Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ανδρέας Πολυκάρπου, «Μια του Αυγούστου θάλασσα»

Το ΠΟΙΕΙΝ ξανά μαζί σας τη Δευτέρα 19 Αυγούστου.

Καλό καλοκαίρι στους συνεργάτες, αναγνώστες και φίλους μας. 

 

 

 

Μου λείπει η θάλασσα.
Μια του Αυγούστου μού λείπει θάλασσα.
Το νιώθω τώρα πια.
Τώρα που με φύτεψαν σε μιαν του φθινοπώρου μήτρα
ψάχνω τον ήλιο σε μαραμένα ηλιοτρόπια
που δεν έχουν πού να στρέψουν το εξαρθρωμένο κεφάλι τους.
Με τα ακανθώδη πτερύγια της στέρφα καθώς είναι
με θρέφει με τα κόλλυβα των περασμένων ψυχών.
Αυτών που γεννήθηκαν και πέθαναν μακριά από τον ήλιο.
Σε παγωμένες ξέρες γιομάτες νεκρά πετούμενα
που δεν είχαν πού να κουρνιάσουν
όταν το ψύχος λύγιζε τα κρίνα.

Στάχυα και κρίνα ανάμεσα στις θερμές κυψέλες.
Κοχλάζει το μέλι στις γούβες των βράχων
που φύτρωσαν στα μάτια μου.
Μάτια από αχάτη, από κρυσταλλωμένο μέλι.
Αρμυρό μέλι να στάζει στις ανοιχτές φτερούγες
βαλσαμωμένων ανάμεσα στα σύννεφα γλάρων
κι ένα με τη γλώσσα του βατράχι
να γεύεται  αυτά που στάζουν τα μάτια μου.
Με τα βράχια στις κόχες του στόματος
αναμασώ τις μέλισσες, τη γύρη που θρέφει το κεντρί τους.

Ανοίγω τα χέρια μου και φυτρώνουν στα δάχτυλα γιασεμιά.
Γαλάζια άνθη γιομάτα με αρμυρό της θάλασσας νερό.
Καθένα τους κρύβει κι έναν αυγουστιάτικο ήλιο.
Σπρώχνω με τα δάχτυλα μια χούφτα στάχυα στο στόμα
κι αυτά φυτρώνουν στη γλώσσα μου.
Πέτρες, φύκια και ράθυμα ερπετά
φωλιάζουν στο στόμα μου.
Ξερνάω από τα σπλάχνα μου τη θάλασσα του Αυγούστου
με όλο το πένθος που μάζεψε στους κόκκους του άλατος
να σκεπάσει τους σταυρούς στο αντικρινό κοιμητήρι
με το λευκό ξωκλήσι που κατάπιε τον ήλιο
εκείνο το καλοκαίρι που δεν ξημέρωσε Αύγουστος.
Πένθιμος ο Αύγουστος
κι όλο τον προσμένω να ξημερώσει
μέσα από τα βλέφαρα αυτών που λιγοστεύουν.
Βαραίνει στα στήθια τους η ζωή
και κάθε Αύγουστο οι φλέβες ανοίγουν
να βάψουν ρόδινο το τελευταίο χάραμα.
Κλαδιά από φλέβες οδηγούν στη θάλασσα.
Για του Αυγούστου τη θάλασσα
όλο και λιγοστεύουν τα χέρια,
όλο και τελεύουν τα βήματα.
Το ξεραμένο αλάτι στις λακκούβες της άμμου
μαρτυρά ότι κάποτε ο Αύγουστος θα επιστρέψει
με τα λιγοστά που μας απέμειναν χέρια
μπλεγμένα στα δάχτυλα μας.

 

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νατάσα Αθηαινίτου-Κυπριανού, Ποιήματα

ΜΑΥΡΟΙ ΚΥΚΝΟΙ

Υδρόβια πουλιά της γενεάς των Νησσιδών
συχνά στις όχθες επιπλέετε
και με γοργά κτυπήματα φτερών
σε διαγώνιους σχηματισμούς
την ερημία του ουρανού παρηγορείτε.
Μετανάστες μουγκοί
πέρα απ’ τη θάλασσα του βορρά
βγαλμένοι από παραμύθι
τσαλαβουτάτε σε διάφανα νερά
να ξεγελάσετε την πείνα σας
και το ένα πόδι πίσω απ’ την πλάτη σας
περίτεχνα διπλώνετε μες στη σιωπή
να μη σας πουν υπάκουους και δειλούς.

Κάποτε πλέκατε στεφάνια από δάφνες και χρυσό.
Κάποτε συγγράφατε εσείς τους νόμους
σε πάπυρους φτιαγμένους με λωτό
εκεί που τα επιμέρους δε μεταβάλλανε το σύνολο
και οι κλιμακώσεις απουσίαζαν οικτρά.
Εκεί που η μικρή σας αδερφή ακόμα πλέκοντας ψιθυρίζει:
Το νερό μαλακώνει τον βράχο.
Θα κάνω υπομονή. Θα βρω τ’ αδέρφια μου.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Έμμα Τσιβρά, Ποιήματα

Σιέστα

Ο βάτραχος με το στέμμα
φρουρός πίσω απ’την πόρτα.

Το άσπρο καπέλο στην κρεμάστρα
σε στάση αναμονής.

Κρόσσια λευκά καλωσορίζουν
το Αυγουστιάτικο μελτέμι.

Καλοκαίρι με σβησμένο το κοντέρ
όταν τα όνειρα ξεκουράζονται.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Μενέλαος Αγραφιώτης, Ποιήματα

Το Κλάμα Του Λύκου

Κοίταξε το ματωμένο φεγγάρι κι η ψυχή του μούδιασε για ώρες
έστριψε ένα τσιγάρο και το παίδεψε αρκετά πριν το ανάψει
πήρε βαριές και λυτρωτικές τζούρες·τότε θυμήθηκε
που κυνηγούσε με τα τόξα τη χαραυγή και τραγουδούσε
κάθε βράδυ με τους λύκους στο δάσος.

Ανάσα Διπλή

Όλη μας τη ζωή κυνηγούσαμε τον κίνδυνο
σε αγώνες με το Διάβολο και κόντρα στη φύση
μόνο και μόνο για να πάρουμε την επόμενη ανάσα διπλή
και να καταλάβουμε ότι ζούμε·σήμερα η γεύση της είναι βαρετή
σαν μπαγιάτικο ψωμί
που βάζουν στα μπιφτέκια οι νοικοκυράδες.

Διαβάστε περισσότερα