Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Κυριάκος Δημητρίου, «Το Κώμα», εκδ. Πορεία, 2017 (γράφει η Μαριάννα Παφίτη)

 

 

 

 

Αυτή τη φορά άργησα πολύ να γράψω για το καινούριο λογοτεχνικό έργο του Κυριάκου Δημητρίου. Το γνωρίζω, δε ξεκινούν με αυτό τον τρόπο οι βιβλιοπαρουσιάσεις μα δεν είμαι σίγουρη πως το κείμενό μου αυτό θα μοιάζει, εν τέλει, με το συγκεκριμένο κειμενικό είδος. Μου πήρε μήνες να ονομάσω το συναίσθημα που μου προκάλεσε η ανάγνωση της καινούριας νουβέλας του Δημητρίου, Το Κώμα (Αθήνα, εκδόσεις Πορεία, 2017), και δεν είναι το συναίσθημα αυτό ίδιο με την αμηχανία της πρώτης ανάγνωσης του πρώτου έργου του λογοτέχνη δύο χρόνια πριν. Δέος είναι το συναίσθημα αυτό που με κατακλύζει. Δέος όπως το αισθάνονταν οι κλασικοί Ρομαντικοί.

Η ιστορία της νουβέλας φαινομενικά απλή: ο ομοδιηγητικός αφηγητής,  Λέναρντ Μάισνερ, Γερμανός γιατρός στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου, διενεργώντας, από το 1938, πειράματα σε ζωντανούς Εβραίους, υπηρετεί τη γερμανική φασιστική ιδεολογία της ανωτερότητας της φυλής. Ξαφνικά καταρρέει, πέφτει σε κώμα και νοσηλεύεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Μονάχου τον Μάιο του 1942. Στις τριάντα τρεις ενότητες του έργου ο Μάισνερ ανακαλεί μνήμες από τη γέννησή του μέχρι και το θάνατό του ο οποίος επέρχεται όταν οι γιατροί αποσυνδέουν τη μάσκα οξυγόνου.

Των τριαντατριών αφηγηματικών ενοτήτων προηγείται μια ενότητα χωρίς αριθμό, ας την πούμε εισαγωγική, στην οποία ο αφηγητής συστήνεται στον αναγνώστη, περιγράφει, με επιστημονικούς όρους, την ιατρική κατάστασή του και θέτει το κυρίαρχο, στη λογοτεχνία του Δημητρίου, ερώτημα:

«Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, φοβάμαι πολύ, δηλαδή φοβάμαι κάτι χειρότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο. Αν οι νεκροί είναι καταδικασμένοι να ζουν παντοτινά τον θάνατό τους; Αν (τι ανείπωτη φρίκη!) οι νεκροί βρίσκονται αιωνίως ημιθανείς, κι ενώ το σώμα τους λιώνει σιγά σιγά […] αυτοί παραμένουν – νεκροζώντανοι – δεσμώτες στο αποσκελετωμένο πτώμα, με το μυαλό, την ψυχή και τη μνήμη σε συνεχή επαγρύπνηση; Αν είναι έτσι τα πράγματα (ποιος ξέρει πώς είναι, αλήθεια, τα πράγματα, αφού οι νεκροί δεν μιλάνε για να μας πουν τι συμβαίνει)[…]. Τότε, η ζωή είναι ψευδαίσθηση κι ο θάνατος ένας αληθινός μύθος». (σσ. 10 – 11).

Μια αφήγηση μεταιχμιακή μιας εξίσου μεταιχμιακής αφηγηματικής κατάστασης. Η ποιητική του Δημητρίου ανιχνεύει το μεταίχμιο, το προβάλλει, το προσεγγίζει, το επεξεργάζεται. Με το τέταρτο του έργο στα χέρια μου, νομιμοποιούμαι να ονομάσω την ποιητική του ως ποιητική του μεταιχμίου και να ξαναδιαβάσω τα προηγούμενα έργα του υπό το πρίσμα αυτό. Έως τότε, επανέρχομαι στο Κώμα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Κάθε τι μια φορά…»: μια περφόρμανς βασισμένη στον λόγο του Ρίλκε και του Καζαντζάκη», Τεχνοχώρος Χίμαιρες, 15/10 -20/11/ (Γράφει η Άντζελα Δεληχάτσιου)

 

 

Η περφόρμανς «Κάθε τι μια φορά…» είναι ένα ταξίδι στη σχέση μας με τη πνευματική αναζήτηση μέσα από σωματο-θεατρικές εικόνες και δράσεις πάνω σε κείμενα του Ρίλκε και του Καζαντζάκη.

Η περφόρμανς προέκυψε από μια παρατήρηση που έκανα διαβάζοντας τους  συγκεκριμένους συγγραφείς: και οι δύο φαίνονταν να είχαν επηρεαστεί από ανατολικές μεταφυσικές φιλοσοφίες, όπως ο βουδισμός. Όταν έκανα βαθύτερη έρευνα, έμαθα ότι όντως ο Καζαντζάκης χαρακτήρισε τον Βούδα ως έναν από τους πνευματικούς πατέρες του. Επίσης, ο Ρίλκε έγραψε τρία ποιήματα για τον Βούδα.Εκτός από τον βουδισμό, και οι δύο ταξίδεψαν πολύ καιεπηρεάστηκαν από τον πολιτισμό και τις θρησκείες διάφορων χωρών, καιμε βάση την εμπειρία τους αυτή ο καθένας δημιούργησε τη δικιά του ιδιαίτερη κοσμοθεωρία.Έτσι, πέρα από το αρκετά διαφορετικό ύφος, βρίσκω ενδιαφέρον το ότι τους ενώνει τελικάμια παρόμοια θεματολογία: το εφήμερο της ύπαρξης, η σχέση μας με το θείο, η αναζήτηση για αλήθειες έξω από τις κοινωνίες όπου μεγάλωσαν. Επίσης, είναι σχεδόν συνομήλικοι (ο Ρίλκε γεννήθηκε το 1875, και ο Καζαντζάκης το 1883), οπότε μοιράζονται μια εποχή με έντονα γεγονότα στην Ευρώπη.

Με ενδιέφερε, λοιπόν, να δημιουργήσουμε με την ομάδα μας μια παράσταση όπου αυτοί οι δύο θα βρίσκονταν σε συνομιλία – με τις διαφορές στον τρόπο γραφής τους να δείχνουν διάφορους δρόμους που μπορούμε να πάρουμε προς την πνευματική αναζήτηση.  Συγκεκριμένα, από τον Καζαντζάκη αποφασίσαμε να εστιάσουμεστο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, επειδή μας ενδιέφερε να τονίσουμε το χιούμορ ως δρόμο προς την πνευματικότητα. Με τον Ρίλκε, εστιάσαμε στον λυρισμό και το μυστήριο της ποίησής του από το Βιβλίο των Ωρών και τις Ελεγείες του Ντουίνο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αλλόκοτης προσευχής.  Είναι μια ενδιαφέρουσα αντίφαση τόνου ανάμεσα στους δύο συγγραφείς που πρόκειται να δημιουργήσει έναν χιουμοριστικό μυστικισμό.

Εκτός από τα δυνατά κείμενα των συγγραφέων, βασικό δομικό υλικό της παράστασης είναι μια ομάδα ηθοποιών-περφόρμερ-δημιουργών με φοβερές δυνατότητες. Κινούνται σε ολόκληρη την γκάμα του είδους της περφόρμανς από τη μεταμοντέρνα κίνηση στον ηχητικό αυτοσχεδιασμό,από το υπερρεαλιστικό σωματικό χιούμορ,στο τραγούδι καιζωντανή εκτέλεση απλών μελωδιών με μουσικά όργανα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Διονυσία Κιούρκα, «Φαιναρέτη και Νεφέλη»

«Αναρωτήθηκες ποτέ τι θα γινόταν αν για να ανθίσουν τα τριαντάφυλλα τρέφονταν με γάλα;»

 

Το βλέμμα της Φαιναρέτης ήταν παγιδευμένο έξω από τη τζαμαρία. Η ένταση στη ματιά της ήταν τόση που, αν πρωταγωνιστούσε σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, το γυαλί θα διασπόταν θεαματικά στα αρχέτυπα συστατικά του – σε αμέτρητους κόκκους άμμου. Το κέντρο της δεν ήταν ούτε η ταλαιπωρημένη λεωφόρος με τα βαρετά αυτοκίνητα, ούτε το θλιβερό πλήθος που βάδιζε σε φρενίτιδα, όπως τα μηρμύγκια όταν νιώθουν το διώκτη τους· δεν ήταν καν τα σχολιαρόπαιδα που λίγο πριν γυρίσουν στην οικογενειακή κατεστημένη εστία τους μετά το σχόλασμα, αλλοίωναν τη μαυρίλα των περαστικών με τα δυνατά γέλια και τις φάρσες τους.

 

Η Φαιναρέτη κοιτούσε ένα τριαντάφυλλο· ένα μικρό και αδύναμο τριαντάφυλλο. Το μοναδικό παιδί της τριανταφυλλιάς που πάσχιζε να επιβιώσει στην αυλή της αστικής καφετέριας που συναντούσε τη φίλη της.

 

Ήταν μέσα Μαρτίου μιας άγριας άνοιξης και το λουλούδι αυτό ήταν η απόλυτη παραφωνία. Παραφωνία στον παγωμένο ακόμα αέρα, παραφωνία στη δίνη της μεγαλούπολης, παραφωνία στη διάθεση και τα συναισθήματά της που δεν εννοούσε να βάψει τον καμβά τους σε κανένα άλλο χρώμα εκτός από τις αποχρώσεις του μαύρου.

 

Ναι, το μαύρο είχε για εκείνη αποχρώσεις. Από παιδί, όταν ζωγράφιζε με τέμπερες, πάντα της άρεσε να προσθέτει στ’ άλλα χρώματα ανεπαίσθητες σταγόνες μαύρου. Έτσι, το κόκκινο γινόταν μπορντώ και στο τέλος μαύρο, το πράσινο κυπαρισσί και στο τέλος μαύρο, το μπλε φουρτούνιαζε και βούλιαζε στο μαύρο. Ποτέ δεν προσπάθησε την αντίθετη διαδικασία. Το ροζ, το λαχανί και το γαλάζιο δε χρωμάτιζαν τα δικά της όνειρα. Τα παρατηρούσε στις ζωές των άλλων – μέχρι και που τα απολάμβανε κάποιες φορές. Όμως ο δικός της πίνακας ήταν σκούρος, η μουσική της σκληρή και εκκωφαντική και ο χαρακτήρας της αδιαπέραστος.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Franz Kafka, «Ποσειδώνας» (μτφρ. Γ. Κώνστας)

Η διακυβέρνηση όλων των υδάτων του κόσμου τον έκανε να δουλεύει ασταμάτητα. Θα μπορούσε να έχει όση βοήθεια ήθελε, και είχε αρκετή, επειδή όμως είχε πάρει πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του, λογάριαζε τα πάντα ακόμα μια φορά, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ικανοποιητικά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του ‘κανε κέφι να δουλεύει. Προσπαθούσε να τελειώσει, επειδή ήταν υποχρεωμένος.

Μα φυσικά και είχε προσπαθήσει να βρει μια πιο χαρούμενη εργασία –αυτή ήταν η έκφρασή του– αλλά πάντοτε, όταν του γινόντουσαν διάφορες προτάσεις, γινόταν φανερό ότι τίποτα δεν του ταίριαζε τόσο καλά όσο τα μέχρι τώρα καθήκοντά του. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεθεί κάτι άλλο για κείνον. Ήταν απίθανο να του ανατεθεί μια ορισμένη θάλασσα. Εξάλλου, η δουλειά που θα έκανε τότε δεν θα ήταν απλώς μικρότερη, αλλά ευτελής.

O Μεγάλος Ποσειδώνας δεν μπορούσε ν’ αναλάβει παρά μονάχα μια πολύ υψηλή θέση. Κι αν του πρόσφερε κανείς μια θέση έξω από τα νερά του, και μόνο στην ιδέα αρρώσταινε, η θεϊκή του αναπνοή κοβόταν και το σεβάσμιο στήθος του έτρεμε. Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν έπαιρνε τις δυσκολίες του στα σοβαρά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924- 2008), «To σύννεφο», απο τη Συλλογη «Φύλλα Φτερά», εκδ. Διογένης, 1977

Όπως ήταν καθισμένος πίσω του, έβλεπε ότι αυτός φορούσε καλή ρεπούμπλικα κι ότι οι πλάτες του είναι γερές, καλοταϊσμένες. Μα και το κοστούμι καινούριο φαινόταν κι εκείνο. «Ευκατάστατος άνθρωπος», σκέφτηκε.

Ως τα τότε δεν τον είχε προσέξει. Τον πήρε ξαφνικά το βλέμμα του σα να είχε ξεφυτρώσει εκείνη τη στιγμή στο μπροστινό κάθισμα. Κάτι περίεργα αισθήματα του έφερνε η γερή κοψιά αυτού του ανθρώπου — κακά αισθήματα κι απορούσε κι ο ίδιος. Του έφταιξε αυτός σε τίποτα; Σε τίποτα δεν του είχε φταίξει, ούτε τον γνώριζε, ούτε τον είδε άλλη φορά. Έστεκαν εδώ και λίγα λεπτά στο πεζοδρόμιο και περίμεναν το τραμ. Αλλά ούτε είχε προσέξει ότι στέκει κι αυτός και περιμένει. Κατόπιν ανέβηκαν στο τραμ· ούτε και τότε σημείωσε την παρουσία του.

Όταν έφτανε το τραμ, πέρασε από πάνω και το σύννεφο κι άρχισε η βροχή. Χοντρές χοντρές σταλαματιές, ένα κορόμηλο η κάθε μια. Πέφτουν κάτω στην άσφαλτο κι από την άσφαλτο ανεβαίνει η σκόνη κι η μυρουδιά της. Μια στυφή, ζεστούτσικη μυρουδιά μέσα από τις χοντρές σταγόνες — έτσι μυρίζει εδώ στην πόλη το φθινόπωρο. Ο δρόμος σκοτείνιασε αμέσως. Από τη μεριά της πλατείας κατέβηκε ένας αέρας, η βροχή δυνάμωσε.

Έφτασε ευτυχώς το τραμ.

Κάτι σταγόνες τον είχαν πάρει· μούσκεψαν αμέσως το καψοπουκάμισο και τώρα κατέβαιναν, κρύες κρύες, στη ραχοκοκαλιά. Αυτό το σύννεφο, ο δρόμος που σκοτείνιασε, ο ξαφνικός αέρας, το ψυχρό νερό που μούσκευε ως κάτω την πλάτη — όλα του προμηνούσαν αυτά που προμηνάν στους φτωχούς τα πρωτοβρόχια. Δεν τον πρόσεξε λοιπόν, γιατί σκεφτόταν αυτά τα πράματα.

Πρέπει δίχως άλλο να φροντίσει να βρει ένα καλύτερο μέρος τέτοιος καλός τεχνίτης που είναι κι αυτός, ν’ αυξηθεί λίγο ο μισθός. Αλλιώτικα, πώς να βγει πέρα! Αν μείνει εκεί όπου είναι, ελπίδα δεν υπάρχει για μια καλύτερεψη — αυτό είναι τελειωμένο ζήτημα. Τα έχουν πει με το αφεντικό αρκετές φορές, εκείνος βάζει κάτω τα χαρτιά κι αρχίζει — μπορεί ο άνθρωπος να ‘χει και δίκιο. Τόση η αξία των εργαλείων, τόσα τα υπόλοιπα έξοδα: σαπούνια, πλυσίματα, ο φωτισμός, το νοίκι, κολώνες… Έπειτα, τόσα παίρνεις εσύ, να τι μένουν και σε μένα. Αυτός του λέει ότι δε βγαίνει όμως πέρα με ό,τι του δίνει, πρέπει να σκεφτούν και τα παιδιά του.

— Εμ, και τα δικά μου —λέει ο άλλος— να μην τα σκεφτώ κι εγώ; Πώς το θέλεις;

Όταν φτάνουν σ’ αυτά δε λένε πια τίποτ’ άλλο.

Μπα, πρέπει να κοιτάξει να οικονομηθεί αλλιώς, να βρει κάνα μαγαζάκι, γιατί είναι πολύ άσχημα έτσι… Σκέφτεται τη μεγάλη κόρη που δεν έχει τώρα παπουτσάκια, τη γυναίκα με το μωρό που έχει ανάγκη από καλή τροφή, από ζεστά ρουχαλάκια. Αυτό χρειάζεται και χυμούς φρούτων, του λένε, να μην πάθει ραχίτιδα. Σκέφτεται και τη δική του κατάσταση, ότι δεν έχει κι αυτός παλτό — όλ’ αυτά σκέφτεται κι εκεί απάνω κάνει μια έτσι και τόνε πρόσεξε.

Ο σβέρκος του ήταν που έκανε και τον πρόσεξε. Οι άνθρωποι του σιναφιού έχουν ιδιαίτερα πάρε δώσε με το μέρος αυτό. Ο σβέρκος είναι γι’ αυτούς ό,τι περίπου το πρόσωπο. Όταν μιλάν με τον πελάτη, τις περισσότερες φορές κοιτάν εκεί. Μια ματιά άμα ρίξουν, ξέρουν κατόπιν τι είναι περίπου ο πελάτης που κάθισε στο κάθισμα.

Διαβάστε περισσότερα