Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Λίχνος, «Οι αχθοφόροι», εκδ. Υψικάμινος, 2025 (γράφει η Μαρία  Μανωλοπούλου)

Το φορτίο της ετερονομίας 

 

Στη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Λίχνου, «Οι αχθοφόροι», η πεζογραφία μετατρέπεται σε ανατομικό νυστέρι της νεοελληνικής ιστορικής διαδρομής. Ο τίτλος εμπεριέχει μια διττή μεταφορά: οι χαρακτήρες δεν επωμίζονται απλώς τα υλικά φορτία της επιβίωσης, αλλά κυρίως το ασήκωτο βάρος κοινωνικών δομών που συγκροτήθηκαν ερήμην τους. Εξετάζοντας το έργο υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του Κορνήλιου Καστοριάδη, διαπιστώνει κανείς πώς η μυθοπλασία αναμετριέται με την ένταση ανάμεσα στη θεσμισμένη ετερονομία και την αναζήτηση της αυτονομίας.

Κεντρικός άξονας στη σκέψη του Καστοριάδη είναι η διάκριση ανάμεσα στη «θεσμισμένη κοινωνία» (société instituée), η οποία τείνει να αποκρύπτει τον ίδιο τον κοινωνικό χαρακτήρα των θεσμών και των σημασιών της, παρουσιάζοντάς τα ως δεδομένα, φυσικά ή υπερβατικά, και τη «θεσμίζουσα κοινωνία» (société instituante), που συνδέεται με τη δυνατότητα ριζικής δημιουργίας και αυτοκαθορισμού.

Στο «Απαγορεύεται το ουρείν» (1956), ο Αντώνης, απολυμένος από τη «Ρετσίνα» λόγω περικοπών, ξεφορτώνει ψάρια στο λιμάνι του Πειραιά επί είκοσι χρόνια, κλείνοντας τα αυτιά του στους συνδικαλιστές· «συνέχισε να δουλεύει, ακόμη και μετά απ’ τη δολοφονία των λιμενεργατών στην Καλαμάτα». Η υποταγή του δεν χρειάζεται να του επιβληθεί με βία· την έχει αφομοιώσει ως φυσική τάξη των πραγμάτων. Η αδυναμία του ατόμου να συλλάβει τον εαυτό του ως δημιουργό της ιστορίας φωτίζει την «ετερονομία»: ο νόμος και η ανάγκη βιώνονται ως εξωτερικές επιταγές.

Η «Ανάσταση» δείχνει την απόδοση του νόμου σε μια πηγή έξω από την κοινωνία. Ένα ολόκληρο χωριό πιστεύει ότι ο νεκρός ιερέας του αναστήθηκε, ενώ ο ίδιος καλλιεργούσε στο ποίμνιό του την παθητική προσμονή της μεταθανάτιας ζωής. Η θρησκεία λειτουργεί εδώ όπως την περιγράφει ο Καστοριάδης: ως θέσμιση που κρύβει τον κοινωνικό της χαρακτήρα πίσω από μια υπερβατική προέλευση.

Στο «Καλή δύναμη σ’ εμάς» (1967), ο Γιώργης προβλέπει τη δικτατορία και διαφωνεί με την καθοδηγήτριά του: «Παντού Ε.Δ.Α. βλέπω, ενώ το κόμμα έχει καταστεί πολιτικό φάντασμα». Η καθοδηγήτρια επιμένει στη γραμμή του κόμματος. Η γραφειοκρατική λογική, που ο Καστοριάδης είχε εντοπίσει στο «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», αναπαράγεται μέσα στο ίδιο το κίνημα που διεκδικεί τη χειραφέτηση: το κόμμα γίνεται αλάνθαστη αρχή, και η συλλογική δράση υποκαθίσταται από την προσμονή μιας λύσης που έρχεται «από τα πάνω».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Tέσσερα μικροδιηγήματα

 

 

Δανεικά

 

Την παρακολουθώ, από το απέναντι πεζοδρόμιο, να ανηφορίζει την Αγορακρίτου. Γύρω στα ογδόντα, κοτσονάτη και περιποιημένη −μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το μαλλί κομμωτηρίου−, εύσωμη και με ελαφρία, πλην όμως εμφανή, κύφωση. Φτάνοντας στο ύψος του Αγίου Παντελεήμονα (βηματίζει αρκετά πιο γρήγορα από εμένα που κινούμαι πάντα στην αντίπερα για εκείνη όχθη, αλλά πλέον στα 15 μέτρα πίσω της), στρέφεται προς το απέναντι πεζοδρόμιο, −ναι, το δικό μου− και λέει έξω φωνή,τη στιγμή που έχει βάλει πλώρηγια τα παρακείμενα τραπεζοκαθίσματα: «Διπλό καπουτσίνο, ντεκαφεΐνε, κρύο γάλα βρώμης, κανέλα». Παραλήπτης της παραγγελίας ο αιώνιος κύριος Σταμάτης, ιδιοκτήτης της καφετέριας, βαρύς και ασήκωτος, που κάθεται, ως συνήθως όταν δεν σερβίρει, στο τραπεζάκι του −δεν έχω δει ποτέ κανέναν άλλον να κάθεται εκεί μαζί του− κοντά στην πόρτα της πάντα θεοσκότεινης μέσα καφετέριας και χαζεύει το υπερπέραν. «Να βάλω και αφρόγαλα χαμηλών λιπαρών», της αντιγυρίζει τσαντισμένος, μέσα από τα δόντια του, αλλά η 80χρονημε την ελαφρία, πλην όμως εμφανή, κύφωση είναι σκληρό καρύδι (σίγουρα μη συνιστάμενο για τα προαναφερθέντα δόντια): «Α σήκω, ρε κοπρίτη, κι άσε τις γκρίνιες, ούτε δανεικά να σου ζητούσα», τον κατακεραυνώνει πριν πέσει, ξεθεωμένη αλλά αξιοπρεπής, στην πρώτη καρέκλα που βρίσκει ελεύθερη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Γαλάνης, «Η μεγάλη κοιλάδα», εκδ. Ενάντια, 2026 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

 

 

Ο Νίκος Γαλάνης της ευαισθησίας και της ενσυναίσθησης, της ενδελεχούς έρευνας στ’ ανθρώπινα, του μέσα και του έξω πυρετού , των χημικών ενώσεων, της ποίησης και της ποιητικής επανάστασης, των πεζών κειμένων, της καλοακονισμένης γραφής, της αττικής και της κρητικής γης, του ονείρου για το φως, της πίστης σε / για ένα κόσμο καλύτερο, των ταινιών μικρού μήκους, της αιχμαλωσίας στιγμών μας στον γραπτό του λόγο, του μέτρου και της οικονομίας, των υπαινιγμών και των ξεκάθαρα αρθρωμένων λέξεων.

Ιδρυτής του εκδοτικού οίκου Ενάντια (που έχει έδρα του στο Ηράκλειο Κρήτης), ποιητής και συγγραφέας και μεταφραστής, έχοντας στο ενεργητικό του ποιητικές συλλογές, διηγήματα και ένα μυθιστόρημα (το «Αγαπημένε μου Μιχαήλ», εκδόσεις Ενάντια, 2024), πέρυσι σχεδόν τέτοια εποχή επανεξέδωσε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων δύο παλιότερες ποιητικές του ανθολογίες («Τζορτζ Φλόιντ» και «ο Ξένος» ) και τις (συν)έδεσε κομψά με την πιο πρόσφατή του «Ακόνισε φτερά», δημιουργώντας μια εξαίρετη ποιητική τριάδα. Φέτος, στο τελείωμα του έαρος, ο Νίκος Γαλάνης, σταθερά μέσω του εκδοτικού του σπιτιού, επανήλθε μεταπηδώντας από την ποίηση στο γνώριμό του πεδίο του διηγήματος (ακόμα κι εδώ στον πεζό λόγο του, η ποιητική χροιά και ατμόσφαιρα έχουν έντονη παρουσία), ταξιδεύοντάς μας στη Μεγάλη κοιλάδα με οδηγό είκοσι ένα διηγήματα τα οποία είναι συγκεντρωμένα σ’ αυτόν τον καλαίσθητο τόμο με το ελκυστικό εξώφυλλο που σχεδίασε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Κυρίως πρωτοπρόσωπης αφήγησης τα διηγήματα του Γαλάνη περικλείουν μέσα τους την υπαρξιακή αγωνία, το κυνήγι του χρόνου, τη ματαιότητα, την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων δεσμών και της ανθρώπινης εμπειρίας, ατομικούς και συλλογικούς προβληματισμούς, την ομορφιά και την μετριότητά μας, τις καταφάσεις μας και τις αρνήσεις μας στη ζωή, τις αποφάσεις και τα διλήμματά μας, τους φόβους μας ενωμένους σε ένα διαμέρισμα με κλειστά παράθυρα, δεμένους σε ένα βλέμμα, σε μια ακατάληπτη φράση, σε μια θολή εικόνα, σε ένα φευγαλέο ενσταντανέ του κόσμου που αιμορραγεί.

Οι ήρωες – αφηγητές του Γαλάνη -γυναίκες και άντρες, κόρες, γιοί, μανάδες, πατεράδες- είναι εμείς κι όλοι οι άλλοι γύρω μας κι απέναντι μας σε κοινούς και χωριστούς δρόμους, εμείς κι όσα γυρεύουμε, λησμονούμε, χαιρόμαστε, πενθούμε, χάνουμε, κερδίζουμε, τραγουδάμε κι ονειρευόμαστε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«2006- 2026: 20 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΕΙΝ» (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Οκτώβριος του 2006. Μεσημεράκι, στο δωμάτιο του πατρικού μου. Στο τηλέφωνο ο Σωτήρης Παστάκας. Είχαμε αρχίσει από καιρό τη διαδικτυακή αλληλογραφία καθώς του είχα στείλει ποιήματά μου ώστε αν ήθελε να τα δημοσιεύσει στο blog του που είχε δημιουργήσει από το 2001 (β΄ φάση το 2004) παρακινούμενος από τον φίλο του ζωγράφο Παναγιώτη Λιναρδάκη. Αυτός τού είχε συστήσει τον webmaster Κωστή Σακκά και έπειτα από κατοχύρωση του σχετικού domain στο Πανεπιστήμιο Κρήτης είχε γεννηθεί το: «ΠΟΙΕΙΝ».

Θυμίζω οτι εκείνη την πρώτη πενταετία τού 2000, είχαν αρχίσει να δημιουργούνται δειλά δειλά τα πρώτα ηλεκτρονικά blogs, forum, sites και ψάχναμε τότε, παλαιότεροι και νεότεροι, τα πατήματά μας και στον ηλεκτρονικό κόσμο. Ο Παστάκας, μεγαλοψυχίατρος και ποιητής με θητεία στα έντυπα περιοδικά και άνθρωπος της παρέας. Εγώ γνώριζα τον ποιητικό χώρο μόνο μέσα από τα βιβλία, καθώς ως συλλογικότητα άνηκα στον χώρο της μουσικής γράφοντας και δημοσιεύοντας σε περιοδικά και εφημερίδες και πιστεύοντας μέχρι σήμερα στη λογοτεχνία της παρέας και όχι στις λογοτεχνικές παρέες.

Σε εκείνο, λοιπόν, το τηλεφώνημα, τον Οκτώβριο του 2006, ο Παστάκας μού πρότεινε να γίνω συνεκδότης του ΠΟΙΕΙΝ. Και να μετεξελιχθεί από προσωπική του ιστοσελίδα σε κάτι πιο μεγάλο. Πιο συστηματικό. Σε ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό. Κι έτσι ανέτειλε η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, ΠΟΙΕΙΝ. Με το λογότυπο  ως σήμερα -τιμής ένεκεν-, δικής του εμπνεύσεως και με υπότιτλο: «ποιήματα, ποιητές & ποίηση (…ίσως).».

Για καιρό κρατούσα τον πληθυντικό αν και ο ίδιος γκρίνιαζε για αυτό. Και βεβαίως στην αρχή (πώς αλλιώς; ) κράτησα μια στάση μαθητείας. Μου γνώριζε τις γνωριμίες του. Ποιητές εγχώριοι και ξένοι. Από τα ταξίδια του εντός κι εκτός της χώρας. Εγώ με τον ενθουσιασμό της νεότητας και την άγνοια κινδύνου ιδίως για τα παρατράγουδα του χώρου. Η δική του, λοιπόν, εμπειρία και η δική μου όρεξη μάς έδεσαν. Όπως και οι εντελώς διαφορετικές μας ψυχοσυνθέσεις που αλληλοσυμπληρώνονταν.

Οι ίδιες μάς χώρισαν δώδεκα χρόνια αργότερα.

Ορμητήριό μας το τότε ιατρείο του στη Νέα Σμύρνη.  Ατελείωτες ώρες αλληλογραφίας, συζητήσεων και σχεδιασμού της ύλης.  Οι πρώτοι συνοδοιπόροι -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- συνεργάτες και σχολιογράφοι άρχισαν να καταφθάνουν, να συνεχίζουν ή να αποχωρούν (μέχρι σήμερα).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλεξάνδρα Σάνδη​, «Οι κόκκινες μπότες», εκδ. Συρτάρι, 2026 (γράφει η Ευαγγελία Πάσσαρη)

Χορεύοντας με τις «Κόκκινες Μπότες» της Αλεξάνδρας Σάνδη

 

Η Αλεξάνδρα Σάνδη συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό  με τη συλλογή διηγημάτων της Lupus (εκδ. Συρτάρι, 2025). Στη συλλογή γινόταν εύκολα αναγνωρίσιμα ο συγκροτημένος χωρίς περιττά στοιχεία λόγος της συγγραφέως, η έξυπνα δομημένη θεματικά επιλογή των κειμένων και το μετέωρο συναίσθημα που άφηνε κάθε φορά η συνειδητοποίηση των ηρώων. Φέτος, η Σάνδη τολμά την πρώτη της νουβέλα, τις Κόκκινες Μπότες (εκδ. Συρτάρι), δίνοντας την ιστορία μιας χορεύτριας, γύρω από την οποία ξετυλίγονται τα πάθη όσων την παρακολουθούν αλλά και τους παρακολουθεί σιωπηλά.

 

Η ιστορία ξεκινά με τη διήγηση της χορεύτριας, η οποία εξομολογείται το περίεργο τελετουργικό που ακολουθεί πριν από κάθε παράσταση. Λέει ξανά και ξανά αυτή την ιστορία, όσα και όσους θυμάται από την παιδική της ηλικία να την έχουν σημαδέψει, αφήνοντας πίσω κάθε φορά ένα κομμάτι από την παιδική αθωότητα και φέρνοντας τις αναμνήσεις γυμνές και βίαιες μπροστά. Η εισαγωγή αυτή μας μας προετοιμάζει κομψά για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Υποψιαζόμαστε το άγχος που πρόκειται να βιώσουν τα πρόσωπα, αφού η αφηγήτρια χρωματίζει το ύφος της σαν να μιλάει με τρεμάμενη από την ένταση φωνή. Μας ανακοινώνει πως πρόκειται για την τελευταία της παράσταση, δίνοντάς μας έμμεσα την πικρία και τον φόβο που ενέχει το κάθε τέλος. Μας κάνει ξεκάθαρο πως κάθε φορά η ιστορία δεν τελειώνει με τον ίδιο τρόπο, κάτι που μπορεί να συμβεί και τώρα, αφήνοντας το τέλος ανοιχτό ή θαμπό. Η αφηγήτρια, επομένως, φροντίζει να μας προειδοποιήσει στην αρχή, ενώ όσο εξελίσσεται η ιστορία τής εμφανίζεται κάθε τόσο ανεξάρτητα από το κύριο σώμα για να μας υπενθυμίσει πως όσα διαβάζουμε είναι η δική της αλήθεια.

 

Και η ιστορία ξεκινά. Στο επίκεντρο ένα τριώροφο σπίτι, στο οποίο, όπως θα μάθουμε αργότερα, ο κάθε ένοικος κρύβει τα δικά του πάθη. Αμέσως δημιουργείται μια ασφυκτική αίσθηση: το σπίτι παλιό, τεμαχισμένο σε πολλά μικρά διαμερίσματα, πολλές σκάλες που κουράζουν τους ενοίκου, φως στο χρώμα του ίκτερου.

Διαβάστε περισσότερα