Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ηλίας Βολιότης- Καπετανακης, «Βραδυνά πάρεργα», εκδ. Μετρονόμος, 2016

Θανατοξύστης

Ηλιόπυρη τερατένια σύριγγα

αφ ‘ υψηλού η μαϊμού να χτυπάει

της ματαιοδοξίας νόμιμη πρέζα.

Λοβοτομής ανεμόδαρτη βελόνα

την έσχατη φαιά ουσία ρουφάει

τηλεσαπουνισμένου εγκέφαλου.

Γυαλοχάλυβδη πρόκα χιλιόμετρη

τον ουρανό της ερήμου τρυπάει

άδειας ζωής ληγμένη κονσέρβα.

Πολυτελέστατος ομαδικός τάφος

μ’ αναπόφευκτη έπαρση θα γίνεις

επελαύνοντος ζωοποιού πολέμου.

Τεχνολογία του βάρβαρου άλλοθι

νεκροπόλεις στην άμμο στήνεις

δίχως πολιτισμού κτερίσματα.

Παρακμής, τοκιστή, ανθρωπότητα,

του τυχαίου σου τον κύκλο σου κλείνεις

σε κολοφώνα ακμής παραίσθηση.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ποιήματα

ΓΕΝΟΣΗΜΑ

συντροφιά
Η συντροφιά συχνά αντιστρέφει το ποτήρι της απόγνωσης. Αρκεί να μιλάς το ίδιο ή και λιγότερο απ’ όσο ακούς. Αν ενόσω μιλάς, ακούς μονάχα ένα βόμβο, είναι πιθανό να μιλάς στο ψυγείο σου ή στο κλιματιστικό.

μοναξιά
Νύχτα όταν είναι, η μοναξιά φαίνεται. Έχει σκιά αιχμηρή σαν της μάνας την επίπληξη, και στη μέση ο καθρέφτης της θολώνει. Μα είσαι εσύ που φαίνεσαι εντός της κι όχι αυτή γύρω σου. Όσο κι αν θολός.

ο πόθος
Τον πόθο όταν σκέφτεσαι, σκέφτεσαι τη λέξη «πόθος». Όταν σε αρπάζει ο πόθος, τίποτα δε σκέφτεσαι.

ήταν κάποτε
Ήταν κάποτε εκείνη που αγαπούσα. Εκεί που την αγαπούσα, και τότε που την αγαπούσα, ακόμα είναι.

γλυκό – ξινό
Μια φίλη που έφυγε πια, έζησε αρκετά γλυκά, σαν ένα κέικ με λεμόνι• που και που μονάχα λίγο ξίνιζε. Μα κοντεύοντας στο τέλος, τής έμεινε μόνο η ζάχαρη. Σα μια μπουκιά που τη γυρνάμε  στη γλώσσα και με το σάλιο, όλο και γλυκαίνει.

γλυκό – αλμυρό
Το αλάτι πολύ συχνά αλώνεται απ’ τη ζάχαρη. Ενώ δηλ. έχει εφευρεθεί το παραμύθι της ζαχαρίνης για τους διαβητικούς, η Αλλατίνη αντίστοιχα, δεν είναι παρά μια ακόμη βιομηχανία μπισκότων.

στιγμές
Σε θυμάμαι που ερχόσουν μες στην ταλάντωση και τα μάτια σου ήταν οι πληγές των στιγμών. Μα και οι στιγμές, αυτό το μειονέκτημα παρουσιάζουν• σε κάθε μια περίοδο να επαναλαμβάνονται ως εαυτόν.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Δομιανός, Ποιήματα (σχόλιο: Δημήτριος Μουζάκης)

ΔΩΔΕΚΑΤΟ

  1. την μοναξιά δεν μπορείς να την γεμίσεις με ανθρώπους, γιατί η μοναξιά δεν είναι κενό, είναι εξόγκωμα.

 

  1. για κάθε εξόγκωμα μοναξιάς υπάρχει μια κοιλότητα λαγνείας

 

  1. η ταχύτητα που ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου μπροστά στην θάλασσα καθορίζει αν τα χέρια της θα σε πνίξουν ή θα σε σώσουν

 

  1. η ποίηση είναι μια θάλασσα που βουλιάζεις προς τα πάνω

 

  1. η θεοποίηση είναι ένα περιτύλιγμα που πουλάνε δωδεκάχρονα πακιστανάκια στην κάνιγγος. αν δεν θυμάσαι πως είναι η κάνιγγος μην τολμήσεις να πατήσεις.

 

  1. όταν κοιμόμαστε τις νύχτες, στις ντουλάπες μας κάνουν πάρτι οι αντιφάσεις της επόμενης μέρας

 

  1. από την άλλη, στο μαξιλάρι μας, κάνει πάρτι η ασάφεια του αληθινού μας εαυτού

 

  1. όταν πεθαίνουμε το σύνολο των ερωτικών σκέψεων που έχει παράξει ο εγκέφαλός μας, μεταφρασμένο σε μηχανική ενέργεια μπορεί να κινήσει την αλυσίδα ενός ποδηλάτου για μερικά δευτερόλεπτα.

 

  1. η απόσταση που θα διανύσει το ποδήλατο είναι η απόσταση μεταξύ του «έζησα» και του «έζησα παράφορα»

 

  1. τα τηλεσκόπια είναι το πιο έξυπνο κόλπο των αστεριών για να κοιτάν το μέσα μας

 

  1. το πιο πολύτιμο μέσα μας, κρύβεται στο εξόγκωμα της μοναξιάς μας

 

  1. στο χαρίζω

(Δεν είναι η εποχή των κερασιών, εκδόσεις Χαραμάδα, 2015)

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Ν. Νικολοπούλου, Τρία Ποιήματα

Καρχηδόνα

 

Η βασίλισσα ξεφλουδίζει

τα μαραμένα της δάκρυα,

στο φυτεμένο παλάτι

ερήμωσαν οι ανάσες.

 

Οι Μούσες ξεψυχούν

στο μέτωπό της,

στέμμα τυραννικό ο έρωτας,

σκύλος σημαδεμένος στείρος.

 

«Πρέπει να καταστραφεί

η Καρχηδών» *

γιατί άρρωστος πόθος

ακόμα περιφέρεται.

 

 *  Κάτων, «Ceterum censeo Carthaginem esse delendam»

 

από τη συλλογή <<εν ζωή>>, Οκτώβριος 2005

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Larry Cool, Ποιήματα

Εἶμαι Ἔτη Φωτὸς Μακριὰ ἀπ’ τὸ Σῶμα μου

 

Αὐτὲς εἶναι οἱ τελευταῖες ὧρες τοῦ κόσμου

Ἀλλόφρων, μὲ τὸ τηλέφωνο στ’ αὐτί,

σ’ ἀναζητῶ στὸ ἐρειπωμένο Λονδίνο

Δὲν σ’ ἀκούω· –ἐκκωφαντικὴ βοὴ στοὺς δρόμους

σώματα μὲ πυργοειδεῖς λαιμούς,

ἐξαπολύουν σίφωνες μαύρου πυκνοῦ καπνοῦ

Στὸν οὐρανὸ ἀστραπιαῖες ἀντανακλάσεις

–τῶν γλουτῶν τῶν ματιῶν, τοῦ στήθους σου.

 

Σὲ βρίσκω ἐπὶ τέλους σὲ μιὰ παλιὰ σχολικὴ αἴθουσα

Τὸ σῶμα σου εἶναι δεκάξι ἐτῶν ἀπὸ ῥητίνη

Ἀνοίγεις πρὸς τὰ ἔξω τὸν θόλο τοῦ μαστοῦ

μοῦ δείχνεις τὴν παλλόμενη καρδιά σου

«Θέλω πούτσα» ψιθυρίζεις· »ὅπως δήποτε»

Μὲ φιλᾶς καὶ ῥετσίνι κέδρου μὲ περιχύνει.

Διαβάστε περισσότερα