Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Παναγής Σκουζές (1777- 1847), «Aπομνημονεύματα. H τυραννία του Xατζή-Aλή Xασεκή στην τουρκοκρατούμενη Aθήνα» (1772-1796), εκδ. Kέδρος, 1975)

1841. Εν ονόματι Κυρίου θέλω ιστορήσω τον βίον μου εγώ ο ίδιος. Αλλά πρώτον θέλω αρχίσει την αιτία της δυστυχίας των Αθηναίων, ομού και του πατρός μου, οπού ακολούθησε, και η Αθήνα ερήμωσεν και έφυγαν τα τρία πέμπτα των Αθηναίων, οπού επήγαν εις Ανατολήν –εις τα νησιά και λοιπά πλησιόχωρα*– εξαιτίας της μεγάλης τυραννίας του χατζη-Αλή, Χασεκή ονομαζομένου. Θέλω γράψει τα όσα οι γονείς μου μου είπαν μέρος περί του τυράννου, όσα εγώ δεν είδα μήτε ενθυμούμην ως μικρός από τα 1772 έως τα 1784, οπού άρχισα να βλέπω και να ενθυμούμαι τα του τυράννου και των οπαδών του.

Εγώ, ο Παναγής Σκουζές, εγεννήθηκα εις Αθήνα εις τα 1777 από γονείς αυτόχθων Αθηναίους. O πατήρ μου Δημήτριος του Νικολάου Σκουζέ, η μήτηρ μου Σαμαλτάνα θυγατέρα του Θανάση Λιμπέριου-Παναγιωτάτζη. Από οικογένειες και οι δύο τάξης δευτέρας, εκτός από τας 12 οικογενείας των Αθηναίων των αριστοκρατών Κοτζιαμπάσηδων*. Ήτον σχεδόν μιαν οικογένεια από τας 24 οικογενείας, οπού οι αριστοκράτες εφοβούντο ως ευκαταστάτους και με ολίγην παιδείαν. O πατήρ μου ήτον την τέχνην σαπονγγής*. Oμοίως ήτον και ο πατήρ της μητρός μου σαπονγγής. O δε πατήρ του πατρός μου ήτον έμπορος εις τα προϊόντα του τόπου. Oι γονείς μου ήτον Χριστιανοί Oρθόδοξοι της Ανατολικής Εκκλησίας. Έχαιρον υπόληψη, είχον κτήματα και χρήματα. Η επιστήμη* του πατρός μου ήταν επικερδής. […]

Γενομένου τούτου ο πατήρ μου εστεφανώθη την δευτέραν γυναίκαν. Αλλά δεν την ήβρεν ως την πρώτην εις καμιάν επιδεξιότητα*. Τότε ο πατήρ μου, από τον θάνατον της μητρός μου, από το θανατικόν οπού ακολούθησε, από την ανάξιαν γυναίκαν, και από τον ερχομόν του χατζη-Αλή οπού άρχισε την τυραννίαν, την σερμαγήν του την ετελείωσεν. Το εισόδημα λαδιού το ελάμβανεν ο χατζη-Αλής. Επώλησεν τα κτήματά του, ύστερον μη έχοντας άλλο τι, τον εφυλάκωσαν διά το κατάστιχον, λεγόμενον τότε δόσιμον τυραννίας. Ήβγεν αυτός από την φυλατζήν* διά να οικονομήσει χρήματα, βάζοντας μένα εις φυλατζήν ως αμανέτι*, υποθήκην. Αλλά τότες ποιος εδάνειζεν; ή ποιος είχεν; Ή, και αν κανένας Χριστιανός είχεν, πώς εκοτούσεν να δανείσει ή να κάμει καμίαν αγοράν; Εκτός των Oθωμανών, οπού δεν υπόκειντο εις καμίαν τυραννίαν. Αλλά οι Oθωμανοί, μερικοί όπου εσώζοντο, δεν εδάνειζον, αλλά αγόραζαν κτήματα παρατιμής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Harold Pinter, «Τέχνη, αλήθεια και πολιτική»

Η ομιλία του Χάρολντ Πίντερ που μεταδόθηκε μαγνητοσκοπημένη στην τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2005, στη Στοκχόλμη [απόσπασμα]

`

Το 1958 έγραψα τα ακόλουθα:

“Δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές διαφορές μεταξύ αυτού που είναι πραγματικό και αυτού που δεν είναι, ούτε του αληθούς και του αναληθούς. Δεν είναι απαραίτητο κάτι να είναι ή αλήθεια ή ψέμα. Μπορεί να είναι και τα δύο”.

Πιστεύω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα ως προς τη διερεύνηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης. Έτσι, ως συγγραφέας τους υποστηρίζω αλλά ως πολίτης αδυνατώ. Ως πολίτης οφείλω να αναρωτηθώ: Τι είναι αλήθεια; Τι είναι ψέμα;

Η αλήθεια στο θέατρο πάντοτε διαφεύγει. Ολόκληρη δεν τη βρίσκεις ποτέ αλλά η αναζήτησή της είναι συναρπαστική. Η αναζήτηση είναι σαφώς ό,τι προηγείται της προσπάθειας. Η αναζήτηση είναι ο σκοπός σου. Τις περισσότερες φορές μέσα στο σκοτάδι προσκρούεις στην αλήθεια, συγκρούεσαι μαζί της ή, ρίχνοντάς της μια φευγαλέα ματιά, βλέπεις μια εικόνα ή ένα σχήμα που μοιάζει να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, συχνά χωρίς να συνειδητοποιείς ότι συνέβη ακόμα κι αυτό. Αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπάρχει μια αλήθεια στη δραματική τέχνη. Υπάρχουν πολλές που αντικρούονται, συγκρούονται, αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη, αγνοούν η μία την άλλη, κοροϊδεύουν η μία την άλλη, δεν βλέπουν η μία την άλλη. Μερικές φορές αισθάνεσαι για μια στιγμή ότι κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου κι αμέσως μετά γλιστράει μέσα από τα δάκτυλά σου και χάνεται.

Συχνά με ρωτούν πώς συλλαμβάνω τα έργα μου. Δεν μπορώ να απαντήσω. Ούτε μπορώ να τα συνοψίσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι στα έργα μου συνέβη αυτό, αυτά ειπώθηκαν, οι ήρωες έκαναν εκείνα.

Τα περισσότερα έργα μου γεννήθηκαν από μια φράση, μια λέξη ή μια εικόνα. Τη συγκεκριμένη λέξη την ακολουθεί συνήθως μια εικόνα. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα από δύο φράσεις που εμπνεύστηκα ξαφνικά. Ακολούθησε η εικόνα και εγώ, ακόμα αργότερα.

Τα έργα είναι ο “Γυρισμός” και οι “Παλιοί Καιροί”. Η πρώτη φράση στο “Γυρισμό” είναι “Τι το έκανες το ψαλίδι;”. Η πρώτη φράση στους “Παλιούς Καιρούς” είναι “Σκοτάδι”. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν είχα καμία άλλη πληροφορία για την εξέλιξη της πλοκής.

Στην πρώτη περίπτωση κάποιος προφανώς αναζητούσε ένα ψαλίδι. Ρωτούσε τι απέγινε το ψαλίδι κάποιον άλλο, για τον οποίο υποπτευόταν ότι πιθανώς και να το έκλεψε. Με έναν περίεργο τρόπο ήξερα, ωστόσο, ότι το πρόσωπο που ερωτάται δεν δίνει δεκάρα για το ψαλίδι, ούτε άλλωστε ο συνομιλητής του. Το “σκοτάδι” το χρησιμοποίησα για να περιγράψω τα μαλλιά κάποιου, τα μαλλιά μιας γυναίκας και ήταν η απάντηση σε μια ερώτηση. Ούτως ή άλλως υποχρεώθηκα να αναπτύξω το θέμα. Αυτό συνέβη οπτικά, ως μια αργή εναλλαγή σκιάς και φωτός.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Edgar Allan Poe, «Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ», (μτφρ. : Πολύκαρπος Πολυκάρπου), εκδ. Gutenberg, 2017

ΜΕ ΛΕΝΕ ῎Αρθουρ Γκόρντον Πίμ. Ο πατέρας μου ἦταν ἕνας εὐυπόληπτος ἔμπορος ναυτικῶν εἰδῶν στὸ Ναντάκετ, ὅπου καὶ γεννήθηκα. ῾Ο παππούς μου, ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς μάνας μου, ἕνας πετυχημένος δικηγόρος, ἦταν γενικὰ πολὺ τυχερὸς ἄνθρωπος· εἶχε μάλιστα κερδίσει πολλὰ χρήματα μὲ τὶς ἐπενδύσεις του σὲ μετοχὲς τῆς Νέας Τράπεζας –ὅπως τὴν ἔλεγαν τότε– τοῦ ῎Εντγκαρτον. Μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, εἶχε καταϕέρει νὰ βάλει στὴν ἄκρη ἕνα ἀρκετὰ σεβαστὸ χρηματικὸ ποσό. Μοῦ ᾽χε μεγάλη ἀδυναμία, νομίζω ὅτι μ᾽ ἀγαποῦσε πιὸπολὺ ἀπ ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους, κι αὐτὸ μ᾽ ἔκανε νὰ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὸ θάνατό του θὰ κληρονομοῦσα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. ῞Οταν ἔγινα ἕξι χρονῶν μ᾽ἔστειλε στὸ σχολεῖο τοῦ κυρίου Ρίκετ, ἑνὸς μονόχειρα ἡλικιωμένου κυρίου ἀρκετὰ ἐκκεντρικοῦ – ὅσοι ἔχουν πάει στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ ἀποκλείεται νὰ μὴν τὸν γνωρίζουν. Εμεινα κοντά του δέκα χρόνια, μέχρι τὰ δεκάξι μου, ὁπότε τὸν ἄϕησα γιὰ νὰ γραϕτῶ στ Ακαδημία τοῦ κυρίου Ε. Ρόλαντ, πάνω στὸ λόϕο. ᾽Εδῶ γνωρίστηκα καὶ ἔγινα ϕίλος μὲ τὸν γιὸ τοῦ πλοιάρχου κυρίου Μπάρναρντ, ποὺ ταξίδευε γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἑταιρείας «Λόιντ καὶΒρέντενμπουργκ» – ὁ κύριος Μπάρναρντ εἶναι ἐπίσης πασίγνωστος στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει πολλοὺς γνωστοὺς καὶ στὸ ῎Εντγκαρτον. Τὸν γιό του τὸν ἔλεγαν Αὔγουστο καὶ ἦταν δύο περίπου χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ μένα.

Εἶχε ἀκολουθήσει τὸν πατέρα του σ ᾽ ἕνα ταξίδι μὲ τὸ ϕαλαινοθηρικὸ «Τζὸν Ντόναλσον» καὶ μοῦ μιλοῦσε διαρκῶς γιὰ τὶς περιπέτειές του στὸν Νότιο Εἰρηνικό. Πήγαινα συχνὰ στὸ σπίτι του, ὅπου ἔμενα ὅλη μέρα καὶ κάποτε καὶ ὅλη τὴ νύχτα. Κοιμόμασταν στὸ ἴδιο κρεβάτι καὶ πάντοτε μὲ κρατοῦσε ξάγρυπνο μέχρι τὰ ξημερώματα μὲ τὶς ἱστορίες του γιὰ τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Νήσου Τίνιαν καὶ γιὰ τόπους ποὺ εἶχε δεῖ στὰ ταξίδια του. Τὰ λόγια του μὲ μάγευαν τόσο ποὺ ἄρχισα σιγὰ-σιγὰ νὰ νιώθω μέσα μου νὰ ϕουντώνει μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία νὰ ταξιδέψω κι ἐγὼ στὴ θάλασσα. Εἶχα δικό μου ἕνα μικρὸ σκαρί, ἕναν κέρκουρο, ποὺ τό  χα βαϕτίσει « ῎Αριελ» καὶ ἄξιζε ἑβδομηνταπέντε δολάρια πάνω-κάτω. Ξεχνῶ τὸ ἐκτόπισμά του – ἀλλὰ χωροῦσε ἄνετα δέκα ἄτομα κι ἂς εἶχε ὅλο κι ὅλο ἕνα μικρὸ κατάστρωμα κι ἕνα κατάρτι μὲ πανί. Μ᾽ αὐτὸ τὸ πλεούμενο κάναμε ἕνα σωρὸ τρέλες, ποὺ ὅταν τὶς θυμᾶμαι σήμερα λέω πὼς εἶναι θαῦμα ποὺ εἶμαι ἀκόμα ζωντανός. Θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰν ἀπ ᾽ αὐτὲς γιὰ νὰ σᾶς βάλω στὴν ἀτμόσϕαιρα τῆς μεγαλύτερης καὶ σημαντικότερης διήγησης ποὺ θ ᾽ ἀκολουθήσει. ῞

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Μια άποψη «περί χρήματος» («Τοις τήδε …χρήμασιν πειθόμενοι»…)» [γράφει ο Γιώργος Κ. Μύαρης]

 

 

Αφιερωμένο στη συγγραφέα  Αδαμαντία Τριάρχη-Μακρυγιάννη

`

Ο επαρκής αναγνώστης με την πρώτη ματιά καταλαβαίνει ότι το έργο «Περί χρήματος» των εκδόσεων «Κοβάλτιο» έχει τη μορφή συμπιλήματος κι όχι μιας πραγματείας συστηματικής για το χρήμα. Γι’ αυτό το στοιχείο/στοιχειό που πολλοί υποδέχονται ως «κινητήρια δύναμη» του πλανήτη ή για τούτο που οι περισσότεροι συνήθως αποτιμούν ως «καταστροφικό θεσμό». Για το «χρήμα», το διαρκώς επιζητούμενο, το ηδονικό και … ενίοτε επονείδιστο, σκέψεις ενταγμένες στην σκληρή μεταμνημονιακή πραγματικότητα.

Περιεχόμενο και μορφή του βιβλίου συμμαχούν μαζί μας, ώστε να μη φορτίσουμε με άκρα επιστημοσύνη την ατμόσφαιρα, αλλά να ενισχύσουμε ενεργητικά την mentalite, τη διανοητική συλλογική δραστηριότητα, μετά πνεύματος και οίνου! Εξάλλου, φιλοσοφική σκέψη και λογοτεχνική δημιουργικότητα από τον Όμηρο και τον Παπαδιαμάντη, τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη έως τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον Μπομπ Ντύλαν και τους σημερινούς συγγραφείς του κόσμου, πάντα διαχέονται στην ιστορική και ανιστόρητη παράθεση απόψεων.  Ο παλιός εαυτός μας, εδώ σε φόρμα, ξεπετάγεται να σχολιάσει: Η ιστορικοχρονολογική σειρά στην παράθεση των κειμένων ενισχύει τη κριτική ματιά του σημερινού αναγνώστη –αλλά είναι απούσα. Η αλφαβητική σειρά, που οι εκδότες επιλέγουν, εξυπηρετεί μια περισσότερο «άνετη» μελέτη και απόλαυση των κειμένων.

«Εν αρχή ήν ο Λόγος», συνήθως λέγεται. Αλλά μια κλασικού τύπου –και θεοκεντρική–προσέγγιση γεννά στον αιρετικό ακροατή μια περιφορά στον κήπο των λογικών σοφισμάτων ή έστω στην ορολογία του Γ. Βέλτσου: εν αρχή ήν ο Λόγος ή ο υπό- λογος; Ο υπό τον λόγον; Ή εν τη αρχή του Κόσμου των ανθρώπων ίσταται η υπολογιστική του συμφέροντος/χρήματος εξουσία; Συμβολή στη διερεύνηση αυτού του κεφαλαιώδους και διαχρονικού ζητήματος, δηλαδή της θεσμισμένης και συγχρόνως χαοτικής παρουσίας του χρήματος αποτελεί ο τόμος «Περί χρήματος», όπου οι Ζήσης Δ. Αϊναλής, Γιώργος Μπλάνας, Λαμπριάνα Οικονόμου και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος ενώνουν δυνάμεις ως …υποκινητές, μεταφραστές [θυμίζω: Traditoreor Tradutore?], επιμελητές, υπομνηματιστές, εκδότες! Στο δεύτερο τόμο της σειράς «Περί Φύσεως των Ανθρώπων» [“De Natura Hominis”]. Σε μια σειρά στην οποία οι εκδότες φιλοδοξούν να προβάλλουν, να αναδεικνύουν, να φωτίζουν «δομικά στοιχεία, εκφάνσεις και πάθη της ανθρώπινης φύσης». Επιστρατεύοντας προς τούτο επιστολές, δοκίμια ή λογοτεχνικά κείμενα από πολύ σημαντικά πρόσωπα που διαδραμάτισαν σοβαρό ρόλο στη στερέωση και προώθηση  της παγκόσμιας γραμματείας και τέχνης. Ο συγκεκριμένος τόμος, όπως προηγουμένως και η συναγωγή κειμένων «Περί Τρέλας»,  διεκδικεί τη «μοναδικότητά του ως προς την πρωτοτυπία της σύνθεσης των επιμέρους κειμένων, επιδιώκοντας να προκαλέσει μία νέα αναγνωστική εμπειρία».  Πλαγίως υπενθυμίζω ότι ο τόμος «Περί τρέλας» συγκεντρώνει 34 επιστολές των Αντονέν Αρτώ, Βιρτζίνια Γουλφ, Φρήντριχ Νίτσε, Έντγκαρ Άλλαν Πόε και Μαίρης Σέλλεϋ, στις οποίες οι συγγραφείς τους αποκαλύπτουν, αποτυπώνουν, εμβαθύνουν ή βυθίζονται στην ψυχική τους κατάρρευση με εξομολογητικό τόνο, συνθέτοντας την αγωνιώδη κραυγή του απόκληρου πνεύματος προς την κοινωνία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937), «Η Καθαρή Δευτέρα»

`

Γερ. Γερολυμάτος: «Καθαρή Δευτέρα», Λάδι σε καμβά./ Βασισμένο σε μια ιδέα του Σπ. Βασιλείου

 

Ήμουν τότε παιδί όχι πλειότερο από οχτώ χρονών και μαθήτευα στον παπα-Αντριά. Κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο εκείνο το θλιβερό συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη μεγάλη σαρακοστή και με το σκολειό. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβύθια, κουκιά, φακή και λαχανικά και να νηστεύουμε και το λάδι τα τετραδοπαράσκευα!

Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων το κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ’ αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί αυτό λογίζονταν αμαρτία! Κι όταν ακόμα το ‘φερνε ο λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι, ή-θεός φυλάξοι!- το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς» π. χ. «ζυγιάσαμε το τυρί -μακριά από τη σαρακοστή κι από εμάς-και βγήκε δέκα οκάδες.

Μια μέρα μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα, ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της.

Αλλ’ ήρθα λίγο λίγο στον εαυτό μου, πείστηκα ότι δεν ήταν ψέμα κι ότι αληθινά εκείνο το φως κι εκείνες οι αργυρόχρυσες ακτίνες πόμπαιναν από τις χαραμάδες των κλεισμένων παραθυριών του δωματίου μου ήταν της Καθαρής Δευτέρας. Θυμήθηκα περίλυπος ότι την περασμένη βραδιά είχαμε τυρινή αποκριά. Θυμήθηκα ότι είχαμε φάει κουλιάστρα, αυγά, τηγανισμένα, τυρί, ομορφοφκιασμένη αυγοτυρόπιτα, ψάρια, χέλια και θυμήθηκα ότι ύστερα απ’ το δείπνο είχαμε τραγουδήσει και χορέψει…

Όλα αυτά τα’ αναθυμήματα περνούσαν απ’ τη φαντασία μου σαν εικόνες φωτόλουστες, χαρωπές, όμορφες, γεμάτες τέρψη και ευθυμία, η μία πίσω από την άλλη, σαν κύμα που διδάχεται το κύμα, αλλ’ η Καθαρή Δευτέρα, γριά ψηλή, σεμνή, ασπροντυμένη και κατακάθαρη, σκυθρωπή, μ’ αυστηρό πρόσωπο και κάτασπρο φακιόλι, παρουσιάστηκε στη στιγμή μπροστά μου και μόσβησε όλες εκείνες τις όμορφες τερπνές εικόνες και με φοβέριζε μ’ ένα μακρύ ραβδί που κρατούσε στα χέρια της, απαράλλαχτη όπως μου την είχε παραστήσει η μάνα μου άλλες χρονιές, όταν ήθελα να φάγω πίτα ανήμερα.

–Πεινώ μάνα! Είπα της μάνας μου που συγύριζε το μαγειρειό.

–Άνοιξε την άρκλα, μου είπε και πάρε ψωμάκι και φάε!

–Δεν έχεις τίποτε προσφάγι ρώτησα με δακρυσμένα μάτια.

–Σήμερα παιδί μου προσφάγι μου απολογήθηκε εκείνη, σαν να παραξενευόταν που της ζητούσα προσφάγι. Προσφάγι τρήμερο μέρα;

-Αλλά δεν τρων σήμερα τίποτε άλλο εξόν από ψωμί ξερό; την ξαναρώτησα απελπισμένα.

–Τίποτε, τίποτε! μου απολογήθηκε εκείνη αποφασιστικά. –Κανένα σύκο, καμιά σταφίδα να φάγω για προσφάγι;

-Σύκο, σταφίδα, τι λές μοναχέ μ’ κι ακριβέ μ’;

-Σήμερα τρήμερο Καθαροδευτέρα, σύκα και σταφίδες; Μόνο την Τετάρτη, ύστερα από δυο μέρες κάνει να φάμε σύκα και σταφίδες. Σήμερα κι αύριο καλά καλά δεν κάνει να φάμε ούτε ψωμί! Αλλά εσάς τα παιδιά σας το σχωρνάει ο Θεός αν φάτε ψωμί, αλλά μονάχα ψωμί και νερό και τίποτε, τίποτε άλλο!

-Πώς να κάνω, της είπα που εγώ θέλω και προσφάγι; Ελιές δεν κάνει να φάω;

-Μπα! μπα! μπα! Ξεφώνισε. Φτύσε γρήγορα μη μαγαρίσεις το στόμα σου και με τ ’ανάβαλμά τους μόνο. Το λάδι δε βγαίνει απ’ τις ελιές; Κι αναφέροντας τις λέξεις «λάδι» κι «ελιές» έφτυσε, για να ξεπλύνη το στόμα της να μη μαγαρίση.

-Πώς να κάνω της ξαναείπα,που δεν μπορώ να φάω χωρίς προσφάγι;

Κι αυτή κάνοντας πως θυμήθηκε κάτι, μου είπε για να με ξεφορτωθη:

-Αν θέλεις καλά και σώνει προσφάγι, να πας στην πλαγιά να βρης περδικαύγα στις περδικοφωλιές να φας.

Κι αναφέροντας τα περδικαυγά ξανάφτυσε.

Διαβάστε περισσότερα