Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Μαρία Παπαθανασίου, «Moυσική της Ανατολής – O ξεπεσµένος δερβίσης»

Από την πτυχιακή εργασία, «∆ιαπολιτισµική µουσική εκπαίδευση  και λογοτεχνία», Τµήµα Μουσικής Επιστήµης και Τέχνης του Πανεπιστηµίου Μακεδονίας, 2008

`

Στο έξοχο διήγηµα του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη Ο ξεπεσµένος ∆ερβίσης, ο
κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος ανατολίτικης καταγωγής, ο οποίος βρίσκεται
στην Αθήνα. Είναι πολύ µόνος και η µοναδική του συντροφιά είναι το νέι4 του. Οι
κάτοικοι της πόλης τον αντιµετωπίζουν σαν ξένο. Τα ρούχα και η εµφάνισή του είναι
διαφορετικά, ακόµη και τα τραγούδια που παίζει µε το νέι του διαφέρουν πολύ από τα
ακούσµατα των υπολοίπων.
Η πρώτη περιγραφή του δερβίση γίνεται όταν τον συναντάει ένας σαλεπτσής:

`
«Υψηλή µορφή, µε λευκόν σαρίκι, µε µαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωµατιστόν, είχε
σταθεί ενώπιον του σαλεπτσή. […] ∆εν είχε γνωρίσει [ο σαλεπτσής] τον άνθρωπον,
αλλά το ένδυµα. Κάθε άλλος θα τον εξελάµβανεν ως φάντασµα. Αλλ’αυτός δεν
επτοήθη. Ήτο απ’εκείνα τα χώµατα» (Παπαδιαµάντης, 2004: 12, 14).

`
Στη συνέχεια του διηγήµατος, ο Παπαδιαµάντης αφηγείται:

`
Είχεν αναφανή. Πότε; Προ ηµερών, προ εβδοµάδων. Πόθεν; Από την
Ρούµελην, από την Ανατολήν, από την Σταµπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορµής;
Ποίος;
Ήτον ∆ερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιµάµης; Ήτον ουλεµάς,
διαβασµένος; Υψηλός, µελαψός, συµπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, µε
τον τσουµπέν του, µε τον δουλαµάν του.
Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσµένειαν; Είχεν ακµάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθή;
Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσµος είναι σφαίρα και γυρίζει..

Εκείνην την βραδειάν τον είχε προσκαλέσει µία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι
αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’αυτούς έβαλλε γιουβέτσι
κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.
Ήτον λοταρτζής κ’ εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχµάς την ηµέραν. Τι να τας
κάµη; Τους έβαλλε γιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, µε όµικρον και
µε ωµέγα.
Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο ∆ερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε
µαστίχαν. ∆ερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήσει. Ετραγούδησε.
Του είπαν να παίξη το νάϊ. Έπαιξε.
∆εν τους ήρεσε. Ω, αυτός δεν ήτον αµανές.
∆εν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ο ∆ερβίσης τους έλεγε τον καθ’αυτό
αµανέν (Παπαδιαµάντης, 2004: 14,16).

`
Τα παιδιά που διαβάζουν αυτό το διήγηµα διαπιστώνουν από την αρχή ότι έχουν
να κάνουν µε έναν άνθρωπο διαφορετικό. Ή µάλλον διαφορετικό για τους κατοίκους
της Αθήνας. Γιατί προφανώς, στη χώρα του δεν θα θεωρούνταν διαφορετικός.
Στην περιγραφή του συνδυάζονται επίθετα όπως γλυκύς και άγριος. Είναι ένας
ήρωας µοναχικός και συνάµα πολύ συµπαθής. Πηγαίνει εκεί που τον καλούν, αλλά οι
άνθρωποι δεν µπορούν να εκτιµήσουν τη µουσική του, δεν µπορούν να την
απολαύσουν. Κι αυτό γιατί δεν είναι σαν αυτή που έχουν συνηθίσει να ακούν, είναι
διαφορετική. Αυτή η µουσική είναι, όµως, η πραγµατική, η αυθεντική, ο «καθ’ αυτός
αµανές».
Μ’ αυτό τον τρόπο, µέσα από το διήγηµα, δίνεται στα παιδιά η ευκαιρία να
αντιληφθούν πόση σηµασία έχει να δέχονται και να εκτιµούν τις µουσικές των άλλων
λαών και τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. Μπορεί µε το πρώτο άκουσµα να τους
φανούν περίεργες. Στη συνέχεια, όµως, και κυρίως αν γνωρίσουν ολόκληρο τον
πολιτισµό της χώρας και αντιληφθούν τις αιτίες που δηµιούργησαν αυτή τη µουσική,
τις επιδράσεις που δέχτηκε, τις συνθήκες µέσα στις οποίες εξελίσσεται, θα µπορέσουν
να την απολαύσουν και πιθανόν να την αγαπήσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Αλέξανδρος Γ. Μπαλτζής, «Σημειώσεις για τη Φιλοσοφία της Μουσικής / Ιστορική Εισαγωγή» Σόφια, 1991

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

`

«Με κομπλιμέντα, επαίνους και ‘bravissimo’ δεν μπορούμε να πληρώσουμε ούτε το διευθυντή του ταχυδρομείου, ούτε το σπιτονοικοκύρη». Αυτά είναι τα λόγια του Leopold Mozart, τα οποία στις 15 Οκτωβρίου 1777 απευθύνονται στον Wolfgang Amadeus. Ο πατέρας του Mozart έχει υπόψη του τα κομπλιμέ ντα και τούς επαίνους που αποσπούσε ο γιος του μετά από κάθε παρουσίαση των έργων του. Θα προσθέσουμε στη διαπίστωση του Leopold Mozart τη γνώμη του εκπροσώπου της Σχολής της Φρανκφούρτης Theodor Wiesengrund-Adorno – επιφανούς φιλοσόφου, κοινωνιολόγου και κριτικού της μουσικής: «Τα πλούτη της μουσικής – γράφει ο A. Adorno μπαίνουν στα αυτιά, αλλά πολύ πιο σπάνια, τουλάχιστον όσον αφορά το συνθέτη, μπαίνουν στο πορτοφόλι».

Αν λάβουμε υπόψη την ευρύτερη έννοια αυτών των δύο διαπιστώσεων, τότε θα δούμε ότι θέτουν ένα αρκετά σοβαρό πρόβλημα: αυτό της σχέσης μεταξύ οικονομίας και μουσικής τέχνης. Μπορεί να πει κανείς μάλιστα, ότι είναι δυνατό να αναφέρονται όχι μόνο στη μουσική τέχνη, αλλά στην Τέχνη γενικότερα. Νομίζω, ωστόσο, ότι το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ τέχνης και οικονομικών δομών θίγει μόνο τη μία όψη ενός ευρύτερου ζητήματος, το οποίο αφορά τη θέση της τέχνης (συνεπώς και της μουσικής τέχνης) στη δομή της κοινωνίας γενικά. Υποθέτω, πως όταν γίνεται λόγος για θέση και για δομή, η έρευνα καθοδηγείται από μία συγκεκριμένη άποψη, ή αν θέλετε ακριβέστερα, από ένα συγκεκριμένο τρόπο, από μια συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης: πρόκειται για τη μέθοδο της τυπικής- αναλυτικής έρευνας, η οποία επικεντρώνει την προσοχή στη στατική όψη των φαινομένων και έχει βρει το κλασικό της πρότυπο στη φιλοσοφία του Immanuel Kant.

Η μέθοδος αυτή – σε γενικές γραμμές – προσπαθεί να αποκαλύψει τις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων δοσμένου φαινομένου, την ουσία του, ούτως ειπείν σε «καθαρή» μορφή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιαδικαστική, η δυναμική δηλαδή όψη του. Η μέθοδος αυτή προϋποθέτει την αφαίρεση της δυναμικής των στοιχείων του υπό εξέταση φαινομένου, την αφαίρεση της δυναμικής του φαι- νομένου στο σύνολό του, καθώς επίσης και την αφαίρεση των αλληλεπιδράσε- ων των διάφορων τύπων φαινομένων και των στοιχείων τους. Με το σχόλιο αυ- τό, ήδη έχει δοθεί το περίγραμμα ενός άλλου τρόπου, μιας άλλης μεθόδου έρευ- νας: πρόκειται για τη μέθοδο έρευνας από την άποψη της δυναμικής, πρόκειται δηλαδή για τη μέθοδο της ουσιαστικής-διαλεκτικής έρευνας, της οποίας κλασικό πρότυπο συνιστά η φιλοσοφία του Georg Wilhelm Friedrich Hegel. Η μέθοδος αυτή – και πάλι σε γενικές γραμμές – επιδιώκει επίσης την αποκάλυψη της ου- σίας των φαινομένων, αλλά μέσω της θεώρησης της δυναμικής τους, των αλλη- λεπιδράσεών τους, καθώς επίσης και μέσω της εξέτασης των συγκεκριμένων κοινωνικών και ιστορικών εκφάνσεών τους. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκει- ται μόνο για μελέτη της θέσης του υπό συζήτηση φαινομένου στη δομή της κοι- νωνίας, αλλά και του ρόλου του στη δυναμική της. Αναφερόμαστε, συνεπώς, σε δύο «είδη» κατηγοριών, τα οποία υπονοούν δύο διαφορετικούς τύπους προσέγ- γισης των φαινομένων και αντίστοιχα δύο τουλάχιστον όψεις του κάθε φαινομένου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Μαρία- Όλγα Γεωργούλα, «Νάνος Βαλαωρίτης: όψεις του χιούμορ στο έργο ενός μεταπολεμικού συγγραφέα», Διπλωματική Εργασία, Θεσσαλονίκη, 2017

Κάποιος/ Στίχοι: Νάνος Βαλαωρίτης / Μουσική: Ωχρά Σπειροχαίτη  / Πρώτη εκτέλεση: Ωχρά Σπειροχαίτη 

`

Ο Νάνος Βαλαωρίτης για το χιούμορ

`

Ο Νάνος Βαλαωρίτης παρεμβαίνει στη λογοτεχνική σφαίρα με τέσσερα
δοκίμια που θεματοποιούν το ζήτημα του χιούμορ: «Το χιούμορ στον ελληνικό
υπερρεαλισμό» (1985), «Το μεταϋπερρεαλιστικό χιούμορ στον ελληνικό χώρο»
(1986), «Πρόλογος στο μοντερνιστικό χιούμορ Α’» (1986) και «Πρόλογος στο
μοντερνιστικό χιούμορ Β’» (1987). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα κείμενα αυτά,
που συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή δοκιμίων Για μια θεωρία της γραφής (1990),
ακολουθούν την παράδοση των ιστορικών πρωτοποριών ως προς τη σύνταξη
μανιφέστων με τις αρχές και τη γενεαλογία τους. Σε ατομικό πλέον και όχι σε
συλλογικό επίπεδο, σε μια εποχή που προκρίνει τις ατομικές στάσεις, ο Βαλαωρίτης
συντάσσει τους δικούς του προλόγους-μανιφέστα, προκειμένου να εκθέσει τον
πνευματικό και γραμματολογικό του συγκρητισμό ως προς το σημαντικό και
παραγκωνισμένο, κατ’ αυτόν, ζήτημα του χιούμορ, λογοτεχνικού, αλλά και
προσωπικού-καθημερινού. Ωστόσο, ο δοκιμιακός του λόγος δίνει χώρο σε έναν
ιδιότυπο υποκειμενισμό, δημιουργώντας πρωτότυπες και ίσως προκλητικές
συσχετίσεις εννοιών και συστημάτων σκέψης. Καθότι, επίσης, το περιεχόμενο των
κειμένων διευρύνεται σε σχέση με τις εξαγγελίες των τίτλων τους, θα τολμήσουμε να
τα εντάξουμε εν μέρει στη γενικότερη στρατηγική του χιούμορ, της ειρωνείας και της
(αυτο)παρώδησης της γραφής, σε αναλογία ίσως με τα «ψευτοδοκίμια» του Μπόρχες
για τα οποία ο Βαλαωρίτης επισημαίνει ότι ξεκίνησαν με την πρόθεση να
«εκπλήττουν και να προκαλούν σύγχυση στο κοινό, που πέρα έβρεχε» και οδήγησαν
«σ’ ένα είδος νόμιμο, μοντερνιστικά υπερρεαλιστικό, φανταστικά υπερβατικό»
.

Με το πρώτο δοκίμιο, τιτλοφορούμενο «Το χιούμορ στον ελληνικό υπερρεαλισμό»
(1985), ο Βαλαωρίτης ανατρέχει σε παραδείγματα μοντερνιστών και υπερρεαλιστών,
που μετέρχονται του χιουμοριστικού πεδίου τόσο στη λογοτεχνική γραφή όσο και
στην καθημερινή τους ζωή. Προκρίνει τη σύγκλιση των ρευμάτων, με το χιούμορ ως
κοινή συνισταμένη, και επισημαίνει ότι επιλέγει τον συγκεκριμένο όρο έναντι του
αστείου, του πνεύματος, της φάρσας ή του κωμικού, καθώς οι όροι αυτοί «δεν
αποδίδουν την ιδιότητα ενός ανθρώπου που έχει ένα ιδιαίτερο είδος κωμικού
πνεύματος, που είναι άλλοτε παράλογο, άλλοτε λογικό, πάντοτε όμως δραστικό και
έγκλειστο σ’ ένα ορισμένο είδος γραψίματος, ή λόγου». Ανακαλεί ανεκδοτολογικά
παραδείγματα χιουμοριστικού λόγου και συμβάντων, κατά βάση από τον κύκλο των
Νέων Γραμμάτων, του Κάτω Λουμίδη και του Απότσου. Αναφέρεται στον Γιώργο
Σεφέρη, στον Κοσμά Πολίτη, στον εικαστικό Βάρδα (Jean/Yanko Varda) αλλά και
στον Αριστοτέλη Ωνάση με το «σμυρνέικο χιούμορ»65 τους, στον Δημήτρη Αντωνίου,
στον Γιώργο Κατσίμπαλη με τις ευφάνταστες ιστορίες του, στον Νίκο Γκάτσο με τις
παράδοξες φάρσες του, στον Άγγελο Σικελιανό, στον Νίκο Εγγονόπουλο με το
σοβαροφανές, υπερρεαλιστικό μαύρο χιούμορ του και στον Νικόλα Κάλας. Ως προς
τον τελευταίο, χαρακτηρίζει τις χιουμοριστικές ποιητικές εκφορές του
«[α]λλεπάλληλες ριπές πολυβόλου […], που αφήνουν τον αναγνώστη διάτρητο»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θέμις Ιππέκη, Δύο πεζά

ΩΡΑ ΛΥΠΗΣ

 

Ώρα κεντρικής απομόνωσης ύστερα από καθημερινό στραμπούληγμα σε σκαλοπάτια δυσοίωνων συνυπάρξεων,  λιγοστών κοντινών λεπτών , παντρεμένων βλεμμάτων και ανοιγμένων χειλιών ξερασμένου οπισθοδρομικού αέρα που μυρίζει παλαιικό καφενείο του Βαρδάρη . Ώρα που οι δείκτες μοιάζουν παγωμένοι σαν τα περσινά αποφάγια πουλιών υπό εξαφάνιση σε μορφή μεταλλαγμένης σκόνης που σέρνεται σε καταψύξεις μυαλών και συνειδήσεων. Ώρα που χρωματιστές στάχτες κρύφτηκαν πίσω από το κρεβάτι και που μονάχα εφιαλτικά ξημερώματα ανάδυσης του φοβισμένου υποσυνείδητου παραμένουν στα μετέωρα, τυφλά, σιωπηλά σώματα. Ώρα που τα μωρά βελάζουν για Κίτρινη τροφή ενώ ο Ψηλός αναμασά χορταράκια για να φανεί κάπως ευαίσθητος στην δαγκωμένη , με μελανά, αστεία σχεδιάκια ζωγραφισμένα από ειδικά είδη πλαστικού ή αδαμαντίνης σε φανερά ισχνά σημεία του κορμιού της  ,που αγωνιωδώς προσπαθεί να κρύψει με φουντωτά, εισαγόμενα, σε μαύρες σακούλες απ΄ την Ελβετία, ρούχα,  η    Κοντή. Ώρα που τα λευκά σεντόνια θάφτηκαν σε οίκους ευγηρίας για όσους δεν κατάφεραν να αποφασίσουν από μόνοι τους που  θα αφήσουν  την τελευταία κόκκινη στάμπα . Ώρα που ο τοίχος δίπλα στο μισοσκότεινο δυάρι ξερνά μούχλα , αφήνοντας κυνικά σκίτσα βραχύβιας ζωής. Τούτη την ώρα διακρίνεται κοντά στο όλο και πιο κοντινό ταβάνι,  μια μαύρη σκιά , αποκεφαλισμένης Κοντής η οποία καβαλά το μωρό της. Δεν θα σου κρύψω πως προσπάθησα να βρω ανάμεσα στα γκρίζα το κεφάλι της, να της το κολλήσω , ν ‘ αποκτήσει πάλι μυαλό, αλλά μάταιη η προσπάθεια, ούτε την κόμη της δεν βρήκα. Που ξέρεις , μπορεί κι αυτή έτσι να γεννήθηκε, δίχως ψήγμα νοήμονος εγκεφαλικού κυττάρου  . Έπειτα έφερα μπόλικα απ’ τα σκαλοπάτια που ανεβαίνουμε συχνά, να φτάσω την σκιά του μωρού και να την σβήσω, αλλά αυτό είχε βαφτεί με σκούρα πολύ σκούρα μαύρη μπογιά. Τόσο ισχυρή η υγρασία ,βλέπεις,  της δακρυσμένης νύχτας που απαγορεύεται η οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση  προσπάθειας διαστρέβλωσης της ρεαλιστικής άγουρης συνύπαρξης πιθήκων – μυρμηγκιών. Δύσκολο μου φαίνεται ν’ αφήσω άμοιρη την ώρα τούτη. Μα είναι που βαραίνει όλο κι περισσότερο η ζαχαρένια πόρτα και τα κόκκαλα ατροφικά ζέχνουν απ’ τις αβέβαιες σκέψεις.  Είναι και που η ώρα μας δεν αποτελεί μέρος  ταινίας του όποιου  Κούτρα κι ούτε συντροφεύει στίχους βοηθητικούς, ασύνδετους της Νηπενθής του Καρυωτάκη. Γι’ αυτό ίσως κι δεν έρχεσαι να βάλεις ένα χεράκι , να τραβήξουμε για το κρυφό ταξίδι σε ευέλπιδα παραμύθια. Μα τι σου γράφω , τούτη η ώρα  πλάθει  μονάχα άπιαστες παραθερίσεις και μονάχες παραμένουν ,αφού ουτοπικές θα τις βρεις και δεν θα κουνήσεις ρούπι προς αυτές. Μα δεν φταις πολύ, κι εγώ πλάνες σπέρνω για να φανταστώ και παρηγόρια βρίσκω στους λόγους μύθων. Τούτο κατανοητό μου είναι πολύ εντός μου , μα ίσως θα Θέλα κάποιος σύμμαχος,  πιότερα ονειροπόλος απ’ εμένα ,  να μου φουσκώσει την σκέψη βιαστικά μήπως και καταφέρω όλα τα παραμυθάκια , να τα κάμω ιστορίες κανονικές .  Ύστερα θα πεις πως τ ΄ έχω χαμένα , θα κοιτάξεις μ’ εκείνο το ασταμάτητο , αδιαπέραστο , αναλλοίωτο,  αναρωτώμενο βλέμμα , κάπως απαξιωτικά θα σύρεις το κεφάλι σου προς άλλη κατεύθυνση. Μάλλον αυτήν την ώρα  δεν έχεις γούστο να με κοιτάξεις ή  δεν μοιάζει βολικό, ευπαρουσίαστο,  το φέρσιμο μου. Αλλά τώρα που τα μάτια αβοήθητα , χωρίς σκέρτσο ή υποδυόμενα κάποιου  αντίγραφου  πλαστής σεμνότυφης γκόμενας , δεν τα νιώθω δυνατά να ανηφορίσουν . Ώρα λοιπόν, ακλόνητης , αμετάκλητης υποταγής στο εσωστρεφές , αμετακίνητο , ανάπηρο παρόν. Ώρα που δεν έφτασες μέσα μου. Ώρα που όμως δεν καταγράφει  κάποια αγωνία, ανησυχία ή θλίψη  . Θα ναι μάλλον η ώρα καμιάς προσδοκίας. Ώρα αντίληψης της πλήρης ασημαντότητας μας, της χυδαιότητας των σκέψεων και της μικρότητας της πρώιμης  ύπαρξης .

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευγενία Φακίνου, «Η Αστραδενή στο νέο σχολείο της»

 

Ωραία! Λοιπόν, αυτή είναι η τάξη μου! Η Ε3!… Πρέπει να βάλω κάποιο σημάδι για να τη βρίσκω. Καλά θα δω…, γιατί ο κύριος ανοίγει μια πόρτα… Με σπρώχνει απαλά μέσα…

Πρώτα είδα την κυρία μας. Τη δασκάλα μας. Δεν ξέρω αν είναι νέα ή μεγάλη. Έχει μαζεμένα τα μαλλιά της σφιχτό κότσο και φοράει γυαλιά.

«Τι συμβαίνει, κύριε Γιώργο;».

«Μια καινούργια μαθήτρια, δεσποινίς».

(Ώστε είναι δεσποινίς κι όχι κυρία. Δεν έχει παντρευτεί κι είναι μεγαλούτσικη).

«Στη δική μου τάξη βρήκανε να τη βάλουνε… Έχουμε κιόλας 62 παιδιά. Τέλος πάντων. Ευχαριστώ, κύριε Γιώργο».

Στεκόμουνα κάπου κοντά στην έδρα. Κοίταξα την τάξη. Μεγάλη ήτανε κι όμως νόμιζες ότι θα έσκαγε σε λίγο από τα πολλά παιδιά. Είχε τέσσερις σειρές θρανία. Στα πιο πολλά θρανία καθόντουσαν τρία τρία παιδιά. Και είχε και δυο θρανία στο πλάι της έδρας.

«Βρες μια θέση και κάτσε», μου ‘πε η κυρία.

Εκεί στη δεύτερη σειρά στο τρίτο θρανίο κάθονται δυο κορίτσια. Συμπαθητικά μου φαίνονται. Προχωρώ προς τα κει. Όταν φτάνω όμως… έχουν κάτσει στις δυο άκρες του θρανίου και κάνουν ότι δε με βλέπουν. Τι να κάνω τώρα; Να τους πω «πήγαινε πιο μέσα…», δεν μπορώ. Κοιτάζω γύρω. Όλοι κάνουν ότι κοιτάνε τα τετράδιά τους. Ξέρω όμως ότι εμένα κοιτάνε. Τι θα κάνω…

Αναστενάζω. Έχει και παρακάτω θρανίο με άδεια θέση. Πάω για κει.

Κάθονται ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Όταν φτάνω έχουν πιάσει κι αυτοί τις άκριες… Κοιτάω γύρω. Τι να κάνω;… Ακούω και κάτι γέλια… Επίτηδες το κάνουνε… Δε με θέλουνε να καθίσω δίπλα τους. Γιατί;… Πρέπει να ‘χω γίνει κόκκινη σαν παντζάρι. Γυρνάω το κεφάλι μου και τους κοιτάω. Ν’ άνοιγε η γη να με καταπιεί… Στέκομαι εκεί στη μέση. Στο λαιμό μου κάτι ανεβοκατεβαίνει…

«Ακόμα να καθίσεις;», ρωτάει απ’ την έδρα της η κυρία.

Τι να της πω… Ότι αυτοί με κοροϊδεύουν;…

«Έλα να κάτσεις στα πλαϊνά θρανία», μου λέει.

Πήγα. Είχε δυο θρανία στα πλάγια, κάτω απ’ το παράθυρο. Στο εμπρός θρανίο κάθονται δυο κορίτσια κι ένα αγόρι. Στο πίσω ένα αγόρι.

«Κάτσε με το Γιώργο, που είναι τιμωρία. Εσείς οι άλλοι τελειώστε με την ορθογραφία σας».

Τα παιδιά, φαίνεται, τελείωσαν την ορθογραφία, γιατί σηκώθηκαν κάτι κορίτσια, μάζεψαν τα τετράδια και τα ‘δωσαν στη δασκάλα.

«Λοιπόν», είπε αυτή και άνοιξε ένα πράσινο τετράδιο, «για σήκω εσύ, η καινούργια, και πες μου τ’ όνομά σου».

Στάθηκα όρθια δίπλα στο θρανίο μου κι είπα: «Αστραδενή Χατζηπέτρου».

Η κυρία δε με κοίταζε, ετοιμαζότανε να γράψει τ’ όνομά μου στο τετράδιο —ο κατάλογος θα ήταν— αλλά τα παιδιά άρχισαν τα γέλια… Γιατί άραγε;… Και τότε εκείνη σήκωσε το κεφάλι, χτύπησε ένα χάρακα στο τραπέζι και είπε:

«Ησυχία εσείς! Πώς το είπες αυτό το όνομα;».

«Αστραδενή Χατζηπέτρου».

«Όχι το Χατζηπέτρου… το Αστραδενή… Χριστιανικό είναι;…».

«Ναι», έκανα με το κεφάλι. Έτρεμα. Δεν της άρεσε τ’ όνομά μου, φαίνεται…

Δηλαδή, ΕΤΣΙ σε βάφτισε ο παπάς;», ξαναρώτησε.

Διαβάστε περισσότερα