Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Σπύρος Αραβανής, «Κατά Σ. Ευαγγέλιον»

 

         

 

Μετρώντας τις τροπαιοφόρες διαψεύσεις

που σχίζουν τα σπλάχνα με την ακρίβεια νυστεριού

θάλλοντας νέες ελπίδες σαν μελλούμενες ήττες

περπατώ στο σύμπαν.

Αυτό που μας στερήθηκε είναι ό,τι μας μετακινεί

προς εκείνη την πλευρά της σελήνης

με τοπικά χαμηλό υψόμετρο και ανυψωμένα χείλη.

Ω σκοτεινή ρίζα της αισιοδοξίας

πόσο ακόμα θα ανθίζεις σε έδαφος στρυφνό

διακλαδώνοντας το άπειρο

με την ψευδαίσθηση της ύπαρξης;

 

Μια νεκρή πολυθρόνα ισούται με εκατομμύρια φωνές

κι ένας σβησμένος δαυλός με χιλιάδες φωτόνια οργής

κι όμως η στοργή δυο μόλις γράμματα πρωθύστερα

και ο θρόνος ένα θρόισμα χωρίς το σώμα.

Γενιά μου, σκαμναγκάθι του ερέβους

γενιά μου, σκοτωμένο αγρίμι στο λαρύγγι του Θεού

γενιά μου, αμήχανη και μηχανογραφική

καθρεπτισμένη σε στάσιμα νερά σαν φαγιούμ.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Θοδωρής Κλεφτογιάννης, «Απεικονίσεις του ερυθρού»

Ι. ΣΠΗΛΑΙΟ (Μετατόπιση προς το ένστικτο)

Από την κορυφογραμμή

της πρώτης σελίδας

ο άνθρωπος των σπηλαίων

-ανδαλουσιανός σκύλος

στο φρέαρ των Οινουσσών-

παρατηρώντας σκελετούς

-ανθρώπων των σπηλαίων και μη-

σκαλίζει στον βράχο

έναν αναστολέα περόνης

και περιμένει

Αύριο

θα ψαρέψει τις κόκκινες πέστροφες

στην κοιλάδα του θεολόγου

πριν έρθουν οι εργολάβοι

που αλείψανε με βούτυρο

το τρίγωνο Αφάρ και τη Γη του Πυρός

Ξυπνάει νηστικός

από ύπνο αιώνων

ακούγοντας βρισιές σκαπανέων

και τα βήματα των γιατρών

στα πλακάκια του κρύου διαδικτυακού διαδρόμου.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιάννης Τόλιας, Ποιήματα

ΓΙΑ ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΑΦΟΡΜΗ

 

Ή στην κηδεία μου ή στη δική σου

εκεί πλέον θα συναντηθούμε

 

Είπε οργισμένος

ο αδελφός μου

 

Μα πώς είναι δυνατόν

τον ρώτησα

να συνομιλήσουμε

 

Όταν ο ένας θα είναι νεκρός

κι ο άλλος από καιρό πεθαμένος.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Γκόγκας, Ποιήματα

ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΝΕΙΡΑ

 

Κι έρχονται οι μέρες πολύ νωρίς,

ίσα που καταλαβαίνεις τον βαρύ ερχομό τους.

Ύστερα, καθώς κυλούν χωρίς ούτε ένα κυματισμό,

λες: πέρασαν τόσο γρήγορα.

 

Καθώς γυρνάς από τα γερασμένα καφενεία,

στην κενή πλατεία,

-γερασμένος και συ-

τι περιμένεις πρωί, βράδυ;

Κάποια λευκά σεντόνια κρέμονται

σε ατσαλένια σύρματα στις χωμάτινες αυλές.

Αυλές που θα είναι παράδεισοι ονείρου, στο μακρινό σου μέλλον.

 

Οραματίστηκες; Μα καθόλου, ούτε καν, ψελλίζεις: δεν…

 

Πότε- πότε πιάνεις το σώμα σου από τις άκρες των ώμων

και το τινάζεις από το μπαλκόνι χωρίς κάγκελα,

το χτυπάς με ένα ραβδί να φύγουν οι σκόνες.

Πασπαλίζουν ότι φοράς και ότι σε σκεπάζει

ακόμα και κείνη η σκιά, η ομίχλη, η αντάρα.

 

Και πρέπει σκέφτεσαι,  στο τόπο που αγάπησες να ναι ο ομφάλιος

δεμένος στα τσάκνα της φωλιάς

πάνω στα κεραμίδια και δεν έχει αποκολληθεί ακόμα.

Κι είναι και τούτο επικίνδυνο,

ένα ασθενικό συμβαίνει,

μια περιπέτεια ρημάτων που τρώγουν ότι τολμά κι ότι ξεμένει πίσω.

 

Κι έρχονται έτσι οι μέρες, σημειωτόν και τροχάδην.

Κι είναι τελικά όραμα, ένα κομμάτι ψωμί πάνω στο τραπέζι.

Κι ένα χαμόγελο στην χωμάτινη αυλή, πίσω από τα λευκά σεντόνια;

 

Διαβάστε περισσότερα