Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

William Faulkner, «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» (μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), εκδ. Gutenberg, 2021

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Από τις δυο καὶ κάτι καὶ σχεδὸν μέχρι τὴ δύση ἐκεῖνο τὸ ἀτέλειωτο ἀκίνητο καυτὸ πληκτικὸ ἀπόγευμα τοῦ Σεπτέμβρη κάθονταν στὸ γραϕεῖο, ὅπως τὸ ἔλεγε ἀκόμη ἡ δεσποινὶς Κόλντϕιλντ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἔτσι τὸ ἔλεγε παλιὰ ὁ πατέρας της – ἕνα μισοσκότεινο ζεστὸ πνιγηρὸ δωμάτιο μὲ ὅλα τὰ παντζούρια κλειστὰ καὶ σϕαλισμένα ἐδῶ καὶ σαράντα τρία καλοκαίρια γιατὶ ὅταν ἦταν μικρὴ κάποιος πίστευε πὼς τὸ ϕῶς καὶ ὁ κινούμενος ἀέρας μεταϕέρουν ζέστη ἐνῶ εἶναι πάντα πιὸ δροσερὸ τὸ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο ἔκοβαν διασταυρούμενες κίτρινες λεπίδες ϕωτὸς γεμάτες μόρια σκόνης ποὺ ὁ Κουέντιν τὰ ἀντιλαμβανόταν σὰν νιϕάδες τῆς παλιᾶς νεκρῆς ξερῆς μπογιᾶς ποὺ ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὰ παντζούρια καθὼς ξέϕτιζαν σὰν νὰ τὴ σήκωνε ἀέρας ἀπὸ ἔξω. μιὰ γλυσίνα ἄνθιζε γιὰ δεύτερη ϕορὰ μέσα στὸ καλοκαίρι πάνω στὸ ξύλινο πλέγμα ἔξω ἀπὸ τὸ ἕνα παράθυρο ὅπου πλησίαζαν κάθε τόσο τὰ σπουργίτια κατὰ ριπές, ἀκανόνιστα, μ᾽ἕναν στεγνὸ ζωηρὸ χωμάτινο ἦχο κι ὕστερα ἔϕευγαν· καὶ ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Κουέντιν, ἡ δεσποινὶς Κόλντϕιλντ μὲ τὰ αἰώνια μαῦρα ποὺ ϕοροῦσε ἐδῶ καὶ σαράντα τρία χρόνια, γιὰ τὴν ἀδελϕή, τὸν πατέρα, τὸν μὴ-σύζυγό της, κανεὶς δὲν ἤξερε, καθόταν εὐθυτενὴς στὴ σκληρὴ καρέκλα μὲ τὴν ἴσια πλάτη ποὺ ἦταν καὶ τόσο ψηλὴ γιὰ κείνη ὥστε τὰ πόδια της κρέμονταν κατακόρυϕα καὶ ἄκαμπτα σὰν νὰ ἦταν καλάμια καὶ οἱ ἀστράγαλοί της ἀπὸ σίδερο, πολὺ ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὸ πάτωμα καὶ μὲ ἐκείνη τὴν αὔρα τῆς ὀργῆς ἀπὸ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴ στατικότητα ποὺ ἔχουν τὰ πόδια τῶν παιδιῶν, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο διαρκῶς ἐπίσημο καταβεβλημένο κατάπληκτο τόνο στὴ ϕωνὴ ὥσπου ἡ προσοχὴ ὑποχωροῦσε καὶ ἡ ἀκοὴ μπερδευόταν καὶ τὸ ἀπὸ καιρὸ νεκρὸ ἀντικείμενο τῆς ἄγονης κι ὡστόσο ἀδάμαστης δυσϕορίας της ἀναϕαινόταν, ἀνταποκρινόμενο θαρρεῖς στὴν ἀγανακτισμένη ἀνακεϕαλαίωση, ἥσυχο ἀϕηρημένο καὶ ἄκακο, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπομονετικὴ καὶ ὀνειρικὴ καὶ θριαμβεύτρια σκόνη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Lawrence Durrell, «Πικρολέμονα», εκδ. Γρηγόρη, 1957

Το στρατόπεδο είχε μετακινηθεί τώρα από το φρούριο στην Κοκκινοτριμιθιά και εδώ, στο τραχύ γυμνό και άχαρο πλάτωμα, οι σκαπανείς του στρατού είχαν φτιάξει μερικές παράγκες κι ένα μεγάλο συρματόκλειστο περίβολο. Από μακριά φαινόταν σαν κάποιο εγκαταλελειμμένο κοτέτσι για γαλόπουλα. Ανέβηκα ίσαμε κει με τον Φόστερ που μιλούσε απελπισμένα για την έλλειψη λογικής που έδειχναν οι κρατούμενοι, για την πλήρη περιφρόνηση του νό[1]μου και την έλλειψη πολιτικής ηθικής. «Τα τρία τέταρτα περίπου απ’ αυτά τα μπαστάρδικα θα καταδικάζονταν για σοβαρές παραβάσεις του νόμου», επανελάμβανε με περιττή ανησυχία! Και ρίχνουν σβόλους χώμα στους επισκέπτες και μας φωνάζουν «φασίστες». Εμείς, φασίστες, σε ρωτάω!

Οι συνθήκες διαβιώσεως ήσαν στενάχωρες αλλ’ όχι κακές. Ίσως πολύ λιγότερο σκληρές παρά για πολλούς νέους που κάνουν το στρατιωτικό τους. Επιθεωρήσαμε τις παράγκες κι εξετάσαμε τα ζητήματα της τροφής και της παροχής ζεστού νερού. Αν έκρινα από τα βιβλία που βρίσκονταν στα περισσότερα περβάζια των παραθύρων και στα κρεβάτια, αρκετοί από τους τρομοκράτες θα ήσαν διανοούμενοι. Είδα τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη και τη σπάνια αθηναϊκή έκδοση του Καβάφη, τα ποιήματα του Σεφέρη και την Αιολική Γη του Βενέζη με τον δικό μου πρόλογο που μεταφράσθηκε με αγάπη από την αγγλική έκδοση. Αυτά τα πράγματα με πλήγωναν, όταν για πρώτη φορά καταλάβαινα πως η έκκληση της ΕΟΚΑ δεν απευθυνόταν σε κακοποιούς, σε εκ γενετής εγκληματίες, αλλ’ ακριβώς στους πιο έξυπνους και ιδεαλιστές ανάμεσα από τους νέους. Αυτοί θα υπόφεραν από τα προστάγματα των ηγετών τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Φώντας Κονδύλης, «Τριήμερο στα κάγκελα, απ΄ το ημερολόγιο των σκοτεινών ημερών», εκδ. Καστανιώτη, 1979,

Αργά το βράδι

Μετά τις δύο παραστάσεις. Η Ιωάννα κι εγώ. Πήραμε να κατεβαίνουμε την Πανεπιστημίου. Με την Ιωάννα παίζουμε μαζί στο ίδιο έργο. Οι κριτικοί μάς γράψανε καλά. Για μας τους δυο. Καλά. Είχαμε διαβάσει ολόκληρη την κριτική νωρίς το βράδι πριν την παράσταση, και τότε καταλάβαμε γιατί ο θίασος μάς έκανε μούτρα. Είχαμε γελάσει. Η Ιωάννα θα πήγαινε στα Βριλήσσια, στο σπίτι της. Θα τηνε πήγαινα ως την αφετηρία, κι έπειτα θάφευγα κι εγώ. Η αφετηρία για το σπίτι της είν΄ ακριβώς πάνω απ΄ το Πολυτεχνείο.

— Λες να γίνουνε τίποτα επεισόδια; με ρωτάει η Ιωάννα.

            Έχω το χέρι μου περασμένο στον ώμο της.

            — Δε φαντάζομαι. Δε βλέπεις γύρω σου την ησυχία; της απαντάω.

            Άδεια σχεδόν η Πανεπιστημίου. Μόνο ταξί που κατεβαίνουν προς την Ομόνοια.

            — Τι ωραία που είναι η Αθήνα δίχως κόσμο… λέω αφηρημένα. Και το πιστεύω αυτό που λέω.

            — Δεν έχει λεωφορεία; Τι ώρα είναι; με ρωτάει.

            Τότε κι εγώ αντιλαμβάνομαι πως δεν υπάρχουν λεωφορεία. Τα λεωφορεία Αμπελόκηποι – Πατήσια που περνούν ακριβώς μπροστά απ΄ το Πολυτεχνείο…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπυριδούλα Τσούμπα, “Μύθος και Ιστορία στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη”

Μυθιστόρημα, Γιώργος Σεφέρης
Α´
Τὸν άγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.
Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.
Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Umberto Eco, «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή»(μτφ.: Αντώνης Τσοπάνογλου),εκδ.Μαλλιάρης,1999

Το πολιτιστικό περιβάλλον καθορίζει τη φύση των ατόμων σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην είμαστε πια σε θέση να το διακρίνουμε ακόμη κι όταν αποκρούουμε τις ρατσιστικές γνώμες όσων αποδίνουν σε σταθερή φυσική ιδιότητα τη συμπεριφορά κάποιου. Σε τέτοιες περιπτώσεις η πιο αυθόρμητη αντίδραση είναι συνήθως να αρνιόμαστε την υποθετική φυσική ιδιότητα. Σχεδόν όπως έκαναν οι φωτισμένοι δημοκράτες στην περίοδο της παρακμής τους, πριν λίγα χρόνια, μπρος στο ρατσιστή που περιγελούσε τους νέγρους για τα κατσαρά τους μαλλιά και την πλακουτσωτή μύτη τους: κατέβαλαν απεγνωσμένες προσπάθειες να αποδείξουν έμμεσα ότι οι νέγροι έχουν ίσια μαλλιά και ελληνόμορφες μύτες (μέχρις ότου το African Look και το σλόγκαν «Black is beautiful» βάλανε τα πράγματα στη θέση τους).

Η τελευταία Σύνοδοςτέλειωσε χωρίς να παραχωρήσει στις γυναίκες την ιερατεία, και ορισμένες εφημερίδες μετάφεραν τη γνώμη των πιο οπισθοδρομικών ιερέων και επισκόπων, που διστάζουνε να εμπιστευτούνε τη διακονία της εξομολόγησης στις γυναίκες γιατί «όπως ξέρουμε είναι κουτσομπόλες και δε θα κατάφερναν να φυλάξουν το μυστικό». Σχεδόν πάντα το σχόλιο που συνόδευε αυτές τις γνώμες προσπαθούσε να τις γελοιοποιήσει αποδίνοντας σε απλό μύθο το γεγονός ότι οι γυναίκες αγαπούν το κουτσομπολιό, μια και ο αρθρογράφος δεν ήθελε να αναγνωρίσει ένα υποθετικό φυσικό (και επομένως «φυλετικό») χαρακτηριστικό σαν γενικευμένο, σταθερό, αιώνιο. Όμως το πρόβλημα δεν είναι να αρνιόμαστε ένα δεδομένο φαινομενικά φυσικό χαρακτηριστικό, αλλά να το ανάγουμε στην πολιτιστική του μήτρα. Και απ’ την αρχή θα ήθελα να επιβεβαιώσω ότι συνήθως οι γυναίκες κλίνουν προς αυτό που χαρακτηρίζουμε «κουτσομπολιό», ακόμη και σε βάρος της απαιτούμενης εχεμύθειας.

Διαβάστε περισσότερα