Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημήτριος Μουζάκης, “Άγιος Βασίλης”

Όταν η Ελισάβετ η ροδομάγουλη έμαθε ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, έπεσε χάμω στο πάτωμα συντετριμμένη κι άρχισε να κλαίει. Τόσον καιρό ζούσε σ’ ένα παραμύθι, θεέ μου, τι ντροπή. Ποτέ ο Άγιος Βασίλης δεν περπάτησε τη δική της τη σκεπή. Δεν ήθελε να φάει, δεν ήθελε να παίξει, ούτε για το δώρο της δε ρώτησε, σα να μην ήθελε να το δει. Η μαμά της, για να την παρηγορήσει, την πήγε στο χιονισμένο βουνό για να φτιάξουν μαζί ένα χιονάνθρωπο, μήπως και ξεχαστεί. Ξεκίνησε η Ελισάβετ να φτιάχνει το χιονάνθρωπο, μα τα δάκρυά της γρήγορα τον έλιωναν κι έπρεπε να τον ξεκινήσει απ’ την αρχή. Κλάμα στο χιόνι πήρε να βραδυάζει, κι η Ελισάβετ ήταν ακόμη στην αρχή. Αποκαμωμένη γύρισε στο σπίτι άπραγη κι έκαμε να κοιμηθεί˙ και τότε την κυρίευσε η γνώριμη προσμονή, σα να μην έμαθε ποτέ της την αλήθεια. Κατ’ απ’ το δένδρο θα ’βρισκε το δώρο της την αυγή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτης Κονδύλης, «Περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση»

Δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Για να το πούμε ακριβέστερα: εν έτει 1998 δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα υπάρξουν στο μέλλον. Η διαπίστωση αυτή είναι αναπόδραστη αν επιθυμούμε να ορίσουμε την έννοια του «δικαιώματος» και του «ανθρώπινου δικαιώματος» αυστηρά και αδιαφορώντας απέναντι σε πολιτικές – ιδεολογικές σκοπιμότητες. «Δικαίωμα» δεν είναι κάτι που απλώς διάγει βίο φαντάσματος μέσα στα κεφάλια των φιλοσόφων ή που ευδοκιμεί στα χείλη των προπαγανδιστών. Στην ουσία του δικαιώματος ανήκει εξ ορισμού η δυνατότητα να απαιτείται και να επιβάλλεται. Και ως «ανθρώπινο δικαίωμα» επιτρέπεται να θεωρείται μονάχα ένα δικαίωμα το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι, δηλαδή χωρίς τη διαμεσολάβηση εξουσιαστικών αρχών και συλλογικών υποκειμένων (π.χ. εθνών και κρατών) που, από εννοιολογική και φυσική άποψη, είναι στενότερα από την ανθρωπότητα ως σύνολο.

 

Επιπλέον, ένα γνήσιο ανθρώπινο δικαίωμα θα πρέπει να ισχύει και να απολαμβάνεται παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι, δηλαδή παντού όπου επιθυμεί να εγκατασταθεί καθένας. Ωστε σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα δίχως απεριόριστη ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης και δίχως αυτόματη νομική εξίσωση όλων των ατόμων με όλα τα άτομα χάρη στην οικουμενική ισχύ μιας ενιαίας νομοθεσίας. Οσο ο Αλβανός, π.χ., δεν έχει στην Ιταλία τα ίδια δικαιώματα με τον Ιταλό, μπορούμε stricto sensu να μιλάμε για πολιτικά και αστικά, όχι για ανθρώπινα δικαιώματα.

Βεβαίως, τα κράτη μπορούν να βαφτίζουν ορισμένα τουλάχιστον από τα δικαιώματα, τα οποία δίνουν στους πολίτες τους, «ανθρώπινα δικαιώματα», όμως η έκφραση αυτή θα είχε νόημα μόνον εάν το κράτος επεφύλασσε αποκλειστικά στους δικούς του υπηκόους τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος», όπως κάνουν μερικές πρωτόγονες φυλές. Γιατί σε ενάντια περίπτωση κανένα κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα τα οποία θεωρούνται κατ’ εξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως π.χ. το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατό να τα απολαύσουν άτομα που βρίσκονται έξω από τα σύνορά του. Και αντίστροφα: κανένα κράτος δεν μπορεί, χωρίς να αυτοδιαλυθεί, να αναγνωρίσει σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως ορισμένα δικαιώματα που θεωρούνται πολιτικά ή αστικά δικαιώματα, π.χ. το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ή το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Πάνου, «..από το στόμα της παλιάς Remington…», εκδ. Τρίλοφος, 1981

[…] Είναι αλήθεια ότι σε όλο το διάστημα της τελευταίας μας επαφής, ούτε μια φορά δεν μας έδωσε το δικαίωμα ν’ αναφερθούμε, έστω και ευκαιριακά στο πρόσωπο της Ελένης, και γενικότερα στην περίοδο εκείνη της ζωής του που εκτείνεται από την πρώτη τους γνωριμία, τοποθετημένη στα τέλη του 1932, μέχρι το σκληρό χωρισμό, δέκα περίπου χρόνια αργότερα. Προτιμούσε να δέχεται επιπόλαιους χαρακτηρισμούς όπως ερημίτης, κοσμοκαλόγερος ή και μισογύνης ακόμη, παρά να επιτρέψει σε κάποιον απρόσκλητο τρίτο να εισδύσει στο δικό του κόσμο, που με τόση φροντίδα και προσπάθεια, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, κατόρθωσε να κρατήσει μακριά από κάθε μικρότητα και σύμβαση.

Εποπτικά εξετάζοντας το φαινόμενο Δημήτριος διακρίνουμε σαν κύριο γνώρισμα της ζωής του τη στέρηση, όχι μόνο των υλικών εκείνων μέσων που θα του έδιναν τη δυνατότητα μιας ανάπτυξης σ’ ένα προνομιούχο περιβάλλον, μα μια στέρηση, περισσότερο ουσιαστική, σκληρή και αδυσώπητη, αγαπημένων προσώπων, αγαπημένης πατρίδος, αγαπημένης. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι κλείστηκε σ’ ένα αυστηρά προσωπικό και απρόσιτο για τους πολλούς κόσμο, γυρεύοντας διέξοδο μέσα στο πάθος της δημιουργίας. Κι αν αυτό του το πάθος το πλήρωσε με την ίδια τη ζωή του, χωρίς να βρει μια δικαίωση και μια δημόσια αναγνώριση, έξω από τον στενό συναδελφικό του κύκλο —όσο ζούσε τουλάχιστον— το γεγονός αυτό καθαυτό αποτελεί την πιο τρανή μαρτυρία της σωστής εκλογής του δρόμου του πεπρωμένου του. Είναι σχεδόν ιδανική η συγκέντρωση στο πρόσωπο του Δημητρίου ενός τόσο μεγάλου αριθμού συγκυριών, όπως στα παλιά μυθιστορήματα. Ορφανεμένος πολύ νωρίς από μητέρα, ζει τα πρώτα του χρόνια σ’ ένα έντονα θρησκευτικό περιβάλλον, όπου πρωτεύοντα ρόλο παίζει η φυσιογνωμία του Παπαθόδωρου. Στη συνέχεια, οι σπουδές του στην Αθήνα και η γνωριμία του με το Δελμούζο, προσδίδουν μια κοσμοπολίτικη χροιά στην επαρχιώτικη ηθική του, ενώ η διδασκαλική του θητεία σε διάφορες γωνιές της Ελλάδας, τον φέρνει σε στενότερη επαφή με τον κόσμο των απλών ανθρώπων. Έχει ήδη δεχτεί με το χαμό του Εμμανουήλ* στην ελεεινή συμπαιγνία της Μικρασιατικής εκστρατείας, το δεύτερο χτύπημα της μοίρας. Απογοητευμένος με τη γενική κρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα και βλέποντας αδύνατη την εκπλήρωση των ονείρων του για κάτι καλύτερο, διαλέγει το δρόμο της ξενιτιάς κόβοντας κάθε δεσμό πίσω του. Από δώ και στο εξής θα κινηθεί ανάμεσα Αλεξάνδρεια και Κάιρο, σ’ ένα κλίμα ευρωπαϊκού πολιτισμού ποτισμένου με τη νωχέλεια της ανατολής. Από νωρίς επιδίδεται στο γράψιμο. Σημαντικό για την ανάλυση της προσωπικότητάς του είναι το ότι η συγγραφική του δραστηριότητα αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά και συγχρόνως παράλληλα στάδια. Σαν διηγηματογράφος ο Δημήτριος αντλεί το υλικό του από έναν κόσμο που σχεδόν ταυτίζεται με κείνον του μεγάλου Σκιαθίτη, μιλά για τα πάθη, τα παθήματα και τις απλές καρδιές των αφελών, αγράμματων ή κουτοπόνηρων συγχωριανών του, για φαντάσματα και ξόρκια, στοιχειωμένα ξωκλήσια και νεραϊδοπηγές.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασίλης Ραφαηλίδης, «Το διάβασμα, η ανάγνωση και ο περιπλανώμενος αναγνώστης», 1983

 

Αν από το αρχαιοελληνικό ρήμα “διαβιβάζω” διαγράψετε σαν πλεονάζουσα τη μεσαία συλλαβή “βι”, θα πάρετε το νεοελληνικό ρήμα “διαβάζω” που σημαίνει, ακριβώς, διαβιβάζω, δηλαδή μεταφέρω απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Μ’ άλλα λόγια, το διάβασμα είναι μια πράξη μεταφοράς της γνώσης από εκείνον που την έχει στον άλλο που δεν την έχει και που θα επιθυμούσε να την αποχτήσει.

Κατά κάποιον τρόπο, όλοι εμείς οι αναγνώστες ανήκουμε στο… σώμα των Διαβιβάσεων, με μια διαφορά ωστόσο απ’ τους στρατιώτες διαβιβαστές: Η γνώση μας διαβιβάζεται από άλλους και η επικοινωνία σταματάει σε μας. Για να διαβιβάσουμε, με τη σειρά-μας, τη γνώση που αποκτήσαμε, μαζί με τις δικές-μας ενδεχομένως προσθήκες, πρέπει από αναγνώστες να γίνουμε συγγραφείς, καλλιτέχνες, ρήτορες, ή απλώς συζητητές.

Αυτό σημαίνει πως η διαδικασία του διαβάσματος που σταματάει στο διάβασμα χάνει το νόημά-της, δηλαδή δεν είναι πια διαβίβαση της γνώσης, αφού το μήνυμα ή η πληροφορία θα χαθεί μαζί με μας αν δεν φροντίσουμε να διαβιβαστεί εμπλουτισμένη σε άλλους.

Για να συμβεί ωστόσο κάτι τέτοιο, για να σταματήσει δηλαδή η διαδικασία μεταβίβασης της γνώσης απ’ τον ένα άνθρωπο στον άλλο, απ’ τη μια γενιά στην άλλη, απ’ τον ένα αιώνα στον άλλο, πρέπει να φανταστούμε έναν κόσμο στον οποίο, ενώ όλοι γνωρίζουν ανάγνωση, κανείς δε γνωρίζει γραφή. Και το σπουδαιότερο, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει. Αν και υπάρχουν άνθρωποι που ούτε να γράψουν ούτε να μιλήσουν είναι σε θέση, ωστόσο ο πολιτισμός-μας στηρίζεται στην τεράστια πλειοψηφία εκείνων που μπορούν είτε να μιλήσουν, είτε να γράψουν, είτε να τα κάνουν και τα δυο.

Μ’ άλλα λόγια, η διαδικασία μεταβίβασης της γνώσης, που είναι το διάβασμα νοούμενο με μια έννοια διαλεκτική, απ’ τη στιγμή που άρχισε κάποτε δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να διακοπεί, παρά μόνο με τον γενικό και ολικό αφανισμό του “χόμο παρλάριμπους”, πράγμα που δεν αναμένεται να συμβεί παρά μόνο στην περίπτωση ολικού αφανισμού του ανθρώπινου γένους ύστερα από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Για την διαιώνιση της γνωστικής λειτουργίας φροντίζουν οι πάντες ακόμα και οι… αστυνομικοί, δηλαδή άνθρωποι ενταγμένοι σ’ ένα σώμα εξ ορισμού ακατάλληλο για διαβιβαστικές λειτουργίες διαφορετικές απ’ αυτές που έχουν σχέση με τη διαβίβαση διαταγών. Απόδειξη για τη φροντίδα της αστυνομίας για τη διαιώνιση της γνώσης αποτελεί και το γνωστό ανέκδοτο που “εξηγεί” γιατί οι χωροφύλακες πάνε δυο δυο στα περιπολικά: Διότι, λέει, ο ένας γνωρίζει ανάγνωση και ο άλλος γράφη!! Μ’ αυτόν τον ανεκδοτολογικό συνδυασμό, που δεν απέχει πάρα πάρα πολύ από μια πραγματικότητα που καθορίζει η στάθμη παιδείας του “αστυνομικού οργάνου”, η αστυνομία έλυσε με τον τρόπο-της το πρόβλημα της μεταβίβασης της “αστυνομικής γνώσης”, και το αστυνομικό μοντέλο του “διδύμου” θα μπορούσε να ισχύει επίσης και για πνευματικά ανάπηρους, που ωστόσο δεν είναι αστυνομικοί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Λυμπούρης, «Βοτσαλωτή», εκδ. Ροδακιό, 2019 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Το μεγαλείο της μικρης φόρμας!

 

Σκέψεις για την πεζογραφία του Κώστα Λυμπουρη, με την ευκαιρία της έκδοσης του καινούργιου βιβλίου του

 

 

`

Το πιο γνωστο, σύντομο, διήγημα που γράφτηκε ποτε, σε διεθνες επίπεδο, όπως διάβασα πρόσφατα στο λογοτεχνικο περιοδικο «Παρέμβαση», τεύχος 188-189. που εκδίδεται στην Κοζάνη, αποδίδεται στον Έρνεστ Χέμινγουέι και αποτελείται απο έξι μόνο λέξεις που είναι οι εξης: For sale: baby shoes, never worn. Που πάει να πει στα ελληνικα: «Προς πώληση: μωρουδιακα παπούτσια, αφόρητα», όπου στην ελληνικη γλώσσα οι λέξεις, όπως βλέπουμε, μειώνονται κατα μία και είναι μόνο πέντε!

Πέντε λέξεις που εκπέμπουν όμως ένα σοκαριστικο υπαινιγμο και προβάλλουν μία εικόνα έμπλεη απο μία απουσία ή μία απώλεια, εφόσον τα παπούτσια προορίζονταν για ένα βρέφος που δεν ήλθε ποτε στη ζωη.

Το δεύτερο πιο μικρο διήγημα, νομίζω, σε παγκόσμιο επίπεδο, αν δεν με ξεγελα η μνήμη-μου, πρέπει να το έχει γράψει ο Ελληνοκύπριος πεζογράφος Κώστας Λυμπουρης. Τιτλοφορείται «Το καροτσάκι», αποτελείται απο πέντε μόνο γραμμες και περιλαμβάνεται στο καινούργιο βιβλίο-του που φέρει τον μονολεκτικο τίτλο ΄΄Βοτσαλωτη΄΄, το οποίο περιέχει διηγήματα και εκδόθηκε στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 2019, απο τις εκδόσεις «Το ροδακιο».

Πρόκειται για ένα βιβλίο, πραγματικα κομψοτέχνημα, που εντυπωσιάζει με την εκτυπωτικη αρτιότητά-του, γεγονος που κατευθύνει, εν πρώτοις, τον αναγνώστη προς την ηδονη της τέρψης, γεγονος που διαρκει για μερικες μέρες, πριν αρχίσει την ανάγνωσή-του.

Αναδημοσιεύω αυτο το μικρο αλλα υπέροχο διήγημα του Κώστα Λυμπουρη για να διαπιστώσουν και οι αναγνώστες-μου τη εμπνευσμένη λογοτεχνία, και γενικα τη σπουδαία τέχνη, που μεταφέρει μέσα-του, παρόλο που όλα αυτα τα χαρίσματά, όπως είπα, περικλείονται σε πέντε μόνο μικρες αράδες! Γεγονος ασφαλως που ανεβάζει απο μόνο-του κατα πολυ τη σπουδαιότητά-του.

Το αναδημοσιεύω για να διαπιστώσουν, επιπλέον, οι αναγνώστες και το πόσο κοντα βρέθηκαν – τεχνοτροπικα, ψυχολογικα και υφολογικα, οι δύο συγγραφεις, σε ανύποπτο υποθέτω χρόνο, εφόσον και το διήγημα του Ελληνοκύπριου συγγραφέα σοκάρει με τον δυνατο υπαινιγμο-του, στηριζόμενο και αυτο, όπως διαπιστώνω, σε μία απουσία ή μία απώλεια, αφου το καροτσάκι προοριζόταν και αυτο για ένα βρέφος που δεν ήλθε ποτε στη ζωη!

Διαβάστε περισσότερα