Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Βασίλης Βασιλικός, «Το φύλλο» (απόσπασμα), εκδ. Εστία, 1961

Κι ωστόσο η μάνα του είχε δίκιο όταν είπε ότι θα του πίνει όλο το οξυγόνο. Και να γιατί: όταν χθες το βράδυ, νύχτα της Τρίτης, κουρασμένος από τις χαρές και τις αγωνίες της πρώτης μέρας που ζούσε με το φύλλο του, έπεσε να κοιμηθεί, για πολλή ώρα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Ξάγρυπνος από τη στρωσιά του παρακολουθούσε τη σιγανή μετατόπιση του φεγγαριού πάνω από το φύλλο που είχε πάρει μια χαλκοπράσινη θωριά. Όσο το φως του φεγγαριού γλιστρούσε από πάνω του, το φύλλο αφομοιώνονταν μες το σκοτάδι, ώσπου χάθηκε ολότελα και μόνο η σκιά του ξεχώριζε σαν αποτύπωμα πάνω στη νύχτα. Ήσυχος που το φύλλο του κοιμόταν, γύρισε τότε κι Αυτός από το άλλο πλευρό. Στις τρεις όμως ξύπνησε μ’ ένα κακό όνειρο: είχε δει στον ύπνο του πως η μάνα του τάχα μπήκε μες το δωμάτιο κρυφά και με τα βαμμένα νύχια της ξέσκιζε τη σάρκα του φύλλου. Εκείνο δεν έβγαζε κραυγή και υπόφερε καρτερικά το θάνατό του. Τινάχτηκε. Δεν το ‘δε αμέσως. Προχώρησε στα τυφλά, ώσπου σκόνταψε πάνω στη γλάστρα. Τότε ησύχασε. Ευτυχώς ήταν εκεί, κοιμόταν με την ανοιχτή φτερούγα του. Το χάιδεψε και στα δάχτυλά του απλώθηκε ένα μούδιασμα γλυκό, σαν πάχνη. Ήταν εκεί, δόξα τω Θεώ, απείραχτο, ανέγγιχτο. Και σήμερα το πρωί, πρωί της Τετάρτης, καθώς ξύπνησε, το είδε κολλημένο κατάστηθα πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Τρόμαξε. Το φως του ήλιου διαπερνούσε ανεμπόδιστα την υγρή σάρκα του κι έπεφτε πρασινωπό μες στην κάμαρα ασημίζοντας τα λεπτά νεύρα του, τις τρίχινες ίνες, το περίγραμμά του που σχεδιάζονταν δαντελωτό πάνω στο κρύσταλλο σε σχήμα μεγάλης καρδιάς. Με προσοχή μη το σκίσει το ξεκόλλησε από το τζάμι, όπου είδε σταματημένες σταγόνες ιδρώτα σαν κόμπους βροχής. Κατάλαβε τι είχε γίνει τη νύχτα κι άνοιξε χωρίς χρονοτριβή την μπαλκονόπορτα. Τότε είδε το φύλλο που ξεχύθηκε ασυγκράτητο προς τα έξω σαν να φώναζε «αέρα! αέρα!» κι ανάσαινε άπληστα το φρέσκο πρωινό αγιάζι. «Τι θα πάθαινα!» σκέφτηκε. «Θα πέθαινε από ασφυξία». Η μάνα του είχε δίκιο όταν έλεγε πως θα πίνει όλο το οξυγόνο της κάμαρας. Κι αποφάσισε, όχι για να μην πάθει τίποτα Αυτός, αλλά για να μην πάθει τίποτα το φύλλο του, ν’ ανοίγει κάθε βράδυ την μπαλκονόπορτα προτού κοιμηθεί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Montaigne (1533 – 1592), «Περί φιλίας» (μετφρ.: Κλέων Παράσχος)

Καθώς όλα, πραγματικά, είναι κοινά μεταξύ τους, επιθυμίες, στοχασμοί, γνώμες, αγαθά, γυναίκες, παιδιά, τιμή και ζωή και καθώς το συνταίριασμά τους δεν είναι παρά μια ψυχή σε δυο σώματα, σύμφωνα με το σωστότατο ορισμό του Αριστοτέλη, δεν μπορούν μήτε να δανείσουν, μήτε να δώσουν τίποτε ο ένας στον άλλο. Να γιατί οι νομοθέτες, για να λαμπρύνουν το γάμο [δίνοντάς του] μια κάποια φανταστική ομοιότητα με το θείο αυτό δεσμό, απαγορεύουν τις δωρεές ανάμεσα στο σύζυγο και στη γυναίκα, θέλοντας έτσι να δείξουν ότι το κάθε τι πρέπει ν’ ανήκει και στον ένα και στον άλλον, και ότι δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν και να μοιράσουν ανάμεσά τους. Αν, στη φιλία για την οποία μιλώ, ο ένας μπορούσε να δώσει στον άλλον, αυτός που θα υποχρέωνε το σύντροφό του θα ήταν εκείνος που θα δεχόταν την ευεργεσία. Γιατί ζητώντας και ο ένας και ο άλλος, περισσότερο από κάθε τι, να κάνουν καλό ο ένας στον άλλον, εκείνος που δίνει την αφορμή και την ευκαιρία είναι ο γενναιόδωρος, αφού προσφέρει την ευχαρίστηση αυτή στο φίλο του, να του κάνει αυτό που περισσότερο επιθυμεί. Όταν ο φιλόσοφος Διογένης είχε ανάγκη από χρήματα, έλεγε ότι τα ζητούσε πίσω από τους φίλους του, όχι ότι τα ζητούσε. Και για να δείξω πώς πραγματικά αυτό γίνεται, θα διηγηθώ ένα παράξενο αρχαίο περιστατικό.

Ο Ευδαμίδας ο Κορίνθιος είχε δυο φίλους: Τον Χαρίξενο από τη Σικυώνα και τον Αρεταίο. Νιώθοντας ότι θα πέθαινε, καθώς ήταν φτωχός και οι δυο φίλοι του πλούσιοι, έκανε έτσι δα τη διαθήκη του: «Κληροδοτώ στον Αρεταίο να θρέφει τη μητέρα μου και να τη συντηρεί στα γερατειά της· στον Χαρίξενο, να παντρέψει την κόρη μου και να της δώσει το μεγαλύτερο χτήμα που θα μπορέσει· και, στην περίπτωση που ο ένας από τους δυο πεθάνει, βάζω στη θέση του εκείνον που θα επιζήσει». Εκείνοι που πρώτοι είδαν αυτή τη διαθήκη, γελάσανε· οι κληρονόμοι του όμως, όταν ειδοποιήθηκαν, τη δέχτηκαν με μεγάλη ευχαρίστηση. Και καθώς ο ένας απ’ τους δυο, ο Χαρίξενος, πέθανε ύστερα από πέντε μέρες, και τη θέση του πήρε ο Αρεταίος, έθρεψε με μεγάλη φροντίδα τη μητέρα του Ευδαμίδα, και, από τα πέντε τάλαντα που είχε στο βιος του, τα δυόμισι τα ‘δωσε για να παντρέψει μια δική του μοναχοκόρη, και δυόμισι για να παντρέψει την κόρη του Ευδαμίδα, κι έκανε και των δυο την ίδια μέρα τους γάμους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Κατσοπούλου, «Τζενταϊσμός: Θρησκεία ή Πνευματικότητα;»

A Jedi will come

To destroy the Sith

And bring balance to the Force.

-The Great Holocron

 

 

Πάντοτε έβρισκα γοητευτικές τις αντιθέσεις. Μου ξεκλείδωναν το μυαλό. Ίσως οφείλεται στον ENTP  τύπο προσωπικότητάς μου. Έστω. Η πολικότητα μεταξύ φωτός και σκότους είναι μια ευάρεστη αντίθεση σε πολλούς ως δημιουργική μαγιά, ιδιαίτερα όταν συσχετίζεται με το ζήτημα της ηθικής και της έλλειψής της. Όμως, εάν κι εφόσον το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο, πού βρίσκεται η Χρυσή Τομή; Αποφάσισα, λοιπόν, να βρω την ισορροπία παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή:

 

Εν Αρχή ην το Χάος!

Σύμφωνα με τον Ησίοδο, το Έρεβος και η Νύχτα γέννησαν την Ημέρα και τον Αιθέρα. Η σκέψη μου ακολούθησε μια ενδιαφέρουσα πορεία με αυτήν την εκκίνηση. Ώστε, αναρωτήθηκα, είναι πράγματι το Σκότος που δημιουργεί το Φως; Θυμήθηκα τον Παύλο και την προς Ρωμαίους επιστολή του. Μα βέβαια, σκέφτηκα, η φώτιση έρχεται μέσω της αμαρτίας. Χρειάζεται να κάνουμε πολλά λάθη προκειμένου να μάθουμε τι είναι σωστό. Άναψα τσιγάρο κι έβαλα να ακούσω την Αρλέτα. Χάθηκα στους στίχους και τις σκέψεις μου. «Αν θες ν’ αγιάσεις, πρέπει ν’ αμαρτήσεις», είπε ο άγιος του scotch. Θυμήθηκα τον Άσωτο Υιό και κατέληξα στον Darth Vader. Ω ναι, ο εκλεκτός που θα φέρει την ισορροπία στην Δύναμη.

Ως κλασική Star Wars geek, έχω εργαστεί πάρα πολύ βαθιά και ουσιαστικά με τα σχετικά διδάγματα τα τελευταία δέκα χρόνια. Αναπόλησα στιγμές του μακρινού αυτού (ή μήπως όχι και τόσο, τελικά;) Γαλαξία. Ήταν ένα ενδιαφέρον ταξίδι, στο οποίο συνάντησα «μόνο ό,τι πήρα μαζί μου», όπως απάντησε ο σοφός Master Yoda στον τελευταίο Jedi κατά την μύησή του στο Σπήλαιο της Dagoba. Κατάλαβα ότι ο πραγματικός εχθρός είναι ο Σκοτεινός Εαυτός. Ό,τι δηλαδή μαθαίνουμε από τον Carl G. Young για την μεταμόρφωση της ψυχής μέσω του εσωτερικού Αλχημικού Έργου.

Οι διδαχές των Jedi δεν είναι και τόσο αντιφατικές με αυτές των Sith. Επομένως, πού έγκειται η Αντίθεση; Βούτηξα, λοιπόν, στο Είναι μου για να βρω την Αλήθεια. Μα ποια Αλήθεια; Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν το ψεύδος ως εργαλείο. Ποιος παράγων τις διαφοροποιεί; Ήπια λίγο κρασί, τα είπα με τον Πυθαγόρα, τον Πρώτο Φιλόσοφo˙ teach me, Master, the Ways of the Force. Με παρέπεμψε στο στοιχείο του Αιθέρα: την Δύναμη. Use your instincts, μου είπε ήρεμος. Διαλογίστηκα, λοιπόν, πάνω στον Κώδικα.

 

Emotion, yet peace.

Τα συναισθήματα είναι ο χαοτικός παράγων στην τάξη της ζωής μας. Τα γεγονότα είναι οι παράξενοι ελκυστές. Η ισορροπία στην χρήση της Δύναμης έγκειται στον αυτοέλεχο μέσω της αυτοπειθαρχίας. Θυμήθηκα όλες τις φορές που συγκράτησα τα συναισθήματά μου προκειμένου να αποφύγω συγκρούσεις με αγαπημένα πρόσωπα. Έμαθα να αποστασιοποιούμαι από τις καταστάσεις, να μπαίνω και να βγαίνω εξίσου εύκολα. Ωστόσο, η διαδικασία της μαθητείας δεν υπήρξε εξίσου εύκολη. Practice makes perfect!

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Σκούρτης, (1940- 2018), «Άκουσέ με, φίλε»

 

( Μόνος του ήτανε. Ησυχασμό δεν είχε, γυρόφερνε στο σπίτι, άνοιγε το ραδιόφωνο, τό’κλεινε, άνοιγε την τηλεόραση, έκανε μισό λεπτό ζάπινγκ, την έκλεινε. Πήρε κάνα δυο βιβλία, ούτε που τ’ άνοιξε, τ’ άφησε. Άναψε τσιγάρο και πήρε στο τηλέφωνο ένα φίλο. Έλλειπε. Μια φίλη είχε αυτόματο. Δυο γκόμενες δεν απάντησαν. Ξαναπήγε πέρα δώθε. Το μάτι του έπεσε στο κασετόφωνο. Εύρηκα ! Το πήρε, έψαξε για κενή κασέτα, βρήκε μια, την έβαλε, δοκίμασε αν γράφει, τό’ κλεισε. Σκέφτηκε δυο στιγμές αυτά που ήθελε να πει ή στο περίπου, ήπιε μια γουλιά ποτό, άναψε άλλο τσιγάρο, πάτησε το κουμπί να γράφει κι άρχισε το μπλα μπλα του. Ταυτόχρονα πηγαινοερχόταν, έβαζε ποτό. Έπινε νερό. Άναβε τσιγάρα, μιλούσε όμως συνέχεια κοιτώντας προς το κασετόφωνο, λες κι ήταν κάποιος εκεί. Ήταν. Σε κάποιον μιλούσε.)

Φίλε γεια σου… Άκουσέ με… Προσπάθησα να σου γράψω γράμμα, αλλά δε μου βγήκε, αλλιώς τα σκεφτόμουνα, αλλιώς τά’γραφα, αυτές οι πουτάνες οι λέξεις πάλι μου τη φέρανε, γι αυτό είπα να στα γράψω σε μια κασέτα, να στα πω, να στα φωνάξω, να ξεδώσω… μου λείπεις, δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω, δεν είν’ εύκολο, το ξέρεις. Είμαι μόνος μου, μοναχικός κι απελπισμένος. Και στο τηλέφωνο τι να πρωτοπούμε, είσαι μακριά, το υπεραστικό κοστίζει και φράγκα δεν υπάρχουν. Είμαστε λίμιτ ντάουν, φιλάρα! Χέσανε στο Τόκιο, τα κλάσανε στη Σοφοκλέους, κουρελόχαρτα οι μετοχές, ούτε για την τουαλέτα… Χρωστάμε, άρα υπάρχουμε. Μην ανησυχείς, δεν έχω τίποτα, καλά είμαι, που λέμε, παράγω τίποτα, άρα υπάρχω, καταναλώνω ήθος και οράματα, άρα υπάρχω, ερωτεύομαι –τρόπος του λέγειν- άρα υπάρχω κι αφού υπάρχω υπάρχω κι επειδή υπάρχω έχω προβλήματα… Και σήμερα γι αυτά θέλω να σου πω, δηλαδή για ένα, το πρωταρχικό, τό’χουμε συζητήσει πολλές φορές κι άκρη δε βγάλαμε ποτέ κι όσο πάει τόσο γίνεται και πιο περίπλοκο. Κατάλαβες, ε; Καλά κατάλαβες. Πρέπει να βρούμε μια άκρη με τις γυναίκες. Δηλαδή, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, οι σχέσεις μας μαζί τους έχουνε φτάσει σε κρίσιμο σημείο, επικίνδυνο, κοντεύουμε να τρελαθούμε, άντρες και γυναίκες, και δυστυχώς δεν έχουμε να κάνουμε με καμιά υπαρκτή και φανερή αρρώστια που να ελπίζουμε στο φάρμακο, οι σχέσεις είναι αόρατη και καταραμένη αρρώστια, δεν φαίνεται, κι όταν φανούνε τα σημάδια της αρρώστιας είναι αργά πια, έχουμε βαρέσει διάλυση, είμαστε για την εντατική… Βάλε κάνα ποτό άμα θες, έτσι όπως όταν είμαστε στο μπαρ και τα λέμε… Στην υγειά μας… Λοιπόν, ξέρεις πόσο καιρό έχω να πάω με γυναίκα; Εγώ, ε; Να πηδήξω ή να κάνω έρωτα ή όπως αλλιώς μου τη βγει η φάση; Τ’ ακούς, κύριε φίλε; Έξι μήνες! Θα μου πεις, πάντα με το χιούμορ σου εσύ, τι σκας, πήγαινε μ’ άντρα. Έλα όμως που δεν μας βγαίνει στο έτσι κόλπο!.. Τα ξέρεις… Δηλαδή, μήπως κι έτσι θα λυνόταν το πρόβλημα; Κι αυτοί μπερδεμένα μπούτια έχουνε…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευγενία Φακίνου, «Η Ντενεκεδούπολη» (διασκευή), εκδ. Κέδρος, 1975

 

 

      

 

 

Ήλιος : Γεια σας παιδιά! Σίγουρα όλα με γνωρίζετε. Εγώ, λοιπόν, ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια μου, θα σας πω μια παράξενη ιστορία. Υπάρχει μια πολιτεία αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Δεν είναι φτιαγμένη από τούβλα, πέτρες, τσιμέντο και γυαλί. Είναι φτιαγμένη ολόκληρη από ντενεκέδες. Τα σπίτια, τα σχολεία, τα δέντρα, τα σύννεφα, τα λουλούδια, όλα είναι ντενεκεδένια. Τη λένε, πώς …αλλιώς; Ντενεκεδούπολη! Και μένουν, τι …. άλλο; Ντενεκεδάκια! Άδεια, σκουριασμένα, παλιά ντενεκεδάκια. Βρέθηκαν πεταμένα στο σκουπιδότοπο, χωρίς τίποτε δικό τους κι είπαν «Δεν φτιάχνουμε μια πολιτεία που να μένουμε μόνα μας και να’χουμε την ησυχία μας;» Το παν και το’καναν! Και να, τώρα η Ντενεκεδούπολη!

 

Λάμπουν στον ήλιο οι τσίγκινες στέγες, τα χάλκιναστενά και οι ντενεκεδένιοι κάτοικοι της. Τα ντενεκεδάκια που μένουν εδώ έχουν περίεργα ονόματα: Σαρδέλας, Βουτυρένιος, Σοφός, Όκει-Μπαμ-Μπαμ! Α, να! Βλέπω μερικά που’ρχονται!

 

Σαρδέλας : Γεια σας παιδιά! Εϊμαι ο Σαρδέλας. Πριν με πετάξουν στον κάδο είχα μέσα μου σαρδέλες. Τώρα όμως είμαι ελεύθερος και πολύ ευτυχισμένος.

 

Μηλίτσα : Εγώ είμαι η Μηλίτσα. Δε θέλω ούτε να θυμάμαι την εποχή που είχα κομπόστα μήλο και στεκόμουν στο ράφι του μπακάλη!

 

Βουτυρένος : Ε γεια σας! Είμαι ο Βουτυρένιος και όπως καταλάβατε εγώ είχα, πριν έρθω εδώ, βούτυρο! Χαίρομαι που τώρα είμαι άδειος και δε μου παίρνουν το βούτυρο για τα γλυκά, τα μπισκότα, τα μακαρόνια, το κρέας.

 

Οκέι-Μπαμ-Μπαμ : Εϊ χάι! Τι κάνετε παιδιά! Είμαι ο Οκέι-Μπαμ-Μπαμ! Τι είχα μέσα μου; Κόκα-Κόλα! Ευτυχώς που την ήπιανε και μένα με πετάξαν. Αλλιώς κόντευα να πάθω κρυολογήματα μέσα στην παγωνιά του ψυγείου!

 

Σοφός : Εγώ παιδιά είμαι ο Σοφός! Είχα μέσα μου καφέ. Ένοιωθα πολύ μόνος μέσα στα σκοτεινά ντουλάπια. Τώρα όλοι είμαστε ευτυχισμένοι που ζούμε στη Ντενεκεδούπολη!

 

Ήλιος : Σήμερα τα ντενεκεδάκια έχουν μεγάλες μεγάλες ετοιμασίες. Μεθαύριο είναι η πιο σπουδαία, η πιο μεγάλη γιορτή της Ντενεκεδούπολης. Όλοι βοηθάνε. Άλλος ασπρίζει, άλλος κρεμάει χρωματιστά λαμπιόνια, άλλος στερεώνει τα σημαιάκια κι άλλος απαγγέλει το ποίημα που θα πει.

Διαβάστε περισσότερα