Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

“Γιάννης Σκαρίμπας: «Ο Καρυωτάκης… κι αυτοί»” (γράφει ο Μιχάλης Γελασάκης)

 

Ένα από τα πολλά βραχύβια λογοτεχνικά περιοδικά του Μεσοπολέμου ήταν και αυτό που εξέδωσε ο Γιάννης Σκαρίμπας. Ο τίτλος που θα έδινε αρχικά ήταν «Ελληνικά Χρονικά», αλλά κατέληξε στα «Νεοελληνικά Σημειώματα». Από το πρώτο τεύχος μαθαίνουμε το γιατί:

«Τα “Νεοελληνικά Σημειώματα” ήταν να βγουν με τον τίτλο «Ελληνικά Χρονικά». Με το όνομ’ αυτό αναγγέλθηκαν, όταν, έξαφνα πληροφορηθήκαμε ότι ο τίτλος μας βρέθηκε στα χέρια ενός τρίτου! Τα κάμαμε λοιπόν «Νεοελληνικά Χρονικά». Ήταν περίπου το ίδιο […] Πληροφορηθήκαμε άξαφνα ότι και ο νέος τίτλος του περιοδικού μας «Νεοελληνικά Χρονικά» δεν είναι πάλι δικός μας! Είχε βρεθεί πάλι άξαφνα και πάλι στα χέρια ά λ λ ο υ τρίτου! Έχει μήπως απ’ τους αναγνώστες μας κανένας αντίρρηση; Τότε τα «Νεοελληνικά Χρονικά» όπως βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή και τυπωμένα και έτοιμα, στάθηκαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είδαμε ότι και το περιεχόμενό τους δεν μας αντιπροσώπευε γνήσια. Είχαμε πλαστοποιηθεί, στην απόσταση. Τότε έμειναν τα καϋμένα στο ράφι!

Έτσι, αναγκαστήκαμε να τα κάμουμε τώρα «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ» και, να κινήσωμε μόνοι. Ο χρόνος θα δείξει –και το έχει ίσως δείξει, περίου για μας- αν οι τίτλοι κάμνουν τα πράγματα, ή τα πράγματα τους τίτλους.

 

Κυκλοφόρησαν μόλις 5 τεύχη του περιοδικού από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1937 (το τελευταίο ήταν διπλό τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου). Στα «Νεοελληνικά Σημειώματα» με τον υπότιτλο «Μηνιαία έκδοση ελέγχου κριτικής και μελέτης» ιδρυτής, ιδιοκτήτης, διευθυντής και υπεύθυνος όπως μαθαίνουμε από το εξώφυλλο του ήταν ο Γιάννης Σκαρίμπας. Το περιοδικό είχε ως έδρα τη Χαλκίδα και διευθυντής ύλης και επιμελητής εμφανιζόταν ο Γιάννης Φλιάσιος. Με αυτό συνεργάστηκαν διάφοροι λογοτέχνες, ανάμεσά τους ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Νίκος Παππάς, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Ηλίας Ζιώγας.

 

Με εξαιρετικά ενδιαφέρον περιεχόμενο και την προσωπικότητα του Γιάννη Σκαρίμπα να αποτυπώνεται διάπλατα στις απολαυστικές σελίδες του, βρίσκει κανείς διάφορα σημεία (με την υπογραφή του ή χωρίς) που θα τον κάνουν να τσακίσει τη σελίδα ώστε να την ξαναβρίσκει εύκολα. Ένα από αυτά είναι και το παρακάτω1:

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάρω Δούκα, «Αρχαία σκουριά«, Κέδρος, Αθήνα 1979

(απόσπασμα)

Έχομε πληροφορηθεί ότι άρχισαν να κινούνται τανκς με κατεύθυνση το Πολυτεχνείο, ωστόσο πιστεύομε ότι πρόκειται για εκφοβισμό και τρομοκρατία. Τ’ ασφυξιογόνα που έριξαν ήταν η απόδειξη πως έχουν χάσει την ψυχραιμία τους. Ήθελαν να πανικοβάλουν και να διαλύσουν τις χιλιάδες του κόσμου που μας παραστέκονταν. Οι διαδόσεις μάς ενθαρρύνουν ότι άρχισαν να δημιουργούνται εστίες αντιπερισπασμού. Με την έκταση που πήρε η κατάληψη, την απήχηση που έχει, θα ‘ναι σαν να σκάβουν το λάκκο τους αν μας επιτεθούν. Και γενικά καθήκον μας, αυτήν τη νύχτα, να ελπίζουμε. Απόψε πεθαίνει ο φασισμός και το πιστεύομε.

Η μαθήτρια όμως δεν έλεγε να ηρεμήσει. Ανησυχούσε για τους γονιούς της. Κι έχει ο πατέρας της την καρδιά του, είναι τρομερό. Ειρωνεύτηκα μέσα μου ότι συνήθως οι μανάδες πάσχουν από καρδιά, αλλά το κορίτσι έκλαιγε γοερά και μαζεύτηκα. Πώς να προβλέψει ότι θα την απόκλειαν εδώ μέσα. για όλα όμως φταίει η Πούλια, η οποία έχει πατέρα μακρονησιώτη και παρασέρνει όλα τα κορίτσια στο σχολείο, τους λέει όλο για ήρωες και κατορθώματα και για πολλά άλλα, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία τους λέει και τα ζαλίζει κι έτσι τα ξετρελαίνει τα κορίτσια, γι’ αυτό πέρσι λίγο έλειψε να την αποβάλουν, αν δεν ήταν η φιλόλογος που απειλούσε με σκάνδαλο, μη μου πειράξετε την καλύτερή μου μαθήτρια, κι υποχώρησε ο γυμνασιάρχης, επειδή, βλέπεις, αυτή η φιλόλογος έχει σπουδαία φήμη ως εκπαιδευτικός σπουδαία, ειδαλλιώς η Πούλια έπρεπε ν’ αποβληθεί διά παντός που όλο τους έλεγε για μοιρασιές δίκαιες κι έξυνε στο θρανίο της σφυριά και δρεπάνια.

Εκείνη τη στιγμή έπεσε κι άλλος χτυπημένος πάνω στην τσιμέντινη νησίδα του δρόμου. Τον βλέπει η μικρή και κόβει τη λογοδιάρροια, έσφιγγε τα κάγκελα μ’ απόγνωση. Κοιτάζω το ρολόι μου, ώρα 11.30΄, αυτήν την ώρα που οι ποιητές λουφάζουν και μετά, όταν θα βγαίνουν και θ’ αερίζουν τα στιχάκια τους, θα επιμένουν κιόλας ότι το Πολυτεχνείο ανήκει στη σιωπή. Μα το Πολυτεχνείο δεν τους ανήκει. Και δεν μπορούσα ώρα 11.30΄ να φανταστώ το τέλος αυτής της νύχτα. Ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο. Τ’ αυτοκίνητα του Ερυθρού Σταυρού δυσκολεύονται απ’ τους πυροβολισμούς να σταματήσουν μπροστά στην πόρτα. Ψηλά, στο ταρατσάκι του θυρωρείου υπάρχουν ακόμη παιδιά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Θεοτοκάς, «Ανήμερα της 28ης Oκτωβρίου 1940»

Από το βιβλίο: Γ. Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

`

Κηφισιά, 28 Oκτωβρίου 1940

 

Ξυπνώ με τις καμπάνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Επιτέλους είμαστε μέσα! O ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη που αισθάνουμαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στο δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν, από την πρώτη στιγμή, στην ημέρα που αρχίζει, μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: «Το μεσημέρι το αργότερο θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν».

Ξεκινώ για την Αθήνα νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω προς τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γριά προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι όπως μου λέει, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνουνται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.

Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα μου και ξεχνιούμαι. Απάθειά μου. Oι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.

Μετά τους Αμπελοκήπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνουμαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Oι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Τραγουδούν, γελούν και παίζουν φάπες, κάνουν σαν παιδιά που ξεκινούν για μια ευχάριστη εκδρομή. Μες στο λεωφορείο μου μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει και κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω για να μην τη δουν.

Φτάνω στο γραφείο, συζητώ με τον Αλέκο για τις εκκρεμείς υποθέσεις, ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτα που να μοιάζει με φόβο. O κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αντώνης Περδικούλης, “Ο Βαρβιτσιώτης μεταφράζει Μαλλαρμέ”

Η εντέλεια της μετάφρασης δεν έγκειται απλά στη μορφολογική μεταφορά της αντίστοιχης επιλεγμένης λέξης, ούτε αρκείται σε μια αυστηρή απόδοση των εκφραστικών μέσων και εννοιών του πρωτοτύπου. Aυτή ενδημεί μέσα στο αισθητήριο των συναισθημάτων του μεταφραστή – όταν μάλιστα πρόκειται για ποιητικό κείμενο – ως ένστικτο που τον κατευθύνει, για να ανακαλύψει αρχικά τη μουσική του ποιήματος και ύστερα να διαφυλάξει την αισθητική του υφή, μεταμορφώνοντας όλες τις απεριόριστες λεκτικές εκφάνσεις σε μια πειθαρχημένη γλωσσοπλασία…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Κοτζιάς (1926-1992), «Ο Εωσφόρος», Αθήνα, 1959

[ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ]

(απόσπασμα)

Οι κερκίδες, ο απέραντος στίβος, το ανθρωπομάνι, η βαβούρα, μου είναι τόσο ξένα κι αταίριαχτα και τέτοια αίγλη παίρνουν στα μάτια μου, ώστε νιώθω σα νεοσύλλεχτος ριγμένος αιφνιδιαστικά σε μια ομήγυρη από στρατηγούς κι επιλοχίες. Πήχτρα η εξέδρα, καρφίτσα δεν πέφτει. Φέρνουμε δυο βόλτες στο χώρο των ορθίων ανάμεσα στις κερκίδες και το κιγκλίδωμα. Ο Αντωνιάδης ξεφτίζει με τα δόντια το πυρρό του μουστάκι. Δε σταματάει να ψάχνει γύρω γύρω. Τρώει κι ο Ελευθερίου τα νύχια του: Ακόμη! ακόμη!… Ανησυχώ μαζί τους κι εγώ. Υποψιάζομαι κάποια αναποδιά π’ αγγίζει το χείλος της καταστροφής.

«Αργήσαμε», γρυλίζει ο Ελευθερίου.

«Είχαμε και τούτο το μάπα να περιμένουμε».

«Καθόλου, εγώ σας περίμενα από τις δύο. Εσείς αργήσατε». Και μολοντούτο αρχίζω να αισθάνομαι ένοχος.

Ο Αντωνιάδης μού δείχνει μια γωνίτσα από την εξέδρα: «Εσύ θα κάτσεις εδώ!»

«Πού πάτε;».

«Στο ζυγιστήριο.»

«Να ‘ρθω κι εγώ;… Δώσε μου τα κιάλια μου…» Τους έχασα στην κοσμοχαλασιά… Δεν ξέρω πια τι να κάνω. Βαρέθηκα χαζεύοντας, ζαλίστηκα. Ε, δε θα τρέξουν; Αυτό είναι οι ιπποδρομίες; Πώς να καταλάβεις όμως σε τόσο νταβατούρι;

Ξάφνου μυρίζομαι πως κάτι συμβαίνει. Το πλήθος αναδεύει με πυρετό. Περνάνε βιαστικοί, φωνάζουνε, σπρώχνουν. «Τι γίνεται;» Κάποιος σκόνταψε πάνω μου. Μετράει ένα ματσάκι πεντακοσάρικα, χιλιάρικα. Έπειτα τα μπουλούκια που συνωστίζονται μπρος σε κάτι αραδιαστά παραθυράκια στο βάθος, τρέχουνε κοπάδι, καλπάζουν, τσαλαπατιούνται να πιάσουνε θέσεις πίσω από το κιγκλίδωμα. Οι πλάτες πυργώνονται μπροστά μου αδιαπέραστες. Σηκώνομαι στις μύτες, ντρέπουμαι να ρωτήσω. Άξαφνα μια μυριόστομη ιαχή — κάτι το συγκλονιστικό θα πρέπει να συντελέστηκε. Χτυπάω διακριτικά κάποια πλάτη: «Ποιος έρχεται;» «Τζαγκουάρ! Τζαγκουάρ!», με σκυλοβρίζει αφρίζοντας. Κι όσο να το καλοσκεφτώ, μέσα σε ουρλιαχτά και σφυρίγματα, ένα ποδοβολητό ολοένα ζυγώνει, φτάνει μπροστά μας, διαβαίνει, έσβησε. Παραλήρημα. Βουλώνω τ’ αυτιά μου… «Αααα!» Δυο χείλια σαλιωμένα κολλάνε στο μάγουλό μου. Ο άγνωστος σα δερβίσης χάθηκε στο πλήθος ανεμίζοντας πανηγυρικά ένα κουπονάκι. «Αλίμονο, η πρώτη». Κάποιος αξιοσέβαστος κύριος μ’ ασημένια μαλλιά, ντυμένος σαν άρχοντας, ψάχνει περίλυπος ένα πορτοφόλι που το στολίζει χρυσό μονόγραμμα. Τι! Αυτό ήταν όλο; Κι εγώ που δεν κέρδισα; Επιστρέφω στη γωνίτσα που μου ‘χουνε ορίσει οι μπαγάσηδες, με τρώνε τα σκουλήκια… Μόλις τους είδα από πέρα πέφτω στα ίσια πάνω τους φριχτά αγριεμένος: «Πού με παρατήσατε; Τι γίνεται εδώ;»

Διαβάστε περισσότερα