Κατηγορία
Ο 666ορκιστής
Στου μακαρίτη τις εννιά
δεν άντεχε τη μοναξιά
παπά κάλεσε στο μιντέρι
να βγάλουν το νυχτέρι
Βάζει τα ράσα τα φαρδιά
να κρύψει τη φουσκοδεντριά
με το σταυρό ανά χείρας
κινάει για της χήρας
Την πόρτα ανοίγει διάπλατα
και του χυμάει με κλάματα
φορά σιθρού κομπινεζόν
που αγόρασε (πάσινγκ-θρου) απ’ τη Ντιζόν
Βγάζει αυτός την… αγιαστούρα
κι αρχινάει τη μουρμούρα
ψελλίζει στίχους ιερούς
ανάμεικτα μ’ αφορισμούς
Τον άτιμο το σατανά
καλεί να βγει στα φανερά
τότε απ’ της χήρας την… ψυχή
βγαίνει ανακούφισης κραυγή
Απ’ τα πολλά τα βογγητά
ξυπνήσαν χήρες κι ορφανά
το έμαθε κι η παπαδιά
που είχε χέρια στιβαρά
Και από τότε στο χωριό
δεν τους ξανάδανε τους δυο
Μήτε τον Εωσφόρο
Μήτε τον ρασοφόρο
Διαβάστε περισσότερα
HIGHGATE PONDS
Γυρνώντας απ’ τις λίμνες
πάνω στο ποδήλατο
βρεγμένος ακόμα –
σχεδόν γυμνός,
σκαρφαλώνοντας τα τοπικά λοφάκια:
πώς να μην έχει τόσο έντονα
μείνει η μνήμη εκεί.
Μια φορά μόνο,
στα τόσα χρόνια μια φορά,
που η ζέστη να σε τρελαίνει
μέχρι – ανήκουστο-
αργά το βράδυ.
Αυτή η αίσθηση του απρόσμενου
βαραίνει ίσως πιο πολύ
κι απ’ την απλοχεριά
που ‘χουν τ’ ατέλειωτα
ελληνικά καλοκαίρια.
Κι αυτά
– κακά τα ψέμματα-
προσέφεραν λιγότερα
απ’ ότι η θέρμη τους
υποσχόταν.
Διαβάστε περισσότεραΠηγή; Εικονογράφηση: ΤΙΤΙΝΑ ΧΑΛΜΑΤΖΗ, εφ. Η Καθημερινή
ΕΚΕΙ ΘΑ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ
Στον Τίτο Πατρίκιο
Στον πλούτο ενός ποταμού που χωριά προικίζει,
ενός βουνού που άστρων ασήμι φυλάει,
μιας λίμνης που θρύλους στην αγκαλιά της λικνίζει,
Στο δέος ενός δελφινιού που στην Ατλαντίδα αίφνης μπαίνει,
ενός πλοίου που απ’ τα Ιμαλάια κατεβαίνει,
ενός γρύλου που χαμένο παιδί νανουρίζει,
Στο κλέος ενός ύμνου που γεφύρια αιώνων στήνει,
ενός πινέλου που παρθένας κρίνο χαϊδεύει,
μιας πένας που γραφιά μα και λαουτιέρη τρέφει,
Στην τιμή ενός τοίχου που της Τζοκόντας την πλάτη φιλάει,
ενός κλειδιού που κλεισμένο σχολείο ανοίγει,
ενός ξύλου που εφαλτήριο για τ’ άστρα δίνει,
Στο φως ενός δέντρου που ξόβεργας κλαδί αποστρέφεται,
ενός κύματος που βράχο απόκρημνο ερωτεύεται,
μιας βροχής που φλεγόμενα δάση αναζητάει,
Στο ρίγος ενός έγκλειστου που με αποδημητικά πετάει,
ενός παράλυτου που στο πανηγύρι χορεύει,
ενός μουγγού που Σολωμό απαγγέλλει,
Στο θαύμα ενός τρελού που αλήθειες λέει,
ενός άκληρου που παιδιά σπέρνει,
ενός άσχημου που τον κόσμο ομορφαίνει,
Εκεί θα βρίσκεσαι πάντοτε,
εκεί θα ζεις, όπου και να πας,
γιε του θάρρους και της αλήθειας,
φύτρα μιας άλλης γενιάς.
Διαβάστε περισσότερα
Ι.
Κι ας μένουν μόνο τα μεσημέρια·
έχει κι η ζωή την κατηφοριά της
με τα σκυλιά των δρόμων
σκιά
με τα δέντρα
χάρακες των ύπτιων διαβάσεων της σκέψης
και με το τέλος
οδοδείκτη ακέραιο στο ναυτιλλόμενο χάος.
Διαβάστε περισσότερα