Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αργύρης Χιόνης, «Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε» [“Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες”], Κίχλη, Αθήνα 2010

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλό της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.
Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί, δεν ήξερε πού να το αποθέσει, γιατί στην γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει πίσω, εκεί απ’ όπου τό ’χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει έστω μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε η πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει πάνω στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήτανε πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δυο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη, δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά πού ’χασκε ανάμεσά τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωσε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να τ’ αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν το χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω απ’ τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε πού ’χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.
Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι ένα κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι σαν κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή είν’ έτσι που τα σποράκια γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώνει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πως ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλά της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου. Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, πού ’ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου.Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό έγινε κάτι σαν επανάσταση στην πόλη· πως η συγκοινωνία σταμάτησε· πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα˙ πως οι πίσω, που δε βλέπανε, φωνάζανε στους μπρος «στην άκρη, να δούμε κι εμείς, κι εμείς»˙ πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τούς πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δε χώραγαν πια τα κεφάλια τους˙ πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαΐ να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήτανε κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δε βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πέταλά της, κι αργότερα απ’ την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος μ’ εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από κει και τά ’σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας τό ’φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, πού ’χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά πού ’χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα2 απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θά ’πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί πού αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ), γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…

Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να
χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνέχεια ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ματθαίος Θήτα, “Ντάλλας”

Πριν από χιλιάδες χρόνια σε αυτήν την ίδια οικοδομή, στο 2o όροφο, μετακόμισε ένας 20χρονος Λαρισαίος, ο Ντάλλας. Ο Ντάλλας ήταν κοντός, πολύ κοντός. Είχε μετρηθεί, όταν ήταν στο Γυμνάσιο και ήταν 2 πήχεις και 1 παλάμη. Αφού απολύθηκε στα 15 του από φαντάρος, υπηρετώντας στο Γ΄ τάγμα σφενδονιστών, γράφτηκε στη Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλίας, από όπου και αποφοίτησε με το πτυχίο του πεταλωτή. Στη συνέχεια ξεκίνησε πρακτική σε μια πολυελλαδική εταιρεία στην ειδικότητά του και επειδή ήταν άξιος και καπάτσος, του έγινε πρόταση να έρθει στα κεντρικά στην Αθήνα. Έτσι, λοιπόν, κρατώντας μια παλιά, δερμάτινη, πορφυρή βαλίτσα εμφανίστηκε σε αυτό το ίδιο κατώφλι. Η οικοδομή ήταν παλιά και το διαμέρισμα μικρό και χαμηλοτάβανο. Αλλά, δεν το πρόσεξε καν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κ.Π. Καβάφης, «Το βουνό» [Από τα «Τα πεζά» (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Mιχάλης Πιερής, εκδ. Ίκαρος, 2003]

Eις βουνό εγώ κι’ ο Έρως
κ’ η Aγάπη μου μαζί,
κι’ ο θεός Kαιρός ο γέρος
αναβαίναμε πεζοί.

H Aγάπη μου αποστούσε
εις τον δρόμον τον σκληρόν,
και ο Έρωτας περνούσε·
βιαστικά με τον Kαιρόν.

Στάσου, λέγω, Έρωτά μου
και μη τρέχετ’ εμπροστά.
H καλή συντρόφισσά μου,
η Aγάπη δεν βαστά.

Πολλοί, πολλοί ανέβησαν το βουνό του Xρηστοπούλου, πολλοί καθημερινώς αναβαίνουν το σκληρό βουνό επί του οποίου τόσαι και τόσαι Aγάπαι βραδύνουν το βήμα, και κουράζονται, και λειποθυμούν και χάνονται. Eις τους πρόποδας του βουνού κάτω πόσον φαιδρά, δυνατή, και υγιής είναι η Aγάπη, και με πόσην επιθυμίαν βλέπει την πρασινάδα της κορυφής και διψά να αναβή εκεί να ζήση ευτυχής με τον εραστήν της ― εκεί όπου θα είναι θερμότερος ο ήλιος και καθαρότερος ο αήρ. Kαι φεύγει εύθυμος η συντροφιά ― ο Nέος, και η Aγάπη, και ο Έρως, και ο Kαιρός. O δρόμος εις την αρχήν της ανόδου είναι ομαλότατος, και απατώνται και προχωρούν έως εις τα μισά. Aλλά εδώ ολίγον κατ’ ολίγον χαλνά· έχει λίθους μεγάλους και κοπτερούς παντού· έχει ατραπούς απόρρωγας· και η Aγάπη αρχίζει να κουράζεται, να ασθμαίνη και να ωχριά. Προχωρεί όμως πάντοτε. Nα καθίση να αναπαυθή δεν θέλει διά να μη χάση καιρόν. Kαι πού να καθίση; Παντού πέτραι, λάκκοι, και άκανθοι. Nα γυρίση οπίσω ουδέ δύναμιν έχει, ουδέ διάθεσιν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Καμία σκέψη για λογοκρισία και εφαρμογή του “τρομονόμου” στην Τέχνη μας»

Ανακοίνωση σωματείων και Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου

Αυτές τις μέρες  (σ.σ. σήμερα) συζητείται στη Βουλή νομοσχέδιο για την ενσωμάτωση της τροποποιημένης Ευρωπαϊκής οδηγίας για την παροχή υπηρεσιών στο οπτικοακουστικό τομέα. («ν/σ Λιβάνιου», πρώην «Πέτσα»)

Στο νομοσχέδιο αυτό (άρθρο 8) εμπεριέχεται και εμπλουτίζεται ο ευρωπαϊκός τρομονόμος (άρθρα 187α, 187β – κυρώθηκε στη Βουλή το 2019). Με βάση το άρθρο 8 απαγορεύεται οποιοδήποτε υλικό που ανεβαίνει στο διαδίκτυο από δημιουργό – καλλιτέχνη ή ακόμα και από οποιοδήποτε χρήστη “να εμπεριέχει υποκίνηση σε βία ή μίσος και δημόσια πρόσκληση σε τρομοκρατικό έγκλημα”. Η πραγματικότητα για την εφαρμογή του τρομονόμου και στην τέχνη δεν παίρνει παρερμηνείες.

Στην Ισπανία με βάση αντίστοιχη νομοθεσία, έχουν γίνει 76 διώξεις (πολλές από αυτές αφορούν καλλιτέχνες). Σε αρκετούς έχουν αποδοθεί ποινές φυλάκισης. Στίχοι τραγουδιού που λένε “Δεν θα καταφέρουν να με λυγίσουν” απέναντι στις ειδικές δυνάμεις θεωρούνται έως και “ωραιοποίηση της τρομοκρατίας”!!

Στη Γερμανία από το 2019 και έπειτα, μουσικοί, συγγραφείς, εικαστικοί, ακαδημαϊκοί έχουν διωχθεί με βάση τον “τρομονόμο”, γιατί μέσα από το έργο τους κάνουν κριτική ενάντια στην πολιτική του Ισραήλ απέναντι στους παλαιστίνιους!!

Ο “τρομονόμος” υιοθετήθηκε στη χώρα μας και μέσα στον νέο ποινικό κώδικα (που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ και διατηρεί η ΝΔ) και δίνει ποινές φυλάκισης από 3 σε 5 χρόνια για “δημόσια απειλή” μέσω διαδικτύου.

Την ίδια στιγμή ο “τρομονόμος” αναφέρει γενικόλογα “αδικήματα γενικής διακινδύνευσης”, “κατά της κοινής ειρήνης”. Αποδεικνύεται πως το γενικότερο κυβερνητικό έργο έντασης τους αυταρχισμού και της καταστολής τους αφορά όλους, το ίδιο το ίδιο το λαϊκό κίνημα, τους φοιτητές, το καλλιτεχνικό έργο, τους ίδιους τους καλλιτέχνες!

Με βάση το “νομοσχέδιο Λιβάνιου”, πρώην “Πέτσα”, το υλικό που αναρτάται στο διαδίκτυο, όχι απλά θα λογοκρίνεται, θα “κατεβαίνει”, αλλά ο δημιουργός του, ο χρήστης θα διώκεται ποινικά.

Να αποσυρθεί άμεσα το απαράδεκτο άρθρο 8 του “νομοσχέδιου Λιβάνιου”, πρώην “Πέτσα”!

Καμία σκέψη για λογοκρισία και εφαρμογή του “τρομονόμου” στην Τέχνη μας».

 

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Εδραίωση συνείδησης, επανάσταση όχι εξέγερση» (γράφει ο Λεωνίδας Καζάσης)

 

Όσοι πιστεύετε σε μιά κοινωνία που δεν θα ζητά πολλά από τα μέλη της, όπως ζητά η εκμεταλλευτική κοινωνία από τους υπηκόους της αρρωσταίνοντάς τους, μην έχετε απαιτήσεις από τους ανθρώπους, εφ’ όσον δεν προτάσσετε αυτό που θα κάνει εφικτές τις απαιτήσεις σας από αυτούς. Τα ζώα δεν εμποδίζουν τις εκφράσεις τους, ενώ οι άνθρωποι καθηλώνουν τον ερωτισμό τους , με αποτέλεσμα να εγκληματούν για διασκέδαση. Εκεί τους οδηγεί ο έναντι των ζώων περίσσιος νούς τους; Περιμένετε ένα στραβοπάτημα του εκμεταλλευτικού πολιτισμού , ένα αυτογκόλ, για να προσεταιριστείτε τους αρρώστους που τον στηρίζουν, χωρίς να σας ενοχλεί η ευκαιριακή , κάλπικη προσχώρησή τους στους κόλπους σας˙ πράγμα που αποδεικνύει την αναποτελεσματικότητα των κινήσεών σας, καθώς και την ανικανότητα της διά του λόγου σας πειθούς.

Τα θέλγητρα των αντιπάλων μας είναι ο υλικός πλούτος και η εξουσία του ατόμου˙ δηλαδή η κυριαρχία του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο. Εσείς ποιά θέλγητρα έχετε; Την νερόβραστη χριστιανική, βουδιστική αλληλεγγύη της ειρωνείας  και του ανηκέστως υπερτροφικού υπερεγώ σας; Οι συνθήκες συλλογικότητας, αυτοοργάνωσης , δικαιοσύνης, ισότητας που οραματίζεσθε, απαιτούν ως βάση φιλοσοφίας την ηδονή, με προεξάρχουσα την ερωτική ηδονή, που είναι η ηδονή των ηδονών! Πράγμα που εσείς, όπως και οι αντίπαλοί μας, πολεμάτε, και ως βάση φιλοσοφική υιοθετείτε αυτή των αντιπάλων μας˙ δηλαδή, την φιλοπονία της αλγολαγνείας, που οδηγεί στην εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, στην ματαιόδοξη φιλοδοξία, στην εξόντωση ανθρώπου από άνθρωπο.

Διαβάστε περισσότερα