Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Thomas Ernest Hulme (1883 – 1917): Ο ξεχασμένος μοντερνιστής που άλλαξε την ποίηση του 20ού αιώνα» (γράφει η Βασιλική Στούκα)

 

«Ο άνθρωπος είναι εγγενώς περιορισμένος και ανίκανος για κάτι το σπουδαίο. Είτε λόγω της φύσης του, είτε εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος, είτε ως συνέπεια της εξέλιξης, εμπεριέχει ορισμένες αντινομίες και γι’ αυτό αδυνατεί να αγγίξει την τελειότητα. Μέσα του επικρατεί ένας πόλεμος ενστίκτων και αποτελεί μέρος των μόνιμων χαρακτηριστικών του να συνεχίσει να ισχύει αυτό».

Ήταν 28 Σεπτέμβρη 1917, όταν χάθηκε χτυπημένος από γερμανική οβίδα στα χαρακώματα της Δυτικής Φλάνδρας, ο Thomas Ernest Hulme, Άγγλος κριτικός και ποιητής που πρώτος συνέλαβε θεωρητικά την ανάγκη μιας στροφής στην ποίηση από τον ρομαντισμό σε ένα νέο κλασικισμό που με όπλο του τη συμβολική δύναμη της εικόνας θα αποτύπωνε με ακρίβεια πράγματα και συναισθήματα. Εκείνος, πρώτος, έθεσε τις βάσεις για το ποιητικό ρεύμα του ιμαζισμού που καθιέρωσε ο πνευματικός του συνοδοιπόρος Ezra Pound και που έμελλε να επηρεάσει τον T.S. Eliot ώστε να πει για τον Hulme πως “έγραψε δυο-τρία από τα ομορφότερα μικρά ποιήματα στην Αγγλική γλώσσα”.

Ο Hulme, που θεωρείται από πολλούς ως ο πρώτος μοντερνιστής ποιητής, είχε πει για την ποίηση πως “είναι ένας πεζός που σε οδηγεί να βαδίσεις στο έδαφος, ενώ η πρόζα είναι τρένο που σε πάει σε κάποιο προορισμό”.

Γεννημένος στις 16 Σεπτεμβρίου 1883, πρόφτασε μέχρι το τέλος της ταραχώδους μα σύντομης ζωής του να γράψει ελάχιστα ποιήματα, εκδίδοντας μόλις έξι από αυτά πριν εγκαταλείψει την ποιητική προσπάθεια. Τα λίγα εκείνα σύντομα έργα που μοιράστηκε, μάγεψαν και ενέπνευσαν τον φίλο του Ezra Pound που επηρεασμένος από το πνεύμα και το όραμα του Hulme, έγινε ο βασικός ιμαζιστής ποιητής της Ευρώπης, αλλά και τον T.S. Eliott, για τον οποίο ο Hulme «ήταν ο πρόδρομος μιας νέας οπτικής που θα έπρεπε να είναι ο τρόπος σκέψης του 20ού αιώνα».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτριος Κασελίμης, “Το ουΐσκι και ο καφές πίνονται σκέτα”

Βάλε ένα Islay Scotch, σκέτο: φτηνή φιλοσοφία χωρίς αντικείμενο
Το ουίσκι και ο καφές πίνονται σκέτα. Αυτό είναι μία άποψη. Ο SARS-CoV-2 υπάρχει, έχει υψηλή μεταδοτικότητα και σκοτώνει ένα ποσοστό των νοσούντων. Αυτό δεν είναι μία άποψη.
Συχνά αυτή η διάκριση δεν είναι καθόλου σαφής. Στην επιστήμη δεν είναι όλες οι απόψεις ισότιμες. Δεν λειτουργεί δημοκρατικά η ακαδημαϊκή κοινότητα. Δεν έχει καμία σημασία το τι θέλουν οι πολλοί. Σημασία έχει το τι υποδεικνύουν τα δεδομένα. Και το consensus; Δεν είναι αυτό μια μορφή πλειοψηφικής τάσης; Σαφώς, αλλά και πάλι δεν ορίζεται βάσει της επιθυμίας ή της πίστης.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Εις μνήμην τού Μάνου Ελευθερίου: ο αέναος αγώνας του, για να εννοήσει τον άνθρωπο» (γράφει ο Ανδρέας Λαμπέτης)

 

 

«Ἄφησέ με νὰ ζήσω μιὰ στιγμή, κἂν ὅσο

στὸ γαληνὸ νὰ χύσω αιθέρα και στ’ αὐτί σου

τὸ θησαυρό μου. Μὴ σκοτώσῃς ὅ,τι πρέπει

νὰ γεννηθῇ». Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια τὸ γεράκι

τ’ ἄπονο νύχι του παράλυε, καὶ μὲ τ’ ἄλλο

ἅπλωνεν ὡσάν σπλάχνους φιλάνθρωπου χέρι

στ’ αηδόνι, που σ’ εκείνη τὴ στιγμὴν ἐσβύσθη».

Διονύσιος Σολωμός, «Τὸ ἀηδόνι καὶ τὸ γεράκι», Δ.Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα. (Πρόλογος με μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου), Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921, 66.

 

Στους στίχους αυτούς του Διονύσιου Σολωμού που δεν επρόλαβε να τους μετατρέψει σ’ότι σχεδίαζε,είδα ν’ αχνοφαίνεται η μορφή του Μάνου Ελευθερίου που κίνησε πριν από χρόνια δύο για το αναπόφευκτο ταξίδι. Σαν αηδόνι ανθεκτικό κι αυτός συνέχιζε, μια ζωή ολόκληρη,να γεννά στίχους σκεπτικούς της θλίψης και της χαράς, όσο τ’ ακονισμένα νύχια τής ιστορίας και των κομπάρσων της βυθίζονταν επίμονα στην τρυφερή του ύπαρξη. Φανταστήκαμε τους ανθρώπους αιώνιους και λησμονήσαμε ότι στο τέλος, πάντοτε,θα καταφθάνει ο θάνατος, για να παραλάβει τα φθαρτά σαρκία που μας ντύνουν. Κι ας τον ξορκίζουμε, επιμελώς, όσο διαρκεί η ζωή μας, στις αρένες που εκδίδεται η τελική ετυμηγορία,που θα δοθούν εφήμεροι ο πλούτος καιη δόξα,ποτέ δε θα τον νικήσουμε. Αργά, ίσως, θα εννοήσουμε πως, όταν πρωτοερχόμαστε, λίγα μέτρα γης μάς παραχωρούνται, ίσα για να στήσουμε για λίγες ανάσες τη σκηνή, πάνω στην οποία θα παίξουμε εκόντες άκοντες την παράσταση του βίου μας. Κι ύστερα θα μας πάρει το τέλος τού έργου από το χέρι,για να αναλυθούμε ξανά σε μυριάδες κόκκους χώμα. Να ξαναβρούμε το σπίτι μας.

Από τούτο τον κόσμο, όμως, περνούν και κάποιοι άλλοι άνθρωποι. Διαφορετικοί. Αυτούς επιμένουμε να τους φανταζόμαστε παντοτινά παρόντες, αφού άφησαν πίσω τους τόσα ίχνη ανθεκτικά. Ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε και ο Μάνος Ελευθερίου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Η επιστροφή του Οδυσσέως»

Από το βιβλίο: Ανδρέας Εμπειρίκος, (1980). Γραπτά ή προσωπική μυθολογία (1936–1946). 3η έκδ. Αθήνα: Άγρα. [1η έκδ. 1960, Αθήνα: Δίφρος].

 

Η ραστώνη, ότι και αν λέγουν μερικοί, είναι κάκιστον πράγμα. Όχι για λόγους ηθικής, αλλά για λόγους βιολογικούς, για λόγους υπερβαίνοντας και αυτήν ακόμη την λεγομένην υπαρξιακήν φιλοσοφίαν.

Πρέπει να εξηγηθώ. Το νιώθω. Ιδού λοιπόν.

Κάποτε, στα κράσπεδα της Νέας Ιερουσαλήμ, (ή Salt Lake City), καθόταν ένας πυρρόξανθος μορμόνος — ο Δανιήλ Κάρτερ. Ο άνθρωπος αυτός είχε τρεις όμορφες γυναίκες — την Πηνελόπη, την Τζωρτζιάνα και την Αικατερίνη. Ο Δανιήλ ήτο καλός και αγαθός. Είχε όμως ένα ελάττωμα. Ήτο τεμπέλης.

Τα τρία πρώτα χρόνια της συζυγικής ζωής του, όλα πήγαιναν καλά. Στο τέταρτον έτος, πήρε ακόμη δυο γυναίκες — την Ρουθ και την Ελένη. Πέρασε άλλος ένας χρόνος, και ακόμη όλα πήγαιναν καλά. Ο Δανιήλ, αμέριμνος και υγιής, ζούσε με τις γυναίκες του ευτυχισμένος. Στο τέλος όμως του πέμπτου χρόνου μια πυρκαϊά απετέφρωσε το πρότυπον βυρσοδεψείον που του είχε αφήσει ως κληρονομίαν ο πατέρας του, και ο αγαθός μορμόνης, πλην ενός σπιτιού και ολίγων τιμαλφών, απώλεσε τα πάντα. Τότε κατέστη έκδηλος η τεμπελιά του.

«Καημένε Νταν», του έλεγε η Πηνελόπη, που είχε περισσότερο θάρρος μαζί του από τις άλλες του γυναίκες. «Καημένε Νταν, γιατί δεν προσπαθείς να εργασθείς, γιατί δεν κάνεις κάτι… Θα μας ρέψει η φτώχια… Θα πεθάνουμε της πείνας…»

Ο Νταν πουλούσε πού και πού από ένα τιμαλφές και έλεγε χαϊδεύοντας την μικρά πυρρόξανθή του γενειάδα:

«Έχει ο Θεός. Έχει ο Θεός, για τους καλούς ανθρώπους».

Η αλήθεια είναι πως ο Δανιήλ, εκτός που ήτο ένας τεμπέλης, ήτο συνάμα ονειροπόλος και πίστευε σε μια Ιερουσαλήμ ευτυχισμένη, που θα την φύλαγε από ψηλά, εις τον αιώνα ο Παντοκράτωρ.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μ. Καραγάτσης, « Η μεγάλη Χίμαιρα», 1953

 

Σήμερα συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατό του (14/9/1960)

 

 

[…]

Η Μήδεια. Δεν υπάρχει διεισδυτικότερη κι οριστικότερη ανάλυση του γυναικείου ερωτικού προβλήματος. Ο Ευριπίδης είπε την τελευταία λέξη. Είχε αποστηθίσει όλη την τραγωδία από τον πρώτο ώς το στερνό στίχο. Όταν η ώρα του φροντιστηρίου κόντευε στο τέλος, ο καθηγητής έκλεινε τα βιβλία κι έλεγε:

— Και τώρα, η δεσποινίς Μπαρέ θα μας απαγγείλει Μήδεια.

Σηκωνόταν όρθια κι απάγγελλε στάσιμα και χορικά, χρωματίζοντάς τα μ’ έκφραση παθητική.

Ο καθηγητής κουνούσε το κεφάλι με θαυμασμό:

— Εἰ μή τῇ Καλλιόπῃ ἐμαθήτευσας, Μελπομένην προσῆκε σοι ὑπηρετεῖν.

— Τῇ προρρήσει σου σφάλλεις, ὦ ἀγαθέ. Θάλειαν καί Τερψιχόρην προσήκει μοι λατρεύειν· καί μουσικαῖς αἰθούσαις κόρδακα ὀρχουμένη, ἄνδρας ἐρεθίζειν καί πορνείαν ἐκδίδεσθαι.

Ο καθηγητής σιωπούσε και την κοίταζε με τα πανέξυπνα μάτια του. Οι συμφοιτητές της όμως γελούσαν, γιατί ήξεραν την ακλόνητη αρετή της — δεν είχε ακουστεί ποτέ, το παραμικρό.

«Η Μήδεια μου γίνηκε πάθος. Η γυναίκα, που από ερωτική ζήλια σκοτώνει τα παιδιά της, είναι ψυχοπαθής; Νά, το ερώτημα που με τυράννησε… Όχι, δεν είναι ψυχοπαθής. Αν ήταν, δεν θα ενέπνεε τη μεγαλοφυΐα του Ευριπίδη, που δεν αναζητάει ποτέ τα θέματα των τραγωδιών του στον κύκλο της νοσηρότητας. Η Μήδεια είναι ο φυσιολογικός άνθρωπος, που το ερωτικό πάθος τού συσκοτίζει το λογικό, όπως στον κάθε φυσιολογικό άνθρωπο. Κατ’ αντιδιαστολήν συμπέρασμα: ο άνθρωπος που δεν μπορεί να νιώσει ένα τέτοιο πάθος, δεν είναι φυσιολογικός.»

Σήμερα, ύστερ’ απ’ όσα γίνηκαν, η έξαλλη εκείνη εγκεφαλική της σύλληψη την κάνει να εξοργίζεται με τον εαυτό της. Όπως ακριβώς αφηνίασαν οι δεκαοχτώ καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής, όταν τους ανέπτυξε αυτήν την ανόητη θεωρία επιστημονικά διατυπωμένη. Λύσσαξαν, ούρλιαξαν. Αλλά δεν μπόρεσαν να της αρνηθούν τον τίτλο του διδάκτορα.

Διαβάστε περισσότερα