Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Παντελής Τσιμπισκάκης, Μικρό Ανθολόγιο

(Παντελής Τσιμπισκάκης, Θυρανοίξια, 2008, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης)

Τα θυρανοίξια της ψυχής

Δρόμοι που δεν ανοίξατε
και γέφυρες κομμένες·
Πόρτες κλειστές που ανοίξατε, μισώ το πέρασμά σας,
μισώ της άλλης της μεριάς το σάπιο κέρασμά σας.

Μισώ το μαύρο σας το φως στο χαμηλό κατώφλι,
τον πνιγηρό αέρα σας που απ’ το άνοιγμα σκορπάει
και τον ανατριχιαστικό τριγμό,
που τα αυτιά τρυπάει.

Αφιέρωμα στα σκοτεινά υπόγεια του μυαλού σου,
σαν θα περάσω θα με δεις με μάτια της ψυχής σου·
και θα τις κλείσω πίσω μου,
να μην έρθεις μαζί μου.

(Παντελής Τσιμπισκάκης, ’Αβλέμμων βυθός, 2010, Εκδόσεις Ζήτη)

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Μουζάκης, Μπάνζαϊ!

Προίκα για το κοριτσάκι μου

 

«Αφήστε με ν’ αλείψω τα χείλη σας με μέλι», φώναζε ο τρελός, και έκαμε διαρκώς διαρρήξεις μέσα στα σπίτια τις πιο ακατάλληλες ώρες, τα σιωπηλά μεσημέρια και τα σκοτεινά μεσάνυχτα, περνώντας μ’ ένα κομμάτι ξύλο που χρησιμοποιούν οι γιατροί για να παραμερίζουν τη γλώσσα, αλείφοντας μ’ ένα αλλόκοτο, χυδαίο σχεδόν, χαμόγελο τα χείλη των ανθρώπων με μέλι. Δεν τα σηκώνουν, όμως, αυτά οι άνθρωποι, είναι μαρτύριο να ξυπνάς μέσα στη γλύκα που κολλάει στα χείλια, στα τσίνορα, στα μαλλιά και το στήθος. Σα χίλιες μύγες και χίλιους κώνωπες που μάχονται γύρω απ’ το ανθρώπινο κεφάλι, η γλύκα είναι φορτίο βαρύ, είναι κατάρα. Τρίβονταν οι άνθρωποι με σπόγγους, με γυαλόχαρτα, καμιά φορά καρφιά, να φύγει η γλύκα από πάνω τους, να μην κολλάει, να μην τους βασανίζει, να μη σπαράζει πάνω στη σάρκα τους σαν ξένη μοίρα, μαράζωνε κι ο ονειροπαρμένος στο κελί του, διαρρήκτης φυλακισμένος, μέλισσα βουτηγμένη στο νέκταρ που δεν μπορεί να ξεφύγει πια κι αφήνεται σ’ αιώνια σιέστα μες στους χυμούς.

Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος καρφώνει το διάβολο στην καρδιά των ανθρώπων.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ευδοκία Ζορπίδου, Ποιήματα

Εμβατήριο βαλς

Απέτισαν τον αναμενόμενο -για την περίσταση- φόρο τιμής.
Κράτησαν μάλιστα και ενός λεπτού σιγή.
Απομακρύνθηκαν έπειτα την προκαθορισμένη ώρα,
με βήμα ταχύ,
απ’ το ένδοξο μνημείο
των διακαών τους πόθων!

Κι έκτοτε, παρελαύνουν συντονισμένοι στον ρυθμό του εμβατηρίου,
που άλλοι όρισαν,
αψηφώντας την ενδόμυχη μελωδία τους
που- χρόνια τώρα-
παίζει ρομαντικά
ένα βαλς …

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Σούκουλης, Ποιήματα

ΕΛΕΗΣΤΕ

 

Ελεήστε.

Ελεήστε. Σώστε και ελεήστε.

Να ‘σχωρεθούν τα πεθαμένα σας,

ωάρια.

Ευλόγησον Κύριε Παντοπώλα Μας,

Μετά της Μητρός Σας,

Παναγιότατη Ε.Π.Ε. Σας,

Το Πραλινάτο Κρουασάν,

Την Υγρή Μουτσαρέλλα,

Τη Φυστικωτή Μορταδέλα.

 

Στο πάγκο αλλαντικών Σας,

οικόσιτη νοικοκυρά,

γονυπετής,

με εικονίτσα mastercard,

ανάμεσα στα δόντια,

στα σκέλια ημιπάρθενος,

κάτω από την λευκή σας ρόμπα,

το νεκρό σας φαλλό,

δοξολογεί με «ωσαννά»,

κροταλίζοντας καινούργια μασέλα,

τον πρώιμα ηττημένο Πρίαπο,

τον νικηφόρο τραπεζοϋπάλληλο,

τη σύνεσή Σας,

τη τρισυπόστατη μονάδα

εξ αδιαιρέτου εταιρικού δικαίου,

το χλωρινισμένο σας Κατάστημα.

 

Ελέησον, Ελέησον,

τη δούλη σας,

των POS Σας,

και κοινωνήστε την πιστή,

που ξόανα φέρουσα,

μπιζού,

Φετάκι Σαλαμάκι.

 

Σώστε και ελεήστε κι εμένα

και δώστε το κατιτίς σας,

– καλό να βρείτε,

μεγάλη πόρτα συρόμενη να περάσετε –

Το ένα σας cent,

Το κουμπί της κιλότας σας,

Τη μπαλένα του σουτιέν σας,

Το τσιμπιδάκι της περούκας σας,

πάρτε ως ενέχυρο,

από τα χέρια μου,

αυτήν εδώ την καρφίτσα του Οιδίποδα,

βαφτιστικό μου δώρο,

κι αποτρέψατε απ’ εμού,

τη μοίρα της

αυτάδελφους

αεργούς Μήδειας.

 

 

*Στη Νόπη, «Γιατί, καλή μου, ποτέ το super market δεν θα είναι πια το ίδιο.»

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Σπύρος Αραβανής, «Τα Τραγούδια ενός Ξένου Χρόνου»

1. ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΑΘΑΜΕ

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Πριν γίνει πέτρα ήταν λάσπη

Και των οδόντων ο τριγμός

Αν είναι αγάπη.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Τα χερουβείμ ελευθερώνει

Και αν του θανάτου ο λυγμός

Μας ξεχρεώνει.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Κρυφοπατά μες το σαλόνι

Και των ονείρων ο θεός

Πού τα ζυμώνει;

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Σκυφτός ξερόφυλλα σκουπίζει

Και το πρωί καμαρωτός

Χρόνο δανείζει.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Προτού ραγίσει ήταν ώμος

Και των ασφοδέλων καρπός

Αν ήταν τρόμος.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Ποιος μας σκαλίζει σαν πλατίνα

Και ποιος μας κρύβει απ’ το φως

Με την κουρτίνα.

 

Ποτέ δεν μάθαμε το ποιος

Μας χαιρετάει και μακραίνει

Και ο παλιός μας εαυτός

Γιατί πεθαίνει;

Διαβάστε περισσότερα