Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Η γελοιοποίηση των θεσμών» (ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ, ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΩΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΣΤΙΓΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ)

«Γιατί ένας σοβαρός δημοσιογράφος μιας σοβαρής εφημερίδας δεν ασχολείται σοβαρά με το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα; Γιατί η Εταιρεία Συγγραφέων σιωπά;» Αυτά τα ερωτήματα απεύθυνε τις προάλλες στο facebook ο ποιητής Ντίνος Σιώτης. Αφορμή βεβαίως η αποκάλυψη του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου ότι το δημοσιευμένο στο Βήμα άρθρο του Αλέξη Σταμάτη, απόσπασμα του οποίου τέθηκε στις φετινές Πανελλήνιες Εξετάσεις, είναι προϊόν λογοκλοπής. Μια μέρα αργότερα, ο ίδιος έφερε στο φως και άλλη λογοκλοπή του Σταμάτη, για άλλο άρθρο του στην ίδια εφημερίδα.

Ας αναλογιστούμε μια στιγμή ποιοι και πόσοι θεσμοί εκτίθενται εδώ. Πρώτα απ’ όλα βεβαίως εκτίθεται η εφημερίδα που εξέλαβε και δημοσίευσε τα κλοπιμαία κείμενα ως πρωτότυπα. Ασφαλώς δεν γνώριζε την προέλευσή τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν χρωστά μια συγγνώμη στους αναγνώστες της; Ύστερα, προφανώς, εκτίθενται οι θεματοθέτες των εξετάσεων και το Υπουργείο Παιδείας που τις διοργανώνει. Δεν οφείλουν μια εξήγηση σε γονείς, δασκάλους και μαθητές για τη φτωχή τους κρίση; Κατόπιν, οι θεσμοί που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία και το βιβλίο στη χώρα μας: οι ενώσεις των συγγραφέων όπως η Εταιρεία Συγγραφέων και οι ενώσεις των εκδοτών. Δεν κατανοούν πόσο βαριά είναι η σκιά της δυσπιστίας που πέφτει πάνω σε όλα τα μέλη τους, σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται έντιμα και δημιουργικά στο πεδίο της γραφής; Τέλος, εκτίθεται ο Τύπος, μικρός και μεγάλος, της χώρας. Πώς είναι δυνατόν εφημερίδες, ειδησεογραφικοί ιστότοποι, λογοτεχνικά περιοδικά τόσες μέρες τώρα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, να κάνουν ωσάν να μη συνέβη τίποτε; Και αντί για έρευνες διαφωτιστικές του ζητήματος να δημοσιεύουν ρεπορτάζ με τον Σταμάτη να δηλώνει… συγκινημένος και υπερήφανος που το «κείμενό του» επελέγη για τις εξετάσεις; (Έως τη στιγμή αυτή, μόνον η Καθημερινή, προς τιμήν της, έχει αναφερθεί στο ζήτημα).

Η περίπτωση του Σταμάτη είναι δυστυχώς μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Προ ημερών, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης απονεμήθηκε σε βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού. Κανείς Έλληνας συγγραφέας δεν έχει καταγγελθεί τόσες φορές στο παρελθόν, από τόσο πολλούς και με τόσο πολλά και αδιάσειστα πειστήρια, για την ακατάπαυστη λογοκλεπτική του δράση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Heinrich Wilhelm von Kleist, (1777 – 1811), «Η ζητιάνα του Λοκάρνο» (μτφρ. Θοδωρής Δασκαρόλης)

ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΑΛΠΕΩΝ, στο Λοκάρνο της βόρειας Ιταλίας, βρισκόταν ένας παλιός πύργος, ιδιοκτησία ενός μαρκησίου, απ’ τον οποίο ο σημερινός διαβάτης που έρχεται από το Σαν Γκοττάρ δεν βλέπει παρά τα ερείπια και τα χαλάσματά του: ένας πύργος με ψηλοτάβανες κι ευρύχωρες κάμαρες, που σε μιαν απ’ αυτές κάποτε η πυργοδέσποινα, κυριευμένη από συμπόνια, είχε καλέσει μια γριά άρρωστη γυναίκα, που ζητιάνευε μπροστά στην πόρτα της, να πλαγιάσει σ’ ένα αχυρόστρωμα που είχαν επίτηδες στρώσει γι’ αυτήν. Ο μαρκήσιος που, επιστρέφοντας απ’ το κυνήγι, μπήκε τυχαία στο δωμάτιο, όπου συνήθιζε ν’ αφήνει το ντουφέκι του, πρόσταξε θυμωμένος τη γυναίκα να σηκωθεί από τη γωνιά όπου ήταν πλαγιασμένη και να πάει να χωθεί πίσω απ’ τη θερμάστρα. Όπως η γυναίκα σηκώθηκε, γλίστρησε με το δεκανίκι της πάνω στο γλιστερό δάπεδο, έπεσε και χτύπησε επικίνδυνα στη μέση της· σηκώθηκε με απερίγραπτους πόνους και διέσχισε το δωμάτιο, όπως την είχαν προστάξει· πίσω απ’ τη θερμάστρα, όμως, σωριάστηκε χάμω και ξεψύχησε με βογκητά και στεναγμούς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο Ποιείν

Διονύσης Σαββόπουλος, «Η μουσική των λέξεων/ Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»

Αντιφώνηση – Ομιλία του Διονύση Σαββόπουλου κατά την αγόρευσή του ως Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας , ΑΠΘ,  24 Νοεμβρίου 2017.

`

Κύριε Πρύτανη,
κύριοι Αντιπρυτάνεις,
κύριε Κοσμήτορα,
κύριε Πρόεδρε του Τμήματος Φιλολογίας,
κυρίες και κύριοι,
εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Κάθε φορά που μου λένε καλά και θερμά λόγια, νομίζω στην αρχή ότι μιλούν για
έναν άλλον κι όταν λίγο μετά συνειδητοποιώ ότι τα λένε για μένα κοντεύω να βάλω
τα κλάματα.
Αυτή τη φορά μάλιστα, φοβάμαι πως είναι χειρότερα. Διότι καθώς άκουγα τόσο
τιμητικά λόγια, περιστοιχιζόμενος επιπλέον από τους αγαπημένους μου φίλους,
τους συγγενείς, τους αξιότιμους προσκεκλημένους και το σεβαστό κοινό, όλους
αυτούς που με την παρουσία τους λαμπρύνουν αυτήν την αίθουσα απόψε, ένιωσα
βαθιά μέσα μου εκείνη τη συγκίνηση που θα είχε ο πατέρας μου, η μητέρα και ο
αδερφός μου αν βρίσκονταν στη ζωή.

`
«Είναι πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης. Πράγματι,
μέσα από την φωνή μας πολλές φορές, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, είναι σαν να
μιλάει μια κοινότητα, μια πόλη, πρόσωπα που αγαπήσαμε, παρέες, μια γειτονιά.
Γεννήθηκα μες στα Δεκεμβριανά του ΄44, η πόλη ήταν ανάστατη, συγκοινωνίες δεν
λειτουργούσαν και η μητέρα μου ετοιμόγεννη μεταφέρθηκε άρον άρον μέσα στην
καλαθούνα μιας μοτοσυκλέτας του Ε.Λ.Α.Σ. ―ο οποίος Ε.Λ.Α.Σ. είχε επιτάξει ένα
σπίτι ακριβώς πίσω απ᾽ το σπίτι μας― κι ένας ΕΛΑΣίτης προθυμοποιήθηκε και την
μετέφερε με κρότους και καπνούς στο μαιευτήριο όπου γεννήθηκα άμα τη αφίξει.
Το 1984, ήρθε στην Θεσσαλονίκη το επίσημο κανάλι της κρατικής Ιταλικής
τηλεόρασης, η ΡΑΙ, για ένα αφιέρωμα στους αντιπάλους σαράντα χρόνια μετά το
ξέσπασμα του εμφυλίου. Μου ζήτησαν το τραγούδι μου «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»
και μια μικρή συνέντευξη. Μιλούσα στην κάμερα βαδίζοντας σ΄εκείνον τον δρομάκο
όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην οδό Ζάννα. Ο δρομάκος ήταν πια
ασφαλτοστρωμένος. Παλιά δεν ήταν παρά ένας χωματόδρομος όλο πέτρες. Μετά
βίας αναγνώρισα που θα ήταν κάποτε το πατρικό μου σπίτι, αφού όλα είχαν γίνει
πια πολυκατοικίες. Ανηφορίζαμε αργά και διστακτικά διότι πλάι μου ερχόταν η
κάμερα, κι όπως ήμουν συγκεντρωμένος σε αυτά που έλεγα, το πόδι μου ξαφνικά
έκανε σαν εδώ να υπήρχε λακκούβα κι εκεί κοτρώνα. Υπήρχαν αυτά τα πράγματα.
Αλλά κάτω απ΄ την άσφαλτο! Και το πόδι θυμόταν, γιατί είχε διατρέξει το
κακοτράχαλο δρομάκι άπειρες φορές ως παιδί. Η παραίσθηση κράτησε λίγα
δευτερόλεπτα, ήταν όμως αυτό αρκετό για να γεμίσω χαρά και αισιοδοξία. Διότι για
άλλη μια φορά η Θεσσαλονίκη μου, όχι, δεν ήταν η χαμένη Ατλαντίδα αλλά ένας
τόπος παλλόμενος που θαρρείς με παρακολουθεί, αποκαθιστώντας μέσα μου την
χαμένη ενότητα του βίου και το σκορποχώρι της ψυχής μου. Παρόλη την εξέλιξη,
τον οικοδομικό οργασμό, τις μόδες που ήλθαν και παρήλθαν, η Θεσσαλονίκη ως
πνευματικότητα είναι πάντα η γενέθλια γη των ονείρων μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Immanuel Kant, «Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου» (Μετάφραση: Χάρης Τασάκος), εκδ. Printa, Αθήνα 2001

Η ευφυΐα είναι υπέροχη, το ευφυολόγημα είναι ωραίο. Η τόλμη είναι μεγάλη και υπέροχη, η πανουργία είναι ελάσσων αλλά ωραία. Η συνεση, έλεγε ο Cromwell, είναι ηγετική αρετή. Η φιλαλήθεια και η χρηστότητα είναι απλές και ευγενείς, η σκωπτικότητα και η διακριτική κολακεία είναι εκλεπτυσμένες και ωραίες. Η ευπροσηγορία είναι η ομορφιά της αρετής. Στο μέτρο που είναι ανιδιοτελής, η υπηρετικότητα είναι ευγενής. Η ευπρέπεια και η κοσμιότητα είναι ωραίες. Οι υπέροχες ιδιότητες εμπνέουν το σεβασμό, οι ωραίες ιδιότητες τη συμπάθεια. Αυτοί που επιποθούν κυρίως το ωραίο δεν συγχρωτίζονται κατά κανόνα παρά μόνο με εύχαρεις, προσηνείς και ευπρεπείς εταίρους, περιμένοντας να βρεθούν σε δυσχερή θέση για ν’ αρχίσουν να αναζητούν ειλικρινείς, σοβαρούς και σταθερούς φίλους. Από την άλλη, η μεγάλη εκτίμηση και ο θαυμασμός καθιστούν αδύνατη την οικειότητα. Όσοι συγκεράζουν τα δύο είδη αισθημάτων διαπιστώνουν ότι η συγκίνηση του υπέροχου είναι πιο έντονη απ’ αυτήν του ωραίου, αλλά στο βαθμό που δεν εναλλάσσεται με την τελευταία ή δεν τη συνοδεύει, εξαντλείται και δεν μπορεί να παραταθεί επί μακρόν.

Τα υψηλά αισθήματα, που εγγίζει συχνά ο διάλογος σε μια εύρωστη κοινωνία, πρέπει να γίνονται ενίοτε αντικείμενα αστεϊσμού και, χάρη στην αντίθεση των εΰθυμων και χαμογελαστών προσώπων με τα σοβαρά και συνοφρυωμένα, αυτά τα δυο αισθήματα να εναλλάσσονται με ευκολία. Η φιλία έχει κατεξοχήν το χαρακτήρα του υπέροχου, ο έρωτάς αυτόν του ωραίου. Ωστόσο, η τρυφερότητα και η βαθιά εκτίμηση προσδίδουν στον τελευταίο μια ορισμένη αξιοπρέπεια και υπεροχή, ενώ η οικειότητα και τα καμώματα εξαίρουν σ’ αυτόν τους χρωματισμούς του ωραίου. Η τραγωδία εγείρει το αίσθημα του υπέροχου, η κωμωδία εγείρει το αίσθημα του ωραίου, Η τραγωδία μάς περιγράφει πράξεις αυτοθυσίας, γενναιότητας και ευορκίας. Η αγάπη εδώ είναι μελαγχολική, τρυφερή και γεμάτη σεβασμό. Η δυστυχία του άλλου γεμίζει την ψυχή του θεατή με συμπάθεια και ευψυχία, και αυτός αναγνωρίζει μέσα στην απαλή συγκίνηση που τον περιβάλλει τη μεγαλοσύνη της δικής του ύπαρξης. Η κωμωδία, αντίθετα, αποτελεί μια διασκεδαστική αναστάτωση, όπου οι επιτήδειοι βρίσκουν τρόπο να ξεγλιστρήσουν και οι ανόητοι πέφτουν θύματα της αδεξιότητάς τους, όπου οι μεν σκαρώνουν φάρσες και οι δε προκαλούν τη θυμηδία, μέσα σε μια απολαυστική σύγχυση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Jean François Lyotard, «Απάντηση στο ερώτημα: “Τι είναι μεταμοντέρνο”» (Απόδοση στην ελληνική: Φώτης Βασινιώτης)

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ με τον οποίο βρίσκονται σ’ επαφή οι μηχανικές και
βιομηχανικές τέχνες με τις καλές τέχνες και τη λογοτεχνία και την οποία μόλις υποδείξαμε
είναι βέβαια ενεαυτή συνεπής· παρόλα αυτά παραμένει πολύ κοινωνιολογίζουσα και
ιστοριογραφίζουσα, δηλαδή μονόπλευρη. Μολονότι ο Αντόρνο και ο Μπένγιαμιν φαίνεται
να διστάζουν απέναντι σ’ αυτή την ερώτηση, πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η επιστήμη
και η βιομηχανία δεν είναι λιγότερο άτρωτες από την υποψία που πέφτει πάνω στην
πραγματικότητα απ’ ό,τι η τέχνη και η γραφή. Το να υποθέσουμε το αντίθετο, θα σήμαινε
να θρέψουμε μια πολύ ουμανιστική αντίληψη για το μεφιστοφελικό λειτουργισμό της
επιστήμης και της τεχνολογίας. Δεν μπορούμε, βέβαια, ν’ αρνηθούμε πως η αποκαλούμενη
τεχνο-επιστήμη σήμερα κυριαρχεί, πράγμα που σημαίνει ότι επακολουθεί μια μαζικής
κλίμακας υπαγωγή γνωστικών δηλώσεων στο στόχο μιας μέγιστης αποδοτικότητας, η
οποία κι αποτελεί κριτήριο του τεχνικού στοιχείου. Όμως το μηχανικό και το βιομηχανικό
στοιχείο αποτελούν, ιδίως όταν κάνουν την είσοδο τους στο πεδίο το οποίο
επιφυλασσόταν παραδοσιακά για τον καλλιτέχνη, φορείς κάτι τελείως διαφορετικού από
σκέτα αποτελέσματα εξουσίας. Διότι αντικείμενα και τρόποι σκέψης που προκύπτουν από
την επιστημονική γνώση και την καπιταλιστική οικονομία, διαδίδουν αδιάλειπτα έναν από
τους κανόνες στους οποίους χρωστούν τη δυνατότητα τους, ο οποίος λέγει ότι δεν υπάρχει
καμμιά πραγματικότητα εκτός από αυτήν που συνομολογείται μεταξύ συνεταίρων, υπό τη
μορφή μιας συναινέσεως όσον αφορά γνώσεις και υποχρεώσεις. Αυτός ο κανόνας δεν
είναι μικρής εμβέλειας. Είναι το ίχνος το οποίο άφησε πίσω της, στην πολιτική του λογίου
και του διαχειριστή κεφαλαίου, ένα είδος φυγής της πραγματικότητας από τις
μεταφυσικές, θρησκευτικές και πολιτικές βεβαιότητες, τις οποίες το πνεύμα φανταζόταν
ότι είχε υπό την κατοχή του.
Αυτή η υποχώρηση είναι ουσιώδης για τη δυνατότητα γέννησης της επιστήμης και του
καπιταλισμού. Όχι φυσική πλέον δίχως δυσπιστία για την αριστοτελική θεωρία κινήσεως,
όχι βιομηχανία δίχως απόκρουση του Κορπορατισμού, του Μερκαντιλισμού και της
Φυσιοκρατίας. Με τη σύγχρονη επιστήμη συμβαδίζει, με όποιο τρόπο κι αν τη
χρονολογήσουμε, ένας κλονισμός της πίστης και τρόπον τινά, ως επακόλουθο της
ανακάλυψης άλλων πραγματικοτήτων, η ανακάλυψη πόσο λίγο πραγματική είναι η
πραγματικότητα.
Τι σημαίνει αυτή η «ελάττωση» («φθίση») της πραγματικότητας, αν προσπαθήσουμε να
την αποχωρήσουμε από μια μόνο ιστορικιστική ερμηνεία; Η έκφραση αυτή είναι φανερό
ότι συγγενεύει μ’ αυτό που ο Νίτσε ονόμασε Μηδενισμό. Μια μετατροπή εντούτοις αυτής
της κίνησης, η οποία προηγείται της προοπτικής του Νίτσε, παρατηρώ στο καντιανό θέμα
του υψηλού. Ειδικότερα, μου φαίνεται πως η μοντέρνα τέχνη (συμπεριλαμβανομένης της
λογοτεχνίας) βρίσκει στην αισθητική του υψηλού την κινούσα δύναμη της και η λογική
των πρωτοπορειών τ’ αξιώματα της.

Διαβάστε περισσότερα