβραίους, υπηρετεί τη γερμανική φασιστική ιδεολογία της ανωτερότητας της φυλής. Ξαφνικά καταρρέει, πέφτει σε κώμα και νοσηλεύεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου τον Μάιο του 1942. Στις τριάντα τρεις ενότητες του έργου ο Μάισνερ ανακαλεί μνήμες από τη γέννησή του μέχρι και το θάνατό του ο οποίος επέρχεται όταν οι γιατροί αποσυνδέουν τη μάσκα οξυγόνου.

Των τριαντατριών αφηγηματικών ενοτήτων προηγείται μια ενότητα χωρίς αριθμό, ας την πούμε εισαγωγική, στην οποία ο αφηγητής συστήνεται στον αναγνώστη, περιγράφει, με επιστημονικούς όρους, την ιατρική κατάστασή του και θέτει το κυρίαρχο, στη λογοτεχνία του Δημητρίου, ερώτημα:

«Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, φοβάμαι πολύ, δηλαδή φοβάμαι κάτι χειρότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο. Αν οι νεκροί είναι καταδικασμένοι να ζουν παντοτινά τον θάνατό τους; Αν (τι ανείπωτη φρίκη!) οι νεκροί βρίσκονται αιωνίως ημιθανείς, κι ενώ το σώμα τους λιώνει σιγά σιγά […] αυτοί παραμένουν – νεκροζώντανοι – δεσμώτες στο αποσκελετωμένο πτώμα, με το μυαλό, την ψυχή και τη μνήμη σε συνεχή επαγρύπνηση; Αν είναι έτσι τα πράγματα (ποιος ξέρει πώς είναι, αλήθεια, τα πράγματα, αφού οι νεκροί δεν μιλάνε για να μας πουν τι συμβαίνει)[…]. Τότε, η ζωή είναι ψευδαίσθηση κι ο θάνατος ένας αληθινός μύθος». (σσ. 10 – 11).

Μια αφήγηση μεταιχμιακή μιας εξίσου μεταιχμιακής αφηγηματικής κατάστασης. Η ποιητική του Δημητρίου ανιχνεύει το μεταίχμιο, το προβάλλει, το προσεγγίζει, το επεξεργάζεται. Με το τέταρτο του έργο στα χέρια μου, νομιμοποιούμαι να ονομάσω την ποιητική του ως ποιητική του μεταιχμίου και να ξαναδιαβάσω τα προηγούμενα έργα του υπό το πρίσμα αυτό. Έως τότε, επανέρχομαι στο Κώμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Διονυσία Κιούρκα, «Φαιναρέτη και Νεφέλη»

«Αναρωτήθηκες ποτέ τι θα γινόταν αν για να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα τρέφονταν με γάλα;»

 

Το βλέμμα της Φαιναρέτης ήταν παγιδευμένο έξω από τη τζαμαρία. Η ένταση στη ματιά της ήταν τόση που, αν πρωταγωνιστούσε σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, το γυαλί θα διασπόταν θεαματικά στα αρχέτυπα συστατικά του – σε αμέτρητους κόκκους άμμου. Το κέντρο της δεν ήταν ούτε η ταλαιπωρημένη λεωφόρος με τα βαρετά αυτοκίνητα, ούτε το θλιβερό πλήθος που βάδιζε σε φρενίτιδα, όπως τα μηρμύγκια όταν νιώθουν το διώκτη τους· δεν ήταν καν τα σχολιαρόπαιδα που λίγο πριν γυρίσουν στην οικογενειακή κατεστημένη εστία τους μετά το σχόλασμα, αλλοίωναν τη μαυρίλα των περαστικών με τα δυνατά γέλια και τις φάρσες τους.

 

Η Φαιναρέτη κοιτούσε ένα τριαντάφυλλο· ένα μικρό και αδύναμο τριαντάφυλλο. Το μοναδικό παιδί της τριανταφυλλιάς που πάσχιζε να επιβιώσει στην αυλή της αστικής καφετέριας που συναντούσε τη φίλη της.

 

Ήταν μέσα Μαρτίου μιας άγριας άνοιξης και το λουλούδι αυτό ήταν η απόλυτη παραφωνία. Παραφωνία στον παγωμένο ακόμα αέρα, παραφωνία στη δίνη της μεγαλούπολης, παραφωνία στη διάθεση και τα συναισθήματά της που δεν εννοούσε να βάψει τον καμβά τους σε κανένα άλλο χρώμα εκτός από τις αποχρώσεις του μαύρου.

 

Ναι, το μαύρο είχε για εκείνη αποχρώσεις. Από παιδί, όταν ζωγράφιζε με τέμπερες, πάντα της άρεσε να προσθέτει στ’ άλλα χρώματα ανεπαίσθητες σταγόνες μαύρου. Έτσι, το κόκκινο γινόταν μπορντώ και στο τέλος μαύρο, το πράσινο κυπαρισσί και στο τέλος μαύρο, το μπλε φουρτούνιαζε και βούλιαζε στο μαύρο. Ποτέ δεν προσπάθησε την αντίθετη διαδικασία. Το ροζ, το λαχανί και το γαλάζιο δε χρωμάτιζαν τα δικά της όνειρα. Τα παρατηρούσε στις ζωές των άλλων – μέχρι και που τα απολάμβανε κάποιες φορές. Όμως ο δικός της πίνακας ήταν σκούρος, η μουσική της σκληρή και εκκωφαντική και ο χαρακτήρας της αδιαπέραστος.

Διαβάστε περισσότερα