Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημήτριος Μουζάκης, Μπάνζαϊ

Καθώς χτυπούσε το κινητό του τηλέφωνο, αναγνώρισε αμέσως τον αριθμό στην οθόνη: ήταν το νούμερο του πατρικού του σπιτιού. Στο νου του, μες σε καύμα, επανήλθαν τα τελευταία λόγια που είχε ανταλλάξει με τον πατέρα του πριν είκοσι χρόνια. «Δεν ήσουν ποτέ δίπλα μου», του είχε πει, «δε με είχες ανάγκη, ήσουν δυνατός», είχε αποκριθεί ο πατέρας. Πατά το πλήκτρο της απάντησης. «Γεια σου, Γιώργο», λέει ο πατέρας, «είσαι καλά;». «Καλά είμαι», απαντά, «εσύ;». «Εγώ δεν είμαι καλά, παιδί μου, θέλω να σε δω». «Είσαι δυνατός εσύ, πατέρα, δε με έχεις ανάγκη», λέει με σταθερή φωνή ο Γιώργος.

Και κλείνει το τηλέφωνο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νατάσα Κεσμέτη, «Το αιώνιο ρολόι», 1987

Δεν ξέρω πώς ξεχωρίζουν οι άλλοι τους χοίρους. Εμένα μ’ οδηγεί η μυρωδιά. Είναι μυρωδιές που σε διώχνουν· άλλες που σου υπόσχονται μιαν ιδιαίτερη ώρα κάπου φυλαγμένη σαν έκπληξη όπως ένα κρυφό δωμάτιο. Άλλες σε προσκαλούν για άπλωμα και ευδαιμονία — οδαλίσκες μυρωδιές. Άλλες που σε ξυπνάνε, σου ζητούν δυνατή σκέψη, πτήσεις ή καταδύσεις του νου, κι άλλες, σπάνιες, που σε παίρνουν ολόκληρο και σε δέχονται να ‘σαι ό,τι είσαι χωρίς κανένα σχόλιο.

Μυρωδιές που δεν ζητάνε ανταλλάγματα χωρίς και να υπόσχονται τίποτα, δε σε σφίγγουν πάνω τους, δεν κολλάνε πάνω σου, ούτε σε σπρώχνουν έξω βίαια. Σε αφήνουν να κολυμπάς μέσα τους, όπως στην αιώνια θάλασσα μπορείς να στριφογυρνάς σαν τους ελεύθερους δείκτες ενός νοητού υδάτινου ρολογιού όπου η κίνησή σου θέτει και μεταθέτει με τους όγκους του νερού τις ώρες χωρίς τίποτα και ν’ αλλάζει δραματικά. Χωρίς τίποτα ν’ αλλάζει… Μόνο που σπάνια συμβαίνει.

 

Δεν είναι έτσι πάνω στη γη.

Το σπίτι των Π. για παράδειγμα μύριζε πολύ ωραία. Μύριζε ορεκτικά. Μύριζε σαν παλιό καλό μαγέρικο. Για να ‘μαι ειλικρινής, όπως φαντάζομαι ότι πρέπει να μύριζε ένα παλιό καλό μαγέρικο! Ένα δυο πάντως που πρόλαβα μύριζαν μ’ έναν απερίγραπτο εξαίσια ζεστό τρόπο.

Το ίδιο και το σπίτι των Π…. Η μυρωδιά του δεν ήταν φαγητίλας ωστόσο. Ήταν μυρωδιά από μπαχαρικά κυρίως: κανέλα, μοσχοκάρυδο μαζί με λεμόνι ή δυόσμο… Αλλά δεν ήταν τίποτα απ’ αυτά μόνο του και πάλι καθόλου «όλα μαζί», ένα μπέρδεμα δηλαδή από ανάκατες μυρωδιές.

Ίσα ίσα που ήταν μια ξεκάθαρη μυρωδιά σαν καλογραμμένο πρόσωπο, μ’ εύχυμες παρειές, γλυκές καμπύλες, εύσαρκο στόμα και σκιάσεις αναπαυτικές σαν αιώρα γύρω απ’ τα λακκάκια στο πηγούνι, στις άκρες των χειλιών ή τις αδιόρατες σοφές ρυτίδες, όπου μπορούσε κανείς να χωθεί και ν’ ανασάνει βαθιά μέσα στη ζέστη του λαιμού που έπαλλε…

Αυτά τα ευκρινή χαρακτηριστικά που ήταν ωραία γιατί ήσαν ευκρινή στις γραμμές τους, ανεπιτήδευτα καθαρά, ήσαν αποτυπωμένα πάνω στο κάθε τι σχεδόν στο σπίτι των Π.

Έτσι ήταν η υπόγκριζη μαντεμένια αυγουλωτή ξυλόσομπα στη γωνιά της. Και τα μπρούντζινα χερούλια της αστράφτανε χρυσά στα πορτάκια και στο συρταράκι της στάχτης.

Έτσι ήταν τα μπακιρένια σκεύη στη σκοτεινή κουζίνα στο βάθος πάνω στο ράφι τους, καθρεφτίζοντας το σκιερό ταβάνι στα πυρά τους μάγουλα που κρύβανε μύγδαλα, καρύδια, κάστανα, φουντούκια, ξερά σύκα, πρώτης ποιότητας.

Έτσι ήταν η ηλεκτρική κουζίνα απέναντι από την ξυλόσομπα (από τα πρώτα μοντέλα), με τα πιτσιλωτά εμαγέ και τα στεφάνια των ματιών της να λάμπουνε αψεγάδιαστα, και στη χύτρα το φαγητό κοχλάκιζε με άφθονες εύθυμες φουσκάλες και τα καρότα, τα κρεμμυδάκια, οι στρόγγυλες ντοματούλες διατηρούσαν το σχήμα και το χρώμα τους λες κι είχαν οι γυναίκες των Π. μια μαγική συνταγή να τα διατηρεί ακέραια σ’ ολόκληρη την αλχημεία του βρασμού.

Έτσι ήταν το κάθε τι μέσα στο σπίτι τους που το σχήμα του ήταν κι αυτό ένα ξεκάθαρο… Π! Το δωμάτιο με την ξυλόσομπα και την κουζίνα ήταν στο βάθος προχωρώντας μέσα στο Π από την πλακόστρωτη εσωτερική ορθογώνια αυλή με τις πόρτες ολόγυρα. Ήταν στην οροφή του Π — η στέγη του, ας πούμε. Και κει στο μακρόστενο δωμάτιο χωρούσαν (εκτός από την ξυλόσομπα και την ηλεκτρική), ένα ντιβανάκι, ένα μακρύ τραπέζι με καρέκλες, ένα δυο πολυθρόνες πάνινες. Υπήρχαν πόρτες προς κάθε κατεύθυνση εκτός από τον τοίχο που ακουμπούσε το ντιβανάκι κι έτσι, καθώς όλοι μαζεύονταν πάντα σ’ αυτό το δωμάτιο, γινόταν συνεχείς μετατοπίσεις, γιατί απ’ τις πόρτες μπαινόβγαιναν άνθρωποι κι όλο και κάποιος χτυπούσε την είσοδο λες και τον τραβούσε η μυρωδιά…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μποστ, «Αιγαίον: αφτό το άγνοστον» (από τα «Πεζά κείμενα 1960-1965»), εκδ. Eρμής, 1998

Aφού ματαίως επερίμενα τρεις μήνες να με προσκαλέση καμιά αεροπορική εταιρεία στο εξωτερικό, αναγκάστηκα να τηλεφωνήσω σ’ έναν γνωστό μου ναυτικό πράκτορα, μήπως υπάρχει ελπίδα να πάω στο εσωτερικό, έστω κατάστρωμα, αλλά υπό τον όρον να έχη και φαΐ.
O φίλος μου –Πέτρος ελέγετο–, άνθρωπος δραστήριος, τα κατάφερε, κι ένα μεσημέρι που γύρισα σπίτι με μαύρη καρδιά από τα λάβαρα του αντικαρκινικού αγώνος, μου έφερε την χαρμόσυνον αγγελία.
― Eν τάξει, μου είπε. Σάββατο απόγευμα μέχρι Δευτέρα πρωί θα κάνης κρουαζιέρα τρελλή. Σύρος, Tήνος, Mύκονος. Έχεις ξαναπάει;
― Όχι.
― Oρίστε θαυμάσια ευκαιρία να πας. Eίσαι ευχαριστημένος;
Δεν απάντησα αμέσως. Σήμερα η τεταμένη κατάστασις επιβάλλει σύνεσιν και όχι ενθουσιασμούς.
― Δεν μπορώ να σου πω τώρα αμέσως, Πέτρο μου. Πρέπει να το σκεφθώ και να σταθμίσω τα πράγματα. Kάνει να σου απαντήσω αύριο;
― Πώς δεν κάνει, είπε ο Πέτρος. Kι έφυγε.
Ήταν θλιμμένη Παρασκευή όταν μου το πρότεινε. Περίμενα μέχρι 12 μεσημέρι του Σαββάτου μήπως έχουμε νεώτερα από καμιά άλλη εταιρεία, πέρασα βιαστικός δυο-τρεις φορές έξω απ’ την AIR FRANCE, ανέβηκα ΛOYΦT XANΣA χωρίς αποτέλεσμα, έφτασα μέχρι AIΘIOΠIAN AIPΛAΪN και TOYPK XABA ΓIOΛAPH κι έκανα πως κοιτάω τις βιτρίνες και στις 12 1/2, όταν είδα κι απόειδα πως θα κάτσω Σαββατοκύριακο στην Aθήνα, πήρα τον Πέτρο στο τηλέφωνο:
― Άκουσε Πέτρο, ετακτοποίησα τας εργασίας μου. Tώρα είμαι ελεύθερος και μάλλον θα έλθω. Tι ώρα φεύγει το πλοίον, είπες;
― Στις 2 ακριβώς. 1 1/2 να είσαι στο ρολόι. Θα σε περιμένω.
Στο ρολόι ήμουν 1 παρά τέταρτο, ντυμένος πολύ σπορ. Eπήρα και ολίγους σπορ, πτύων τας φλουδ, και χαζεύων τα βαπόρ. Ωραία βεβαίως είναι τα αεροπλάνα, σκέφθηκα, αλλά τι τα θέλετε… Mόνο με το βαπόρι αισθάνεσαι ασφάλεια. Kαι να βουλιάξη, που λέει ο λόγος, με λίγο κολύμπι γλυτώνεις. Πιάνεσαι από κάπου, βγαίνεις σε καμιά ακτή. Kαμιά φορά σώζονται μόνον δύο, εσύ κι αυτή –ωραιοτάτη ξανθή με υπέροχο σώμα–, και γλυτώνετε σ’ ένα έρημο νησί με χουρμαδιές, κοκκοφοίνικες, πλούσια βλάστηση κι εξωτικά πουλιά, κι ενώ το υπέροχο φεγγάρι θ’ ανεβαίνη στον ουρανό, αυτή θα σου τραγουδάη νοσταλγικά τραγούδια της πατρίδος της και θα σε νανουρίζη χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά. O μόνος φόβος σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι μην εμφανισθούν τίποτις άγριοι καννίβαλοι με δηλητηριώδη βέλη. M’ αυτό θέλω να πω πως και τα θαλάσσια ταξίδια δεν είναι κι αυτά ασφαλή 100%, αλλά νομίζω πως κατά κάποιο τρόπο είναι ασφαλέστερα από το αεροπλάνο. Έπειτα, μήπως όλα τα νησιά έχουν καννίβαλους; Mπορεί να σου τύχη και νησί τελείως ακατοίκητο. Aυτά είναι ζητήματα καθαρώς τύχης. Aλλά και να εμφανισθούν, ξέρω να υπερασπίσω τον εαυτό μου και εκείνην. Θα πολεμήσω άγρια και αποφασιστικά ως Έλλην μαχητής, σκορπίζων τον θάνατον στους ιθαγενείς. Ξεύρω πως ο αγών θα είναι άνισος και ίσως συλληφθώ και αιχμάλωτος και θα καίη ο ήλιος όταν θα με μεταφέρουν οι άγριοι με αλαλαγμούς στην καλύβα του αρχηγού. Ξέρω από τώρα μάλιστα τι θα με ρωτήση:
― Πότε ήρθες εδώ;
― Δεν θα δώσω λογαριασμό σε κανέναν, θα απαντήσω.
― Kαι γιατί κάθεσαι στον ήλιο;
― Έτσι θέλω…
― Θέλεις καμιά λεμονάδα; μούπε ο Πέτρος. Σε βλέπω άσχημα.
Oι μαύροι εξηφανίσθησαν ως διά μαγείας. O λευκός Πέτρος ευρίσκετο μπροστά μου.
― Δεν έχω τίποτα. Πάμε. Άργησες, μωρέ Πέτρο…
Mπρος ο Πέτρος πίσω εγώ ο μαύρος, μπήκαμε στον «Kαραϊσκάκη».
― Έλα, μου είπε, να πάρουμε κάτι στο μπαρ να συνέλθης. Tι θα πάρης;
― Tι έχει;
― Aπ’ όλα υπάρχουν στον «Kαραϊσκάκη».
― Ε, τότε ας πάρουμε ένα Kαραουϊσκάκη, αλλά χωρίς σόδα.
Kατέβαζα σε μικρές γουλιές τον ένδοξο οπλαρχηγό, κοιτάζοντας γύρω μου.
― Ποιος είναι αυτός, Πέτρο; ρώτησα, δείχνοντας μια φωτογραφία μεγάλη.
― O ιδιοκτήτης του πλοίου Nομικός.
― Xαίρομαι που κερδίζουν οι δικηγόροι. Άλλες εποχές, τέτοια πλοία ανήκον εις τους εφοπλιστάς. Eιλικρινά χαίρομαι.
― Mα είναι ο Nομικός της εταιρείας…
― Kατάλαβα. Για βλάκα μ’ έχεις; Mάλιστα. O Nομικός σύμβουλος της εταιρείας. Kι απ’ ό,τι βλέπω θα πληρώνεται καλά. Aλλιώτικα δε θ’ αγόραζε τόσο μεγάλο καράβι. Δεν θα μου φανή, λοιπόν, καθόλου παράξενο αν αύριο μου πουν ότι το τάδε πλοίο ανήκει σε ζωγράφο. Bρε Πέτρο, δεν ρωτάς με τρόπο στην εταιρεία αυτή αν χρειάζονται καλλιτέχνες;
― Θα ρωτήσω, είπε ο Πέτρος και πλήρωσε τα ποτά. Έλα να σε πάω τώρα στην καμπίνα σου…
Aκολούθησα πειθήνιος κι έβαλα τα πράγματά μου εκεί που μούπε. Tακτοποιήσου, τον άκουσα να λέη, κι έλα μετά στη γέφυρα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μιχαήλ Μητσάκης (1868-1916), «Εις Αθηναίος χρυσοθήρας» [Από τα «Πεζογραφήματα», εκδ. «Νεφέλη», 1988]

Απόσπασμα

 

…Της εποχής αυτής η ιστορία δεν εγράφη εισέτι, ίσως δε και δεν θ’ αξιωθή εν τη αφηγήσει των κατά το νέον ελληνικόν κράτος ή ολιγοστίχου μόνον μνείας και δεν θα περιέλθη εις γνώσιν των μεταγενεστέρων ή εκ των συγκεχυμένων τινών θρύλων, αορίστως και εν περιλήψει. Ήξιζεν όμως βεβαίως πλήρης και λεπτομερής να περισωθή δια ν’ αποτελέση μίαν των ωραιότέρων σελίδων των ανεκδοτικών χρονικών του τόπου. Το κεφάλαιον το περολαμβάνον τα πέντε-εξ έτη καθ’ α διήρκησε θα ηδύνατο να επιγραφή, αναλόγως προς τον Χρυσούν Αιώνα, τα Χρυσά Έτη της Ελλάδος. Αλλ’ ο χρυσός αυτός δεν έλαμπεν ή εν τη φαντασία εγρηγορότων οπτασιαστών και δεν εχρύσωνεν ή τα οράματα εξημμένων ονειροπόλων. Την έναρξιν αυτής εσημείωσεν η ανόρυξις των μεταλλουργείων του Λαυρίου. Εις ιταλοελληνικήν τινα εταιρίαν κερδοσκόπων εχόντων φαίνεται και αρχαιολογικάς γνώσεις είχεν επέλθη κατά το σωτήριον έτος 1869 η αρκετά πρωτοπόρος ιδέα ότι τα υπό των αρχαίων συγγραφέων περιγραφόμενα εν Λαυρίω μεταλλεία αργύρου δεν είχαν ίσως ολοσχερώς εξαντληθή υπ’ εκείνων, αφού δε οι νεώτεροι χρόνοι είδαν το έκτακτον φαινόμενον ολοκλήρου λαού, τεθαμμένου τέως ως διαπαντός υπό την δουλείαν, ανισταμένου εκ νεκρών, δεν θα ήτον όλως παράβολος πιθανώς η σκέψις ότι δια καταλλήλου εργασίας θα ηδύνατο ν’ ανευρεθώσι και οι θησαυροί ους είχεν άλλοτε, υπό την γην του κεκρυμμένοι. Εκίνησαν λοιπόν, και ήλθαν εις τας Αθήνας, και διηυθήνθησαν εις το Λαύριον, και έκαμαν πειράματα, κ’ επέτυχαν, και ήρχισαν να αγοράζουν αφειδώς των χωρικών τα κτήματα. Συγχρόνως έστησαν προχείρως κ’ εργαστήρια τινά, και επεχείρησαν ανασκαφάς, κ’ εξήγαγαν τας επονομασθείσας εκβολάδας, χώμα τουτέστι και γης βώλους, των παλαιών ορυχείων τ’ απορρίμματα, εν οις υπήρχεν  αργυρούχος μόλυβδος ή άλλα ορυκτά. Εις τας Αθήνας έγινε γνωστόν πως εις το Λαύριον εξάγεται ασήμι, ο κόσμος συνεκινήθη ως εικός δια το καινότροπον άγγελμα μεγαλοποιούμενον βέβαια ανά τα στόματα παντοίως εννοείται, η κυβέρνησις έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς εξασφάλισιν των συμφερόντων του κράτους, η ιταλική αφ’ ετέρου επενέβη όπως εξασφαλίση τα δικαιώματα της Εταιρίας, διεθνές επεισόδιον εγεννήθη και το πράγμα έλαβε διαστάσεις εθνικού και ευρωπαϊκού σχεδόν ζητήματος. Και το μεν ζήτημα ελύθη, Έλληνος υπηκόου αγοράσαντος παρά της ιταλικής το δικαίωμά της και καταρτίσαντος εταιρίαν άλλην, αλλ’ η είδησις ότι ολίγας ώρας εκ των Αθηνών υπήρχεν υπό την γην άργυρος και πιθανώς χρυσός – διότι τι την υπόθεσιν απέκλειε; – ευνόητον  ότι επέφερε σεισμόν όχι συνήθη εις τα πνεύματα. Αιφνιδία δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη, ην εκμεταλλευόμενοι οι έξωθεν επί τη ευκαιρία ταύτη επελθόντες τότε χρηματισταί υπεξέκαυσαν όλα τα μωρά ένστικτα του όχλου κ’ έδωκαν να πιστεύση εις αυτόν, ότι εκεί πέραν, εις την Σουνιακήν άκραν εκρύπτοντο θησαυροί αμύθητοι. Ολιγώτερα δε βεβαίως τούτων ήρκουν δια να μεταβληθούν αι τέως ήσυχοι Αθήναι, αι τέως ανατολίτισσαι Αθήναι, αι Αθήναι των νοικοκυραίων, των παντοπωλών και των τραμπούκων, εις είδός τι αμερικανικής πόλεως μαινομένων χρυσοθηρών. Η επιχείρησις του Λαυρίου ωρίσθη να γίνη δια μετοχών, από της στιγμής δ’ εκείνης δεν υπήρξεν άνθρωπος ώστε να μη φιλοδοξήση ν’ αποκτήση τοιαύτας, να γίνη συμμέτοχος του μεγάλου έργου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Στην άκρη της σκαλωσιάς»

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πυρκαγιάς η οποία τραυμάτισε βαριά την Παναγία των Παρισίων, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, απήυθυνε ανοικτή πρόσκληση «στα μεγαλύτερα ταλέντα» εντός και «πολύ πέραν των συνόρων μας» ώστε να συνδράμουν στην ανοικοδόμησή της. Σαν να άκουσα τότε να αναπηδά από τους στίχους, εκείνος ο εργάτης που διαβάζει, στα 1935 -στο ομώνυμο ποίημα του Μπρεχτ– και με όλη τη δύναμη που έχει απομείνει στα σκονισμένα του πνευμόνια να ξαναρωτά κραυγάζοντας: «Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; / Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα./ Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια; / Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα/ ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές;». Είχε και πάλι δίκιο. Αλλά ποιος τον ακούει;

Ο φιλελευθερισμός συνεχίζει να αγωνιά για τα ταλέντα και η Ιστορία για τους επωνύμους και τα θαύματά τους.  Όπως για αυτό, το «όγδοο θαύμα του κόσμου», όπως βιάστηκε τότε, στα 1931, να χαρακτηρίσει ο αμερικανικός Τύπος το Empire State Building, ο υψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου, τουλάχιστον για σαράντα χρόνια.  Μέσα σε έναν μόλις χρόνο και σαράντα πέντε μέρες, έστεκε αγέρωχο, στα 1.250 πόδια, στον ουρανό της Νέας Υόρκης, στη διασταύρωση της 5ης Λεωφόρου, νο. 350, και της 34ης δυτικής οδού. Μόνο που για να φτάσει εκεί ψηλά, χρειάστηκαν και χέρια. Πολλά χέρια. Τρεις χιλιάδες και πλέον εργάτες δούλευαν καθημερινά στο εργοτάξιο ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο το κτήριο, ώστε να απομακρυνθεί τάχιστα από το κραχ του 1929…Ένα νέο αμερικανικό όνειρο ορθωνόταν προσπαθώντας να ξορκίσει με 10 εκατομμύρια τούβλα, 200.000 κυβικά μέτρα πέτρας  και 27 μίλια γραμμών σιδηροδρόμου τα εκατομμύρια των χρηματιστηριακών μετοχών που βουτούσαν σε αχαρτογράφητα νερά.  Και όσο αυτό απογειωνόταν, τόσο οι μεταλλεργάτες χαλυβουργοί αιωρούνταν σε μεγαλύτερο κενό παίζοντας με τον θάνατο. Αλλά και με τον φακό των φωτογράφων.

Η ποιητική της εικόνας που διασώθηκε, αριθμεί δεκάδες λήψεις οι οποίες στην εποχή των drones και του Photoshop φαντάζουν μυθικές ή οφθαλμαπάτες. Είναι όμως πέρα ως πέρα αληθινές. Όπως και ο τρόμος των χιλιάδων αυτών εργατών, όχι τόσο για τον κίνδυνο στον οποίο έθεταν τη σωματική τους ακεραιότητα –έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «το χτίσιμο των ουρανοξύστων είναι εν καιρώ ειρήνης ό, τι πιο κοντινό στον πόλεμο» υπολογίζοντας  ένα θάνατο για κάθε εκατομμύριο της επένδυσης- αλλά για το «μετά». Ποιο μετά; Αυτό που ήρθε έπειτα από την ανοικοδόμηση του Empire, όταν το 25% των εργατών έμεινε άνεργο, καθώς κάθε οικοδομική δραστηριότητα, ειδικά ψηλών κτηρίων, σταμάτησε σχεδόν ολοκληρωτικά.

Ο σιδεράς της φωτογραφίας κάθεται στο χείλος της σκαλωσιάς προσηλωμένος στον μόχθο του, «συναρμόττων  πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ», όπως έλεγε και ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία», όχι όμως τους πολίτες, αλλά τις μεγάλες βίδες. Η σοβαρότητα και νηφαλιότητα του προσώπου του, το σμίξιμο των φρυδιών, η σταθερότητα της κίνησής του και το μεσόκοπο της ηλικίας του, με παρέπεμψαν, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα τη φωτογραφία, στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη κι ας έχει ο τελευταίος τα χέρια του πλεγμένα, όπως τον απαθανάτισε ο Παύλος Νιρβάνας στη Δεξαμενή.

Διαβάστε περισσότερα