Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γεωργίος Σαλακίδης & Börte Sagaster , «Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκικής Λογοτεχνίας», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου, 2019 (γράφει ο Γιώργος Β. Μιχαλακόπουλος)

ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

`

Το βιβλίο Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκικής Λογοτεχνίας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου, 2019) των Γεωργίου Σαλακίδη και της Börte Sagaster αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη παρόμοια επιστημονική έρευνα και παρουσίαση που έχει γίνει στην ελληνόφωνη εργογραφία σχετικά με την Τουρκική Λογοτεχνία. Δηλαδή για ένα βιβλίο που να παρουσιάζει τον τρόπο που αυτή εμφανίσθηκε στις τελευταίες δεκαετίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το πλαίσιο στο οποίο αγωνίστηκε και σχηματοποιήθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες της Τουρκικής Δημοκρατίας και τελικά το πώς άρχισε να μορφοποιείται από την δεκαετία 1970 έως και σήμερα. Το παρόν έργο, με άλλα λόγια, εξετάζει —καλύπτοντας και αποκαλύπτοντας— το συνολικό εύρος του χώρου εξέλιξης της ίδιας της Τουρκικής Λογοτεχνίας: ξεκινώντας, με εύληπτο και συνοπτικό τρόπο, από την παρουσίαση των πρώτων «πειραματικών» προσπαθειών στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, συνεχίζει με το πέρασμα στον «κοινωνικό ρεαλισμό» και από εκεί περνά στη διαφοροποίηση, στη διεύρυνση και τέλος στη «φιλελευθεροποίηση». Και μέσα από αυτό το ταξίδι της γέννησης και της ανάπτυξης της Τουρκικής Λογοτεχνίας ξεδιπλώνεται παράλληλα όλο το πολιτικό-κοινωνικό σκηνικό που επηρέασε και επέδρασε όχι μόνο στην ίδια τη Λογοτεχνία αλλά σχεδίασε από την αρχή ένα ολόκληρο κράτος και καθόρισε έτσι το μέλλον ενός ολόκληρου λαού. Κάθε περίοδος Τουρκικής Ιστορίας αποτελεί ταυτόχρονα και ένα κεφάλαιο στο χώρο των Γραμμάτων της Τουρκίας. Έτσι, από το Τανζιμάτ και την εθνική αφύπνιση, περνά κανείς στο κοινωνικό και «λαϊκό» επίπεδο και από εκεί στη νεοτερικότητα και στο μεταμοντέρνο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Victor Serge (1890-1947), «Αναμνήσεις ενός επαναστάτη» (μετφρ. Ρεβέκκα Πέσσαχ), εκδ. Scripta 2008

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

`

[Οι απέξω βρίσκονταν στο πιο ακραίο, στο πιο σκοτεινό, στο πιο οδυνηρό σημείο της ήττας. Ίσως ήμουν ο μόνος που το ήξερα μέσα στη φυλακή, καθώς δεν συνάντησα κανέναν που να το αισθάνθηκε ξεκάθαρα. Ήταν αλήθεια ωστόσο, και αυτός ο οποίος, μόνος, αποκτά συνείδηση μιας τέτοιος αλήθειας, αποκτά συνείδηση και για τις άλλες. Το «πρώτο πρόσωπο» που χρησιμοποιώ μου προξενεί απέχθεια ως μάταιη αυτεπιβεβαίωση, καθώς εμπεριέχει ένα μεγάλο μέρος ψευδαίσθησης και ματαιοδοξίας ή αλαζονικής αδικίας. Κάθε φορά που είναι αυτό δυνατόν, δηλαδή που μπορώ να μην αισθάνομαι απομονωμένος, που η εμπειρία μου φωτίζει από κάποια πλευρά την εμπειρία των ανθρώπων με τους οποίους αισθάνομαι συνδεδεμένος, προτιμώ να χρησιμοποιώ το «πρώτο πληθυντικό», που είναι περισσότερο γενικό και πιο αληθινό. Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου. Και αυτός που μιλάει, αυτός που γράφει είναι στην ουσία ο άνθρωπος που μιλάει για όλους αυτούς που δεν έχουν φωνή. Μόνον, που ο καθένας από μας οφείλει να τακτοποιήσει το δικό του πρόβλημα. Έβλεπα αρκετά καθαρά το πρόβλημα της ήττας του αναρχισμού, καθαρά στο βάθος το πρόβλημα των ατομικιστικών εκτροπών, δεν έβλεπα όμως τη διέξοδο.]

 

Η φυλακή με επιβάρυνε με μια τόσο δυσάρεστη και τόσο δυσβάσταχτη εμπειρία, ώστε πολύ καιρό μετά, όταν ξανάρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο -ένα μυθιστόρημα-, χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να απελευθερωθώ απ’ αυτόν τον εσωτερικό εφιάλτη και να εκπληρώσω ένα καθήκον απέναντι σ’ όλους αυτούς που δεν θα απελευθερωθούν ποτέ (Οι άνθρωποι στη φυλακή). Είναι αρκετά γνωστό στη Γαλλία και στις ισπανόφωνες χώρες. Ήμασταν στη φυλακή, όπου πέρασα το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τριακόσιοι έως τετρακόσιοι βασανισμένοι, οι περισσότεροι εκτίοντας μεγάλες ποινές, από οκτώ χρόνια έως και ισόβια. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους συνάντησα, όπως και παντού αλλού, τόσο αδύναμα κα ανήθικα καθάρματα, ανθρωπάκια, όσο και αξιοπρόσεκτους ανθρώπους που έφεραν μέσα τους μια θεϊκή σπίθα. Γενικά (με ελάχιστες εξαιρέσεις), οι δεσμοφύλακες, βαθμοφόροι ή όχι ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο, εντελώς εγκληματικοί με τον τρόπο τους, με εξασφαλισμένη ατιμωρησία και σύνταξη στο τέλος μιας ακατονόμαστης ζωής. Υπήρχαν εκεί μέσα σαδιστές, υποκριτικά άτεγκτοι, ηλίθιοι, κομπιναδόροι, κλεφτρόνια και κλέφτες. Υπήρχαν ακόμη κάποιοι που ήταν καλοί και ακόμη και έξυπνοι, πράγμα απίστευτο. Η ίδια η γαλλική φυλακή που λειτουργούσε με παμπάλαιους κανονισμούς, δεν ήταν παρά μια παράλογη μηχανή που συνέθλιβε ανθρώπους. Ζούσαμε μέσα σε ένα είδος μηχανιστικής τρέλας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θεανώ Παπάζογλου-Μάργαρη, «Ενα δάκρυ για τον μπαρμπα-Τζίμη», εκδ. Νουμάς, 1958

 

Η αλήθεια πως ήταν ο μεγαλύτερος της παρέας. Κά­ποιοι μας κάτω από τα είκοσι. Κάποιοι πιο πάνω. Αυτός σαρανταδυό! Από σεβασμό κι αγάπη τον εφωνάζαμε μπάρμπα, κι από ασυλλογισιά! Εγώ τότε νόμιζα πως χρειάζονταν τρεις αιώνες να φτάσω τα σαρανταδυό, που μου φαινότανε πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Το ίδιο θα νομίζανε κι οι άλλοι και κάναμε μπάρμπα τον Δημήτρη τον Ντεμίρη, πριν την ώρα του, κι ας μας έλεγε στην αρχή «μα γιατί δεν με φωνάζετε σκέτα Τζίμη ή Δημή­τρη;…»

Βέβαια, εξόν την ηλικία του, ήταν κι ο παλιότερος στην Αμερική. Εμείς οι άλλοι φρεσκοφερμένοι. Μυρίζαμε θυμάρι ακόμα, ξενάκια! Ξενάκια, και τόσο θέλαμε κά­ποιον, κάτι σαν πατέρα, σαν μεγάλο αδερφό, σαν θείο, και  υιοθετήσαμε  για  κάτι  τέτοιο  τον   μπαρμπα-Τζίμη, γιατί τον αγαπούσαμε. Όλοι μας τον αγαπούσαμε. Μα εγώ τον αγαπούσα απ’ όλους πιο πολύ!

Ήταν γιατί μου φαινόταν ήρωας ο μπαρμπα-Τζίμης, που ήρθε στην Αμερική τον χρόνο που εγώ γεννήθηκα, κι όταν εγώ άρχισα να λέω ντα-ντα-ντα και μα-μα-μα, αυ­τός άρχισε να μιλάει τ’ αγγλικά και τώρα όποια λέξη ήθελες, την ήξερε! Κι ακόμα σπουδαιότερο κι ηρωικό μού φαινότανε που στον πόλεμο – στον πρώτο μεγάλο πόλεμο – αυτός ήταν με τον αμερικάνικο στρατό και λαβώθηκε στη Γαλλία και πήρε και παράσημα. Είδα και φωτογρα­φίες του με στολή αξιωματικού και γαλόνια. Κι ήταν κι Αμερικανός πολίτης και ψήφιζε ο μπαρμπα-Τζίμης, σαν ήτανε να βγάλουν πρόεδρο της Αμερικής, ψήφιζε! Όλ’ αυτά μου φαινόντανε τόσο σπουδαία τότε, τόσο ηρωικά…

 

«Μπαρμπα-Τζΐμη, το ξέρεις πως ακόμα δεν μας είπες την ιστορία, πώς τα πήρες τα γαλόνια και τα παράσημα, τότε που λαβώθηκες στη Γαλλία, στη Φλάντρα; Νιώθω τέτοια περηφάνια για σένα, μια τέτοια περηφάνια!…»

Με κάρφωσε με τη ματιά του.

«Νίτσα, παιδί μου, εγώ δεν είμαι της ηλικίας σου και δε νιώθω περηφάνια. Γιατί κατάλαβα πως ο πόλεμος δε λύ­νει κανένα πρόβλημα, και σαν τελειώνει, μαζί με τη φο­βερή καταστροφή και την ορφάνια, αφήνει και τον σπόρο για νέο πόλεμο, μεγαλύτερο απ’ τον προηγούμενο. Ναι, δε νιώθω και τόση περηφάνια για κείνα τα παράσημά μου, μα έκαμα κι εγώ κάτι στη ζωή μου…»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Ψυχογιός, «Η 21η Απριλίου κι αυτή»

 

Το σημαντικότερο γεγονός της Παρασκευής επρόκειτο να είναι το ραντεβού μου με τη Νίκη, στις οκτώ η ώρα το βράδυ, στου «Φλόκα» της Φωκίωνος Νέγρη. Η ημέρα μου όμως θα άρχιζε στο μεγάλο αμφιθέατρο του Νέου Χημείου, στις εννέα το πρωί. Η περίοδος των εξετάσεων πλησίαζε επικίνδυνα και έπρεπε κάποτε να πληροφορηθώ σε τι αναφέρονταν οι παραδόσεις του καθηγητή κ. Στάθη που δίδασκε Ανόργανη Χημεία στους πρωτοετείς φοιτητές του Φυσικού τμήματος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Αθήνησι.

Έμεναν μόνο δυο εργάσιμες ημέρες, Παρασκευή και Σάββατο –η πενθήμερη εργάσιμη εβδομάδα ήταν τότε γνωστή μόνο μέσω της ξένης λογοτεχνίας. Η προεκλογική περίοδος άρχιζε μεθαύριο, Κυριακή των Βαΐων: ο Παπανδρέου θα μιλούσε στη Θεσσαλονίκη. Κατά την είσοδό του στην πόλη θα τον συνόδευαν ιππείς πάνω σε λευκά άλογα, είχαν ανακοινώσει υπερήφανοι για το εύρημά τους οι οργανωτές. Για όσους πιστεύαμε πως η νίκη της Ένωσης Κέντρου ήταν ήδη εξασφαλισμένη, αυτές οι τελετές ήσαν όχι μόνο ανούσιες αλλά και περιττές. Την ίδια ημέρα άρχιζαν οι διακοπές του Πάσχα, τα αμφιθέατρα θα ξανάνοιγαν στις 8 Μαΐου. Στις 2 Ιουνίου ήσαν οι εκλογές, οι εξετάσεις θα ακολουθούσαν αμέσως μετά. Το βράδυ της Πέμπτης κοιμήθηκα νωρίς, ώστε εν ηρεμία να ξυπνήσω το πρωί για να ασκήσω τα φοιτητικά μου καθήκοντα.

Δεν θυμάμαι τι ονειρεύτηκα, ίσως ότι είχα εκλεγεί πρόεδρος στο έτος μου, ίσως ότι έκανα έρωτα με τη Νίκη. Το βέβαιο είναι πως μόλις ξύπνησα το πρωί της Παρασκευής 21ης Απριλίου 1967, το πρώτο που παρατήρησα ήταν το λαμπρό φως που περνούσε μέσα από τις γρίλλιες και ανήγγελλε ανοιξιάτικη, ζεστή, ηλιόλουστη ημέρα. Αυτό που με είχε ξυπνήσει το συνειδητοποίησα αμέσως μετά τη μετεωρολογική μου παρατήρηση, καίτοι είχε προηγηθεί. Ήταν η κραυγή της αδελφής μου της Ελένης: «Έγινε δικτατορία κι εσύ κοιμάσαι;»

Όταν, χρόνια αργότερα, προσπάθησα να αναλύσω το πώς και το γιατί της επταετούς συμπεριφοράς μου, σκέφτηκα πως ίσως τούτη η φράση που με ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο μου να με είχε πολύ επηρεάσει. Με κατηγορούσε όχι μόνο ότι κοιμόμουνα ενώ είχε γίνει δικτατορία, άρα με καλούσε να αγρυπνώ όσο η δικτατορία συνεχιζόταν, αλλά και ότι είχε γίνει η δικτατορία λόγω του ύπνου μου, λόγω της δικής μου ολιγωρίας. Κι όμως εγώ ο ταλαίπωρος είχα κάνει ό,τι μπορούσα: και στην ΕΔΗΝ είχα γραφτεί, και οπαδός του Παπανδρέου υιού ήμουν, και τα μαθήματά μου είχα παραμελήσει χάριν του συνδικαλισμού, και στις συγκεντρώσεις εναντίον της διάλυσης των Λαμπράκηδων έτρεχα, και είχα σταματήσει να πίνω μπύρα «Φιξ» του φιλοβασιλικού Γαρουφαλιά μετά τα ιουλιανά –με μοναδικό όμως αποτέλεσμα να εξαφανιστεί εν τέλει η μοναδική εγχώρια μάρκα μπύρας.

Σηκώθηκα αλαφιασμένος, έμαθα ότι τη Χλόη και τη Φανή που είχαν ξεκινήσει για το γυμνάσιό τους (το Ε΄ Θηλέων, στον Άη-Νικόλα) τις είχαν γυρίσει πίσω φαντάροι, άκουσα από το ραδιόφωνο τα εμβατήρια, έμαθα από την υπηρεσία της σπιτονοικοκυράς πως τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν. Ντύθηκα σαν τρελλός και κατηφόρισα τρέχοντας την Πετσόβου προς τη Ζωοδόχου Πηγής, ενώ πίσω η μητέρα μου μου φώναζε: «Πού πας, μωρέ μουρλέ, θα σε σκοτώσουν!»

Ηλιόλουστη η Αθήνα, έρημοι οι δρόμοι, κλειστά τα μαγαζιά, σα να είχε αδειάσει η πόλη από τη ζωή, σα να ήσαν τα σπίτια κελύφη άδεια. Κανένα σημάδι όμως που να δικαιολογεί τους φόβους της μάνας. Το Χημείο, νέο και παλιό, κλειδαμπαρωμένα –τον Στάθη δεν επρόκειτο να τον ξαναδώ, τον καθαίρεσε η χούντα με το πρόσχημα ότι χρηματιζόταν. Ανηφόρισα τη Σόλωνος προς τη Νομική. Μπρος από το κτίριο του ΟΤΕ, γωνία με Σίνα, που το φρουρούσαν φαντάροι, κάποιοι προσπαθούσαν να αντιληφθούν τι είχε συμβεί διαβάζοντας ομαδικά ένα φύλλο του Ελεύθερου Κόσμου, που απλώς κατέγραφε όσα από καιρού εις καιρόν επανελάμβανε και το ραδιόφωνο διακόπτοντας τη μετάδοση του «αεροπόρος θα γινώ» και «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν»: κομμουνιστικός κίνδυνος, στρατιωτικός νόμος, απαγόρευση κυκλοφορίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση», εκδ. Άγρα, 1990

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

[…] Ἐμποδισμένος νὰ χορτάσω, θλιβερὸ παλικάρι, δέντρο ποὺ μὲ σφάζουνε σύρριζα, συλλογιέμαι χωρὶς νὰ βρίσκω σκοπό, χάνω τὶς κινήσεις μου μέσα στὸ ρεῦμα ποὺ μὲ παρασέρνει. Ὁ μηχανισμὸς τῆς σκέψης μου ἀκατάσταστος, προσηλωμένος σ’ἕνα σημεῖο. Ἀηδιάζω κάθε ὄψη πράγματος, κάθε τροφή. Κόβω τοῦ ψωμιοῦ τὶς ἄκρες καὶ πετῶ τὰ κομμάτια. Ὅλα εἶναι μολυσμένα. Δὲν μπορῶ νὰ γευτῶ τὸ ψωμί. Ἐπαναστατῶ, θέλω νὰ σηκωθῶ, νὰ βγῶ, νὰ μὴν εἶμαι περιορισμένος. Θὰ ξεντυθῶ τὰ ροῦχα μου νὰ βγῶ γυμνός. Γιατί νὰ σκέφτομαι τὸ συμφέρον μου, τὴν ὠφέλειά μου; Γιατί νὰ θέλω τὴν καλοπέραση; Ἂν δὲν περπατήσω γυμνός, δὲ θὰ πῶ ὅ,τι ἔχω. Δὲν μπορῶ νὰ σταματήσω αὐθαίρετα σ’ἕνα τυχαῖο σημεῖο, νὰ δεχτῶ ἀπὸ τύχης τὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ τύχης τὸ θάνατο. Σκοτάδι γύρω μου πυκνό. Δὲν βλέπω. Ἄνισα σχήματα ποὺ διαψεύδονται μὲ τὸ πασπάτεμα τῆς ἁφῆς. Δὲν βρίσκω τὸν ἥρωα. Ὁ ἐρωτευμένος νέος στὸ παράθυρό μου φαίνεται γελοῖος. Θέλω νὰ μιλήσω μὲ δύναμη γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κατορθωθεῖ ἡ ζωὴ στὸν τόπο μου. Προσφιλής μου πατρίδα, μόνο ἡ ζωή σου μπορεῖ νὰ δικαιώσει τὴ ζωή μου. Σύμβολα ὑψηλὰ καὶ μορφὴ ἀπαιτεῖ τὸ ἔργον. Ὄρθιος παλεύω. Ξεχωρίζω μόνο γεωμετρικὰ σχήματα. Οἱ κύβοι τῶν σπιτιῶν μίας πόλης ποὺ ἀνατράπηκε ἐκ βάθρων σὰν ἀπὸ σεισμό. Σκουντῶ μὲ τὸν ὦμο μου γυρεύοντας ν’ἀπομακρύνω τὸ σκοτάδι. Κουράζομαι, κουράζομαι. Θέλω ἕνα πέρασμα ὄχι μονάχα γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἰδιωτικό. Θέλω νὰ ξεπεράσω τὸ τυχαῖο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ προμηθέψει ἕναν μισὸ θάνατο, ποὺ νὰ μὴν εἶναι γιὰ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό μου. Μέσα μου, ὅπως κάτω ἀπὸ μία πέτρα, ἀκοῦς τὸ νερὸ ὑπόγειου ποταμοῦ. Ἀκούγω ὁμιλία, ἱστορίες, τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων μαζί. Ὀπισθοχωρῶ μὲ πληγές, ματωμένος, καταδικασμένος σὲ ἀδιέξοδο. Δὲν μπορῶ νὰ διακρίνω. Ἀνοίγω τὸ βιβλίο καὶ μελετῶ τὴ βιογραφία τοῦ Ρώσου Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ. Ζοῦσε ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια. Ἤθελε νὰ ὑμνήσει τὸν τόπο του, τὴν Ἁγία Πατρίδα, νὰ ξεπεράσει τὴν ὄψη τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ κακοῦ ποὺ βλέπουμε, νὰ δώκει τὴν εἰκόνα τῆς χαρᾶς. Δὲν μπόρεσε. Ἔριξε στὴ φωτιὰ τὰ χαρτιά του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του. Ξεκίνησε ὁδοιπόρος γιὰ τοὺς Ἅγιους Τόπους. Προσκυνητής, νηστευτής. Παρακαλεῖ νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ χάρη. Ντρέπουμαι. Σκεπάζω μὲ τὶς παλάμες τὸ πρόσωπό μου. Πῶς τόλμησα καὶ θέλησα νὰ ὁμιλήσω ἐγώ; Ἀδερφέ μου, μὴ θελήσεις νὰ μὲ δεῖς. Ντρέπουμαι ποὺ φορῶ ροῦχα, πανταλόνι, πουκάμισο καὶ ἀναπαύουμαι σὲ ἄνετο κάθισμα.

Διαβάστε περισσότερα