από τα ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΚΟΡΜΙ
1
Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί,
Οι στρατιές εκείνων που αγαπώ με κυκλώνουν και τις κυκλώνω κι εγώ,
Δεν θα με απελευθερώσουν ώσπου να τις ακολουθήσω, να τους αποκριθώ,
Και να τις εξαγνίσω, φορτίζοντάς τες με της ψυχής το ηλεκτρικό φορτίο.
Αμφέβαλε κανείς πως όσοι διαφθείρουν το ίδιο τους το σώμα, το κρατούν κρυφό;
Κι αν αυτοί που διασύρουν τους ζωντανούς είναι εξίσου αχρείοι με εκείνους που βεβηλώνουν τους νεκρούς;
Κι αν το κορμί κάνει όλα όσα και η ψυχή;
Κι αν δεν είναι το κορμί η ψυχή, τότε η ψυχή τι είναι;
2
Ο έρωτας για το κορμί του άντρα ή της γυναίκας δεν χωρά περιγραφή, το κορμί το ίδιο δεν περιγράφεται,
Το αντρικό κορμί είναι αψεγάδιαστο, το γυναικείο εξίσου αψεγάδιαστο.
Η έκφραση του προσώπου δεν χωρά περιγραφή,
Μα η έκφραση του καλοκαμωμένου άντρα δεν φαίνεται μοναχά στο πρόσωπό του,
Τη βλέπεις στα άκρα και στις κλειδώσεις του, παράδοξο, κι όμως βρίσκεται στους αρμούς των γοφών και των καρπών του,
Τη βλέπεις στην περπατησιά του, στο στητό λαιμό, στο λύγισμα της μέσης και των γονάτων του, τα ρούχα δεν τον κρύβουν,
Η γλυκιά του δύναμη ξεπροβάλλει μέσα απ’ τη φανέλα και την τσόχα,
Η θέα του καθώς περνά φανερώνει όσα και το ύψιστο ποίημα, ίσως και πιο πολλά,
Κόβεις λίγο το βήμα να δεις τη ράχη, τον αυχένα, τις ωμοπλάτες του.
Τα τροφαντά βρέφη στην κούνια, οι κόρφοι και τα κεφάλια των γυναικών, οι πτυχές των φουστανιών τους, η χάρη τους όταν τις προσπερνάμε στο δρόμο, των κορμιών τους το καμπυλόγραμμα,
Ο κολυμβητής που κάνει το μπάνιο του γυμνός, τον βλέπεις να σχίζει με απλωτές τη διάφανη σμαραγδένια επιφάνεια, ή να ξαπλώνει ανάσκελα και σιωπηλά να πλέει πέρα-δώθε όπως τον πάει το νερό,
Το κύρτωμα μια μπρος, μια προς τα πίσω των κωπηλατών στις λέμβους, ο καβαλάρης πάνω στη σέλα του,
Κορίτσια, μανάδες, νοικοκυρές σ’ όλα τους τα συγυρίσματα
Οι εργάτες, μεσημέρι, καθισμένοι με ανοιχτές τις καραβάνες τους και οι γυναίκες τους που σπίτι καρτερούνε,
Η μητέρα που νανουρίζει το παιδί, η κόρη του αγρότη στο περιβόλι ή στο βουστάσιο,
Το παλικάρι που τσαπίζει το αραποσίτι, ο αμαξάς που οδηγεί τα έξι του άλογα μέσα απ’ το πλήθος,
Των παλαιστών η πάλη, δυο παραγιοί, σχηματισμένοι άντρες πια, όλο σφρίγος και καλή καρδιά, ντόπια παιδιά, έξω στην αλάνα με τη δύση, ύστερα απ’ τη δουλειά,
Σακάκια και καπέλα πεταμένα, ο εναγκαλισμός της αγάπης και του αγώνα,
Η πάνω λαβή και η κάτω, τα μαλλιά ανάκατα, τυφλώνουν τα μάτια.
Η προέλαση των πυροσβεστών με τη στολή τους, το παιχνίδισμα των αντρίκιων μυώνων μέσα από τα εφαρμοστά παντελόνια και τις ζώνες .
Η αργή επιστροφή από την πυρκαγιά, η ανάπαυση προτού χτυπήσει πάλι ξαφνικά το καμπανάκι, το άκουσμα του συναγερμού,
Οι φυσικές, τέλειες του καθήκοντος κινήσεις, το κεφάλι σκυφτό, σκυμμένος ο αυχένας, η καταμέτρηση.
Τέτοιους αγαπώ – ξεχύνομαι, περνώ ελεύθερα, είμαι στον κόρφο της μάνας μαζί με το μωρό,
Κολυμπώ με τους κολυμβητές, παλεύω με τους παλαιστές, βαδίζω στη γραμμή με τους πυροσβέστες, και στέκω, αφουγκράζομαι, μετρώ.
3
Ήξερα έναν άνθρωπο, έναν απλό χωριάτη, πατέρα πέντε γιων,
Πατέρες γιών και οι ίδιοι, και οι γιοι πατεράδες άλλων αγοριών.
Ο άντρας αυτός είχε σφρίγος θαυμαστό, γαλήνη, ωραιότητα
Το σχήμα του κρανίου του, η κιτρινωπή λευκότητα των μαλλιών και της
γενειάδας του, το απροσμέτρητο βάθος των μαύρων του ματιών, ο πλούτος κι η μεγαλοσύνη των τρόπων του,
Αυτά όλα τον επισκεπτόμουν για να δω, κι ήταν σοφός επίσης,
Δυο μέτρα ψηλός, περασμένα τα ογδόντα, οι γιοι του ήταν
θεόρατοι, παστρικοί, γενειοφόροι, ηλιοκαμένοι, ομορφάντρες
Αυτοί και οι θυγατέρες του τον αγαπούσαν, όλοι όσοι τον αντίκριζαν τον αγαπούσαν,
Δεν τον αγαπούσαν από χρέος, τον αγαπούσαν με γνήσια αγάπη,
Έπινε μοναχά νερό, το αίμα διακρινόταν σαν ρουμπίνι μέσα απ’ τη
σταρένια επιδερμίδα του προσώπου του,
Ήταν δεινός σκοπευτής και ψαράς, μόνος τη βάρκα του πλοηγούσε,
είχε ένα γερό σκαρί, χαρισμένο από έναν ναυπηγό, είχε και
δίκανα, χαρισμένα από ανθρώπους που τον αγαπούσαν,
Όταν πήγαινε για κυνήγι ή για ψάρεμα με τους γιους και τα πολλά του εγγόνια,
ξεχώριζε σαν ο πιο ωραίος και ρωμαλέος της ομήγυρης
Πώς και πώς λαχτάραγες να είσαι μαζί του, ευχόσουν να καθίσεις
πλάι του στη βάρκα, με την ελπίδα ότι ίσως αγγιχτείτε αυτός κι εσύ.
4
Έχω αντιληφθεί πως το να βρίσκομαι μ’ αυτούς που προτιμώ μου αρκεί,
Το να περνώ τις νύχτες μου με συντροφιές, μου αρκεί.
Να περιβάλλομαι από όμορφη, πρόθυμη, γελαστή σάρκα όλο ζωή, μου αρκεί.
Να περνώ ανάμεσά τους ή κάποιον να αγγίζω ή ανάλαφρα και φευγαλέα να τυλίγω το χέρι γύρω απ’ το λαιμό του ή το λαιμό της, τι θέλω παραπάνω;
Δεν γυρεύω περισσότερη ηδονή, μέσα της κολυμπώ σαν να’ναι θάλασσα.
Υπάρχει κάτι στην επαφή με άντρες και γυναίκες, στο να τους κοιτάς,
να τους ακουμπάς και να τους οσμίζεσαι, κάτι που ευφραίνει την ψυχή πολύ.
Όλα, όλα της αρέσουν της ψυχής, αυτό, όμως, πολύ την ευφραίνει.
5
Να την η γυναικεία μορφή,
Μια θεία φωτοβολή αναδύεται απ’ τα νύχια ως την κορφή της,
Μαγνητίζει με άγρια, αναντίρρητη σαγήνη,
Από την αύρα της έλκομαι σαν να ήμουν αδύναμος ατμός,
όλα παραμερίζονται εκτός απ’ αυτήν κι εμένα,
Βιβλία, τέχνη, θρησκεία, χρόνος, η ορατή, στερεή γη, και ό,τι
προσδοκούσαμε του Παραδείσου, ό,τι μας τρόμαζε της Κόλασης, όλα τώρα καταρρέουν,
Τρελά κοτσάνια, ακυβέρνητοι ανθοί ξεπετάγονται, και η δική μου απόκριση
το ίδιο ακυβέρνητη,
Μαλλιά, στήθος, γοφοί, λυγίσματα γονάτων, χέρια απλώνονται τυφλά παντού
τα δικά μου χέρια το ίδιο,
Παλίρροια χτυπημένη απ’ την άμπωτη και άμπωτη χτυπημένη απ’την παλίρροια, η ερωτική σάρκα φουσκώνει με θεσπέσιο πόνο,
Αστείρευτοι, κρυστάλλινοι πίδακες έρωτα, καυτοί και πλούσιοι, ζελατίνα τρεμουλιαστή του έρωτα, άνθος λευκό και ωραίο παραμιλητό,
Η νυφιάτικη νύχτα αργά και σίγουρα φθάνει εξουθενωμένη στο χάραμα,
Κυματιστά γλιστράει μες στην πρόθυμη και καρποφόρα μέρα,
Χάνεται μέσα στου κόρφου της τη γλυκιά σάρκινη απόχη.
Να ο πυρήνας – αφού γεννιέται απ’ τη γυναίκα το παιδί, έτσι κι ο άντρας γεννιέται απ’ τη γυναίκα,
Να το λουτρό της γέννησης, να η ένωση του μικρού και του μεγάλου, κι ύστερα πάλι η διέξοδος.
Μη ντρέπεστε, γυναίκες, το χάρισμά σας περικλείει όλα τα άλλα και αυτό είναι η έξοδός τους,
Είστε οι πύλες του κορμιού, είστε και της ψυχής οι πύλες.
Η θηλυκή ύπαρξη περιέχει όλες τις ιδιότητες και τις αναμιγνύει,
Είναι στη θέση που της ανήκει και κινείται με τέλεια ισορροπία,
Είναι όλα εκείνα που πίσω από βέλο κρύβονται, είναι παθητική κι ενεργητική μαζί,
Πλασμένη να συλλάβει θυγατέρες μα και γιους, γιούς μα και θυγατέρες.
Καθώς κοιτώ το αντικαθρέφτισμα της ψυχής μου στη Φύση,
Καθώς διακρίνω μέσα από μιαν αχλή, ένα Ον απερίγραπτης πληρότητας,
σωφροσύνης, ωραιότητας,
που έχει το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια σταυρωτά στο στήθος, είναι το Θηλυκό που βλέπω.
6
Ο άντρας δεν είναι λιγότερο ούτε περισσότερο απ’ την ψυχή, είναι κι αυτός στη θέση που του ανήκει,
Κι αυτός είναι όλες οι ιδιότητες, είναι δράση, είναι δύναμη,
Μέσα του κλείνει τη φλόγα του γνωστού σύμπαντος,
Η ειρωνεία τού ταιριάζει, και η αχόρταγη όρεξη και η ανυπακοή του ταιριάζουνε,
Τα πιο άγρια και μεγάλα πάθη, η ύψιστη ευδαιμονία, η θλίψη η βαθύτερη, του ταιριάζουνε, η περηφάνια φτιάχτηκε γι’ αυτόν,
Η απέραντη αντρίκια περηφάνια είναι βάλσαμο εξαίσιο για την ψυχή,
Η μάθηση του ταιριάζει, πάντα την αναζητά, το κάθε τι θέλει ο ίδιος να το δοκιμάζει,
Όποιο κι αν είναι το ταξίδι, όποιο το πέλαγο και το καράβι, αυτός μονάχα εδώ επιτέλους βολιδοσκοπεί
(Πού αλλού ρίχνει τη βολίδα του εκτός από εδώ;)
Το κορμί του άντρα είναι ιερό και το κορμί της γυναίκας είναι ιερό,
Όποιου ανθρώπου κι αν είναι, ιερό είναι - τι κι αν ανήκει στον πιο ελεεινό από το τσούρμο των εργατών;
Ή σ’ έναν απ’ τους μετανάστες με τις βλακώδεις φάτσες, που μόλις ξεμπάρκαραν στην αποβάθρα;
Ο καθένας τους ανήκει εδώ ή οπουδήποτε αλλού όσο και οι ευκατάστατοι, όσο κι εσύ ο ίδιος,
Ο καθένας και η καθεμιά έχει θέση στην πομπή.
(Όλα είναι μια πομπή,
Το σύμπαν είναι μια πομπή, με τέλεια και μετρημένη κίνηση).
Γνωρίζεις δα τόσα εσύ, ώστε να αποκαλείς τον κατώτερο αμαθή;
Πιστεύεις ότι έχεις το δικαίωμα για θέση καλή στο θέαμα, ενώ αυτός ή εκείνη δεν έχουν δικαίωμα για μια θέση;
Νομίζεις ότι ενώθηκε η ύλη από τον σκόρπιο αιθέρα, κι ότι το χώμα απλώνεται στη γη και το νερό κυλά και η βλάστηση θεριεύει
Για σένα μόνο κι όχι γι’ αυτόν κι εκείνη;
7
Το κορμί ενός άντρα σε πλειστηριασμό
(Γιατί πριν τον πόλεμο πήγαινα συχνά στο δουλοπάζαρο κι έβλεπα τα εκθέματα) –
Βοηθώ το δημοπράτη, μιας και δεν ξέρει ο ηλίθιος τη δουλειά του.
Κύριοι, κοιτάξτε αυτό το θαύμα,
Όσο κι ανεβάσουν οι πλειοδότες την τιμή τους, καμιά τιμή δεν θα είναι αρκετά ψηλή γι’ αυτό,
Για χάρη του ζυμωνόταν η υδρόγειος δισεκατομμύρια χρόνια, δίχως ούτε ένα ζώο ή φυτό,
Για χάρη του πιστά κι αδιάκοπα περιστρέφονταν οι κύκλοι.
Μέσα σ’ αυτό το κεφάλι, το πολυμήχανο μυαλό,
Μέσα εκεί, και παρακάτω, η φτιαξιά των ηρώων.
Κοιτάξτε αυτά τα μέλη, ερυθρά, μαύρα ή λευκά, κάθε τους νεύρο και τένοντας
επιδέξια πλασμένος,
Θα τα γυμνώσουμε για να τα δείτε.
Αισθητήρια εξαίσια, μάτια φωτισμένα από ζωή, θέληση, τόλμη,
Δυνατοί μυς στο θώρακα, λυγερή ραχοκοκαλιά κι αυχένας, σάρκα σφιχτή,
Μπράτσα και πόδια στον πόντο λαξεμένα.
Κι άλλα θαύματα ακόμη εδώ μέσα.
Εδώ μέσα κυλάει αίμα,
Το ίδιο παλιό αίμα! Το ίδιο κόκκινο αίμα κυλάει!
Εκεί φουσκώνει κι αναβλύζει μια καρδιά, εκεί όλα τα πάθη, οι επιθυμίες,
τα χειροπιαστά όνειρα και τα άπιαστα,
(Θαρρείτε πως δεν είναι εκεί, επειδή δεν εκφράζονται μέσα σε σαλόνια κι αίθουσες διαλέξεων;)
Αυτός εδώ δεν είναι ένας άντρας μόνο, αυτός είναι ο γεννήτορας εκείνων που θα γίνουν γεννήτορες με τη σειρά τους,
Εντός του η αρχή πολυπληθών πολιτειών και εύπορων δημοκρατιών,
Απ’ αυτόν μέσα, αμέτρητες αθάνατες ζωές με αμέτρητες ενσαρκώσεις και απολαύσεις.
Πώς ξέρετε ποιος θα βγει από της σποράς του τη σπορά μες στους αιώνες;
(Από ποιον άραγε προέρχεστε κι οι ίδιοι εσείς, αν μπορούσατε να ιχνηλατήσετε προς τα πίσω τους αιώνες;)
8
Το κορμί μιας γυναίκας σε πλειστηριασμό,
Κι αυτή δεν είναι μόνο ο εαυτός της, είναι μια γόνιμη μάνα άλλων μανάδων,
Κουβαλάει μέσα της αυτούς που θα αντρωθούν για να γίνουν σύντροφοι μανάδων.
Αγαπήσατε ποτέ το κορμί μιας γυναίκας;
Αγαπήσατε ποτέ το κορμί ενός άντρα;
Δεν βλέπετε πως είναι ακριβώς ίδια για όλους, σε όλα τα έθνη και τους καιρούς
απ’ άκρη σ’ άκρη της γης;
Αν υπάρχει τίποτε ιερό, τότε αυτό είναι το ανθρώπινο σώμα,
Και η δόξα και η γλύκα του άντρα συμβολίζουν τον αμόλυντο ανδρισμό,
Και, σε άντρα ή γυναίκα, ένα καθαρό, γερό, σφιχτοδεμένο κορμί είναι ωραιότερο κι απ’ το πιο όμορφο πρόσωπο.
Έχετε δει τον τρελό που χαράμισε το ίδιο του το ζωντανό κορμί; Ή την τρελή που χαράμισε το δικό της ζωντανό κορμί;
Γιατί αυτοί δεν κρύβονται και δεν μπορούν να κρυφτούν.
9
Ω, κορμί μου! Δεν τολμώ να εγκαταλείψω τα όμοιά σου σε άλλους άντρες και
γυναίκες, ούτε τα όμοια με τα δικά σου μέλη,
Πιστεύω ότι τα όμοιά σου ορθώνονται ή πέφτουν μαζί με της ψυχής τα όμοια (και ότι αυτά είναι η ψυχή)
Πιστεύω ότι τα όμοιά σου θα ορθωθούν ή θα πέσουν με τα ποιήματά μου μαζί κι ότι αυτά τα ίδια είναι τα ποιήματά μου,
Του άντρα, της γυναίκας, του παιδιού, του νέου, της συζύγου και του συζύγου, της μάνας, του πατέρα, του παλικαριού, της κοπέλας τα ποιήματα,
Κεφάλι, λαιμός, μαλλιά, αυτιά, οι λοβοί και τα τύμπανα των αυτιών,
Μάτια, βλεφαρίδες, ίριδες, φρύδια, και το ξύπνημα ή ο ύπνος των βλεφάρων,
Στόμα, γλώσσα, χείλη, δόντια, ο ουρανίσκος, τα σαγόνια και η κλείδωσή τους,
Η μύτη, τα ρουθούνια και το διάφραγμα,
Τα μάγουλα, οι κρόταφοι, το μέτωπο, το λαρύγγι, ο αυχένας, το λακκάκι του,
Οι δυνατοί ώμοι, το αντρίκιο γένι, η κλείδα, η ωμοπλάτη, και η φαρδιά καμπύλη του θώρακα,
Η ωλένη, η μασχάλη, η κλείδωση του αγκώνα, ο πήχυς, οι τένοντες του μπράτσου, τα οστά του,
Ο καρπός με τις αρθρώσεις του, το χέρι, η παλάμη, οι κλειδώσεις, ο αντίχειρας, ο δείκτης, οι φάλαγγες των δακτύλων, τα νύχια,
Το εύρος του στήθους, το σγουρό του τρίχωμα, το στέρνο και τα πλαϊνά του,
Τα πλευρά, η κοιλιά, η ραχοκοκαλιά, οι σπόνδυλοί της,
Τα ισχία, οι αρθρώσεις τους, η δύναμη των γοφών, οι στρογγυλάδες των γλουτών,
τα αντρικά μπαλάκια, η αντρική ρίζα,
Το ρωμαλέο ζευγάρι των μηρών που κουβαλάει τον κορμό επάνω του,
Οι ίνες της κνήμης, το γόνατο, η επιγονατίδα, το πάνω μέρος και το κάτω του ποδιού,
Οι αστράγαλοι, το πέλμα, τα δάχτυλα και οι αρθρώσεις τους, η φτέρνα.
Όλες οι κινήσεις, όλη η συμμετρία, όλα τα υπάρχοντα του κορμιού μου, του δικού σου, ολωνών, αντρών ή γυναικών,
Τα σφουγγάρια των πνευμόνων, το στομάχι, τα καθάρια, γλυκά σπλάχνα
Ο εγκέφαλος με τις σπείρες του, φωλιασμένος στο κρανίο,
Συμπαθητικό σύστημα, βαλβίδες της καρδιάς, βαλβίδες του ουρανίσκου, η σεξουαλικότητα, η μητρότητα,
Η γυναικεία φύση, κι όλα όσα απαρτίζουν μια γυναίκα, και ο άντρας που βγαίνει από γυναίκα,
Η μήτρα, οι μαστοί και οι ρώγες, το γάλα τους, τα δάκρυα, το γέλιο, οι λυγμοί, οι ερωτικές ματιές, τα μαλώματα και οι εξεγέρσεις της αγάπης,
Η φωνή, η άρθρωση, η γλώσσα, οι ψίθυροι και τα ξεφωνητά,
Το φαγητό, το ποτό, ο σφυγμός, η πέψη, ο ιδρώτας, ο ύπνος, η βάδιση, το κολύμπι
Το ζύγιασμα των γοφών για το άλμα, την κατάκλιση, τον εναγκαλισμό, τα μπράτσα που τυλίγονται και σφίγγουν,
Η καμπύλη των χειλιών και οι γωνίες των ματιών που κάθε τόσο αλλάζουν σχήμα,
Το δέρμα, το ηλιόκαμα, οι πανάδες, το τρίχωμα,
Η περίεργη οικειότητα που νιώθεις σαν αγγίζεις με το χέρι τη γυμνή σάρκα του κορμιού,
Τα ποτάμια της κυκλοφορίας, η ανάσα, η εισπνοή και εκπνοή της,
Η ομορφιά της μέσης κι από τη μέση στους γοφούς κι από κει κατηφορίζοντας
προς τα γόνατα,
Οι λεπτοί κόκκινοι ιστοί μέσα σας και μέσα μου, τα κόκαλα και το μεδούλι τους,
Της υγείας η εξαίσια αίσθηση
Ω, αυτά όλα δεν είναι τα μέρη και τα ποιήματα του σώματος μόνο, μα και της ψυχής,
Σας λέω, αυτά είναι η ψυχή!
ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Τόνια Κοβαλένκο
Στην πρώτη τους μορφή και έκδοση (κυκλοφόρησαν λίγες μέρες πριν από την 4η Ιουλίου του 1855, σε 795 μόλις αντίτυπα) τα «Φύλλα Χλόης» δεν έφεραν πουθενά το όνομα του συγγραφέα τους. Ωστόσο, απέναντι από τη σελίδα του τίτλου, υπήρχε ένα πορτρέτο του 36χρονου Ουώλτ Ουίτμαν, μια γκραβούρα της δαγκεροτυπίας που είχε φιλοτεχνήσει ο Γκάμπριελ Χάρισον το προηγούμενο καλοκαίρι. Απεικόνιζε τον Ουίτμαν με ρούχα εργατικά, πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος, στραβά φορεμένο καπέλο, να κοιτάζει με ευθύ, προκλητικό σχεδόν βλέμμα τον μελλοντικό αναγνώστη του. Ήταν σαν να επανακαθόριζε με αυτή την ολόσωμη, χαλαρή του πόζα τον ρόλο του ποιητή και βγάζοντάς τον από τα στενά όρια του φιλολογικού κατεστημένου, να τον μετέτρεπε σε εκπρόσωπο όλων των ανθρώπων. Ο καινούριος αυτός ποιητής δεν εκφραζόταν μονάχα με το νου αλλά και με ολόκληρο το κορμί του κι αντλούσε την έμπνευσή του έξω, στον ανοιχτό αέρα, όχι στην πνιγηρή ατμόσφαιρα των βιβλιοθηκών. Ο ίδιος χαρακτήριζε την ποίησή του με τον ζωγραφικό όρο al fresco, υπονοώντας μια ποίηση που γράφεται – και βιώνεται - έξω από τους τέσσερις τοίχους, έξω, δηλαδή, από τους περιορισμούς της παράδοσης και της συμβατικότητας.
Ο Ουώλτ Ουίτμαν, έζησε τη μοναχική αλλά πληθωρική ζωή του χτίζοντας παράλληλα, εμπλουτίζοντας κι αναδομώντας το μοναδικό μα κι ανυπέρβλητο πνευματικό του τέκνο, τα «Φύλλα Χλόης». Η λυρική του αυτοβιογραφία, αριθμούσε αρχικά 12 εκτενή ποιήματα (μεταξύ των οποίων και το θεμελιώδες «Τραγούδι του εαυτού μου») και κατέληξε να απαρτίζεται από 389, στην έκδοση της ‘νεκρικής κλίνης’ (1891-92).
Μπορεί να μνημονεύεται πλέον σε κάθε ανθολογία ως ο πατέρας της αμερικανικής ποίησης, ο Ουίτμαν, όμως, γεύτηκε άφθονη απόρριψη από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Εκτός από την ανήκουστη ‘αυθαιρεσία’ του ελεύθερου, ανομοιοκατάληκτου στίχου, την κατακραυγή των συμπατριωτών του πυροδότησε κυρίως η ενότητα των «Παιδιών του Αδάμ» (αρχικά L’Enfants d’ Adam). Αν και αργότερα έμελλε να σκανδαλίσει περισσότερο το εγκώμιο της ανδρικής αγάπης που πλέκει ο Ουίτμαν στον «Κάλαμο», στον καιρό του η μεγάλη αντίδραση ήρθε για τον τρόπο που απροκάλυπτα εξυμνεί ο ποιητής το ανθρώπινο κορμί (το γυναικείο και το αντρικό), τη γονιμότητα και την απαλλαγμένη από αναστολές γενετήσια πράξη, στα «Παιδιά του Αδάμ».
Μια γυναίκα με προσμένει, όλα τα περιέχει, τίποτε δεν της λείπει
Όλα, όμως, θα της έλειπαν, αν έλειπε το φύλο, ή αν έλειπε
του κατάλληλου άντρα ο χυμός.
Διαβάζοντας στίχους σαν αυτόν, η Αγγλίδα Ανn Τζίλκραϊστ, χήρα του βιογράφου τού Ουίλιαμ Μπλέικ, έγραψε επαινετικά άρθρα και ξεκίνησε αλληλογραφία με τον Ουίτμαν – ενθουσιώδη από τη μεριά της, συγκρατημένη από τη δική του. Έξι χρόνια μετά, τον Σεπτέμβριο του 1876, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τα παιδιά της στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, ώστε να ανταμώσει τον ‘τρυφερότερο απ’ όλους εραστή’, που έμενε στην απέναντι όχθη του ποταμού Ντέλαγουερ, στο Κάμντεν του Νιού Τζέρσεϊ. Εκείνος, βέβαια, την είχε προειδοποιήσει: ‘Δεν θα πρέπει να στήνεις με τη φαντασία σου μια ιδανική Μορφή και να της δίνεις το όνομά μου…Ο πραγματικός Ουώλτ είναι ένας πολύ απλός άνθρωπος κι εντελώς ανάξιος τόσης αφοσίωσης’. Τελικά, οι δυο τους κατάφεραν να ξεπεράσουν την αμηχανία των πρώτων συναντήσεων και να συνδεθούν με ισόβια - αλλά πλατωνική μόνο - φιλική σχέση.
Αντίθετα, δεν χρειάστηκε παρά μια νύχτα με καταιγίδα, για να νιώσει αμέσως τρυφερά ο ηλικιωμένος ασπρομάλλης ποιητής για τον νεαρό οδηγό της ιππήλατης άμαξας στην οποία είχε επιβιβαστεί. Ο 21χρονος Ιρλανδός μετανάστης Πίτερ Ντόιλ, πρώην στρατιώτης της Ομοσπονδίας και μετέπειτα αχώριστος φίλος του Ουώλτ, θυμόταν αργότερα ότι ο Ουίτμαν ήταν ο μοναδικός επιβάτης εκείνο το βράδυ και ότι «αισθανθήκαμε απ’ την πρώτη στιγμή μια οικειότητα ο ένας για τον άλλο – έφερα το χέρι μου στο γόνατό του – καταλάβαμε…»
Τα «Παιδιά του Αδάμ» και ο «Κάλαμος», πρωτοεμφανίστηκαν και τα δύο μαζί στην έκδοση του 1860, την οποία ο μανιώδης τυπογράφος Ουίτμαν επιμελήθηκε προσωπικά, όπως και όλες τις εκδόσεις που είδαν το φως κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τον 19ο αιώνα, τα ερωτικά «Παιδιά του Αδάμ» καταδικάστηκαν από την πουριτανική αμερικανική κοινωνία, ενώ οι συνθέσεις του «Κάλαμου» (που οφείλουν τον τίτλο τους στο ομώνυμο υδρόβιο φυτό με τον φαλλικό βλαστό), θεωρήθηκαν από τους περισσότερους ως αθώοι ύμνοι στη αντρική συντροφικότητα. Τον 20ό αιώνα, οι ρόλοι αντιστράφηκαν: τα ‘τολμηρά’, φεμινιστικά «Παιδιά του Αδάμ» άρχισαν να γίνονται δεκτά με ανοιχτές αγκάλες, ενώ ο «Κάλαμος» κατηγορήθηκε ότι προάγει μια ‘αφύσικη’ σεξουαλικότητα. Μερικές δεκαετίες αργότερα, οι αγώνες για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ανέδειξαν τον «Κάλαμο» σε μανιφέστο του γκέι κινήματος. Σημεία των καιρών. Κι όμως, ο καιρός της απόλυτης ελευθερίας, ισότητας κι αδελφοσύνης, ο καιρός της αγάπης της μιας πολιτείας για την άλλη και της μιας γης γι’ άλλη γη που προφητεύει με πάθος ο Ουώλτ Ουίτμαν, δεν φαίνεται να έχει έρθει ακόμα.
Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σύντομο πρόλογο με μια αναφορά στη μνήμη του λογοτέχνη Νίκου Προεστόπουλου (1899 -1969), ο οποίος πρώτος στην Ελλάδα καταπιάστηκε με τα «Φύλλα Χλόης», και τα απέδωσε στη γλώσσα μας όχι πάντοτε πιστά, αλλά πάντως με τον δικό του γλαφυρό τρόπο.
Μάρτιος 2009
















1. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Τέρας ιερό που ετούτη η χώρα δεν διαθέτει.
Και τώρα έρχεται να επισημάνει με τον καλύτερο τρόπο το κρίμα της υποφοράς της.
στις 2/10/2010 11:26 am
2. Απάντηση από Γιώργος Πρίμπας
Για να εκφράσει κάποιος γνώμη -που θα απαιτεί να θεωρηθεί ως όντως αντικειμενική- για την ποίηση, όπως και την τέχνη, θα πρέπει να απαλλαχθεί από τη βάση εκκίνησής του, κάτι αδύνατο. Κάθε κρίση φέρει μέσα της τον προσωπικό χαρακτήρα αυτού που την εκφέρει. Μεγαλύτερη απόδειξη από τις διαφορετικές κρίσεις, ενίοτε ακραία διαφοροποιημένες για το έργο κάποιου, που εκφέρονται από καλούς γνώστες κάποιας τέχνης, δε χρειάζομαι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως ό,τι θέλει μπορεί ο κάθε ένας να το λέει.
Ο Whitman (τον οποίο απόλαυσα στην παρούσα εγγραφή!) και η μετά έναν περίπου αιώνα Plath είναι οι μεγαλύτεροι ποιητές των ΗΠΑ, αλλά μάλλον το Έβερεστ ανήκει στον Καβάφη και στο Νερούδα.
Στις υπερσυντηρητικές ΗΠΑ, μετά από αυτούς τους δυο, οι όποιοι υπόλοιποι, δεν ήταν παρά κάποιοι απολιτικοί περιθωριακοί που μόνο στην Ευρώπη, που τους ενέταξε σε ένα πολιτικό γίγνεσθαι που οι ίδιοι αγνοούσαν, κάποιοι από αυτούς αντιμετωπίστηκαν θετικά.
Ως χώρο μου νοιώθω τη μεσόγειο -και το θεωρώ ευλογία- και μόνο χωρίς τον ποιητικό (και ποτέ μη-πολιτικό) της λόγο που μαζί με αυτόν της λατινικής Αμερικής -που τον νοιώθω πολύ δικό μου- και με το ρεαλισμό του γιαπωνέζικου (και παγκόσμιου πλέον) χαϊκού, δε θα μπορούσα να κάνω…
στις 2/10/2010 12:31 pm
3. Απάντηση από Βασίλης Καλογήρου
μεγάλος whitman.τεράστιος. διαφωνώ με λειβαδά αλλά και με πρίμπα. ο σολωμός είναι αξεπέραστος από οποιονδήποτε ευρωπαίο σύγχρονό του ή μεταγενέστερο. ο καβάφης σίγουρα δεν ξεπερνιέται απ’ τον whitman. η αμερική διαθέτει σαφώς κι άλλους σπουδαίους ποιητές.όπως και η ελλάδα.
(σαν τηλεγράφημα το έγραψα, αλλά δεν έχω να πω περισσότερα)
στις 2/10/2010 1:21 pm
4. Απάντηση από σχολιαστής
Σταχυολογώντας τις αναφορές ύμνους του μέγιστου Ουίτμαν στη φιλία, ανακαλείται, το δίχως άλλο, και ο Επίκουρος: ων η σοφία παρασκευάζεται εις την του όλου βίου μακαριότητα, πολύ μέγιστόν εστιν η της φιλίας κτήσις.
στις 2/10/2010 1:38 pm
5. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Καλό μεσημέρι κ. Καλογήρου:
Έχει πλέον επαληθευτεί πως τα κυτία των σχολιασμών δεν αντέχουν, πράγματι, εκτεταμένα, εμπεριστατωμένα σχόλια για διάφορους λόγους, ανά περίπτωση. Παρόλα αυτά δεν θα μπορέσω να μην επεκταθώ κάπως, εφόσον ένας Ουίτμαν το αξίζει με το παραπάνω.
θα ήθελα μόνον να σας θέσω ένα φιλικό ερώτημα:
Ποιό ύφος, ήθος, γλώσσα και αίτημα από πλευράς Σολωμού επέδρασε, επικάλυψε, καθόρισε οριστικά, τον ποιητικό λόγο της Ελλάδας ή της Ευρώπης;
Γνωρίζετε, δυστυχώς για όλους μας, την απάντηση. Μετά τον Σολωμό, χρειάστηκε ο Καβάφης, και μετά τον Καβάφη ο χψω… και ακόμη σήμερα κάποιος χρειάζεται να θέσει ως οργανική οριοθέτηση στην ελληνική ποίηση κάτι.
Ο Ουίτμαν αντιθέτως όρισε ουσιαστικά αυτό που ονομάζεται αμερικανική ποίηση, καθόρισε μία διευρυμένη οντολογία στον χώρο της λογοτεχνίας η οποία επέδρασε και επιδρά συστηματικά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, συνέστησε τα ιδεολογικά, πολιτικά και φιλοσοφικά πλαίσια της ακμής της αμερικανικής κουλτούρας, αλλά και πολύ μεγάλου κομματιού της νεότερης ευρωπαϊκής (και όχι μόνο).
Επί αμερικανικού πεδίου μάλιστα οι βασικοί επίγονοί του ήταν οι Crane, Bodenheim, Norse, Kerouac, Bukowski, Ginsberg, και Ashbery. Όχι άλλοι…
Τα σχόλια του κ. Πρίμπα αποτελούν “mere speculation” δηλ. πάσα άγνοια των πηγών και των πρωτοτύπων κειμένων που σχετίζονται με κάθε αναφορά του. Με κορωνίδα εκείνον τον “ρεαλισμό” του χαϊκού / όπου ας σημειωθεί πως ο ρεαλισμός αποτελεί ξένο σώμα στην φιλοσοφία και την γραφή του χαϊκού. Υφίσταται μόνον ένας εντελώς ιδιότυπος “υλισμός”, ο οποίος όμως υποστηρίζεται αποκλειστικά από το στοιχείο του ιερού και της βιωμένης, στην καθημερινή ζωή, θρησκευτικότητας.
στις 2/10/2010 2:04 pm
6. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
http://www.poiein.gr/archives/305/index.html
Κώστας Σοφιανός:
“Αν παραστήσουμε με τόπο γεωγραφικό την ελληνόφωνη ποίηση από τις απαρχές της (πριν 4.000 χρόνια περίπου) μέχρι σήμερα, η ποίηση που γράφεται στα ελληνικά τα τελευταία πενήντα χρόνια μπορεί να παρασταθεί με ένα μικρό σύνολο διάσπαρτων βου-νών, χαμηλού και μέσου ύψους, μάλλον άγνωστων στον μέσης ποιητικής παιδείας ξένο περιηγητή, και πολλών, ταπεινών, ανώνυμων λόφων και γήλοφων που, παρά τα τανύσματα και τους κοθόρνους, δεν παρουσιάζει σημαντικές υψομετρικές διαφορές. Η βλάστηση (οι ποιητικοί τρόποι δηλαδή, το δούλεμα του στίχου) τόσο των βουνών, όσο και των λόφων, είναι φερμένη από τη Δύση, τα τελευταία ογδόντα με εκατό, περίπου, χρόνια και αποτελείται από ποικίλα είδη ανακατεμένα (ρομαντισμός, συμβολισμός, «νεορομαντισμός», μοντερνισμός, «μεταμοντερνισμός», σοσιαλιστικός ρεαλισμός, υπαρξισμός, μπιτνισμός).”
Το μέγεθος του Ουίτμαν, λέω κι εγώ με τη σειρά μου, είναι οροσειρά, και θα παραμένει απάτητη για τα επόμενα 1.000 χρόνια, αν κρίνουμε από τα σχόλια…Λυπάμαι που το λέω, αλλά κάποια μεγέθη Κύριοι δεν διαπραγματεύονται. Συγχαρητήρια στην κ. Κοβαλένκο για την εξαιρετική της μετάφραση…να είναι χαλκέντερη να καταφέρει να μας δώσει στα Ελληνικά όλα τα “Φύλλα της Χλόης”
στις 2/10/2010 2:12 pm
7. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Επαυξάνω και με όλα όσα δεν έχω κύριε Παστάκα!
στις 2/10/2010 2:15 pm
8. Απάντηση από Λαμπρινή
”Τα τροφαντά βρέφη στην κούνια, οι κόρφοι και τα κεφάλια των γυναικών, οι πτυχές των φουστανιών τους, η χάρη τους όταν τις προσπερνάμε στο δρόμο, των κορμιών τους το καμπυλόγραμμα”
Θα ‘πρεπει να προσπαθησε πολυ για να γραψει αυτους τους στιχους ο Ουιτμαν ;). Μου αρεσει πολυ ειναι πολυ καλος. Τι αλλο να πουμε γι’ αυτον; Μου φανηκε καλη και η αποδοση του. Εχει μια συνοχη ,μια μελωδια.
Κυριε Πριμπα γιατι πρεπει οπωσδηποτε να μεταλλιοφορησουμε τους ποιητες; Δεν τους φτανει η αθανασια; Θα τριζουν τα κοκκαλα του Καββαφη…
Ειναι η λογικη του 1,2,3,4,5 αυτη. Μεχρι και στην ποιηση εμφανιζεται τα τελευταια χρονια. Παρτε το με μεγαλυτερη ευρυτητα, και τα Ιμαλαια μας κανουν.
Ο καθενας απ’ την εποχη του και για την εποχη του. Ο Εμπειρικος οχι πολλα χρονια αργοτερα παρηγαγε πολυ ριζοσπαστικοτερο εργο απ’ τον Καββαφη.
Κλεινοντας, θα θελα να μου λυσετε και μια αλλη απορια. Και βεβαια η πλαθ αφησε πολυ σημαντικο εργο πισω της και μια μεγαλη κληρονομια για τους επομενους. Τι σας κανει ομως να πιστευετε πως ειναι μαζι με τον Ουιτμαν οι δυο μεγαλυτεροι αμερικανοι ποιητες; Το σχολιο σας εχει αντικειμενικη βαση ή απλώς εκφραζετε το προσωπικο σας γουστο;
στις 2/10/2010 2:15 pm
9. Απάντηση από Λαμπρινή
(Το ερωτημα τιθεται γιατι ειναι απολυτως διαφορετικης ποιητικης κουλτουρας οι δυο τους).
Σα να λεμε οι αγαπημενοι μου ποιητες ειναι ο Εγγονοπουλος και ο Παλαμας ,ενα πραγμα.
στις 2/10/2010 2:23 pm
10. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Δεν μπορώ να κρύψω την χαρά μου για κάποιες από τις σημερινές αναρτήσεις. Ας εκτεθώ.
Επαυξάνω Λαμπρινή χρυσόστομη!
(Διότι ακόμη και αν “προταθεί” το ευφυολόγημα πως δεν μας απασχολούν οι διαφορές τους αλλά το “ανάστημά” τους / εξακολουθεί, και θα εξακολουθεί η ουσιαστική παράβλεψη: ανάστημα αποτελεί μονάχα το όραμα για την ανθρωπότητα. Όλα τα υπόλοιπα είναι καλύτερα ή λιγότερο καλά συμπληρώματα.)
στις 2/10/2010 2:32 pm
11. Απάντηση από Βασίλης Καλογήρου
καλησπέρα κύριε λειβαδά.
ο σολωμός έκανε κάτι που κανείς άλλος δεν τόλμησε να κάνει έως τότε στην ποίηση. προσπάθησε να παντρέψει το ρομαντικό με το κλασικό και όπως ξέρουμε απέτυχε,γι’ αυτό και μας άφησε μισοτελειωμένα ποιήματα και προσχέδια. το “είδος το μειχτό αλλά νόμιμο” που λέει και στους στοχασμούς του στους ελεύθερους πολιορκημένους. είναι ίσως ο μεγαλύτερος σταθμός για την ιστορία της παγκόσμια ποίηση ο σολωμός.ουδείς τόλμησε πριν, ουδείς μετά.το πόσοι το σκεφτήκανε δεν το ξέρω.όσο για τη γλώσσα, καθιέρωσε τη δημοτική, τη γλώσσα του καιρού του. είναι γνωστές οι διενέξεις του με τους “πνευματικούς” ανθρώπους της εποχής, που θέλησαν να καθιερώσουν την αρχαΐζουσα.ένας εκπληκτικά μορφωμένος άνθρωπος, επέλεξε να κάνει ποίηση χρησιμοποιώντας τη γλώσσα που άκουγε κι ας μην ήξερε να τη γράφει, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να μας δώσει ποίηση στα ιταλικά τα οποία γνώριζε άριστα.
ας μην ξεχνάμε πως ο σολωμός έγραφε έχοντας πίσω του μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά.την ευρωπαική.ήταν, όπως και να το δει κανείς, κατά μη έννοια, δέσμιος αυτής και υπεύθυνος γι’ αυτή μετά από αυτή.και επροσπάθησε να την δώσει με νέα μορφή, αναγεννημένη.ο whitman δεν είχε τέτοια προβλήματα.
όσο για τα χάικου και τον ρεαλισμό που είπε ο κ.πρίμπας και το σχολιάσατε, συμφωνώ. αν μια ποίηση δεν είναι ρεαλισμός αυτή είναι των χάικου.κι ο κύριος πρίμπας έχει γράψει τέτοιου είδους ποιήματά αν δεν κάνω λάθος.τέλος πάντων, αυτό δεν με αφορά και πολύ.
χάρηκα που τα είπαμε.δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ στο θέμα αυτό.αγαπάμε διαφορετικά πράγματα.πάλι φίλοι είμαστε.
σας χαιρετώ.
στις 2/10/2010 3:07 pm
12. Απάντηση από Γιώργος Πρίμπας
Αφού ξεπεράσω, καθόσον ο αντίλογος που άκουσα δεν έχει σχέση με θέσεις αλλά πάει αλλού, το γιατί ο ιδιότυπος υλισμός (και ό,τι σημαίνει ακόμα και σε όποιο πλαίσιο) και ο ρεαλισμός δε συναντιόνται, θα πω πως δε μίλησα για ελληνική ποίηση (που σήμερα την καταλαβαίνω μόνο ως ποίηση γραμμένη στα ελληνικά), αλλά για το τι με αγγίζει ως αναγνώστη και ότι αυτό συνδέεται και με το γεωγραφικό χώρο που κινούμαι και συνολικά με τις προσλαμβάνουσες μου.
Όσο για το χώρο της μεσογείου (χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσουμε για την υπόλοιπη Ευρώπη) η τέχνη και η λογοτεχνία έχουν παράγει πράγματα που οι πέραν του ατλαντικού (που ό,τι τέχνη έφτιαξαν είτε ανήκει σε μειονότητές που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν ως κατώτερα όντα και την κουλτούρα τους είτε την πήραν από την Ευρώπη) δε θα φτάσουν ΠΟΤΕ! Ακόμα και τα λίγα καλά που εκεί γεννήθηκαν βιαζόντουσαν να τα στείλουν άρον-άρον στην Ευρώπη…
Όσο για τον Καβάφη και το τι σημαίνει αυτό το όνομα (λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού και πολιτικού μεγέθους Ελλάδα), καλύτερα ψάξτε να βρείτε σε πόσες γλώσσες μεταφράστηκε.
στις 2/10/2010 3:15 pm
13. Απάντηση από σχολιαστής
Επειδή η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την καθιέρωση και αγιοποίηση συγγραφέων και γραφών, θα άξιζε ίσως να τονιστεί ότι η πάλη για αυθεντία στο λογοτεχνικό πεδίο ακολουθεί τετριμμένους κανόνες, παρόμοιους με αυτούς που ισχύουν σε όλη τη γκάμα της ανθρώπινης δράσης. Ακόμη κι οι έριδες για το τι αξίζει το ύφος του τάδε ή του δείνα αποκτούν αξία μέσα στο παιχνίδι της λογοτεχνικής ζωής. Γιατί τι θα γινόταν άραγε, αν έφτανε κανείς στο σημείο να ερίζει για το τι αξίζουν οι έριδες; Το παιχνίδι θα τελείωνε. Απ΄την άλλη βέβαια, η κάθε έριδα δικαιολογεί τον εαυτό της μόνο όταν γίνεται επί θέσεων και επιχειρημάτων. Το ότι για παράδειγμα ο Όμηρος είναι γνωστός σε όλο τον κόσμο, ενώ ο Σολωμός όχι, μπορεί να αποτελέσει μια κατά συνθήκη θέση, αλλά χρειάζονται πάντα συγκρίσιμα μεγέθη και βέβαια καθορισμός των όρων σύγκρισης. Αυτά.
στις 2/10/2010 3:18 pm
14. Απάντηση από Δημήτριoς Μουζάκης
“for who more foolish than I, and who more faithless?”… “Κι όμως, ο καιρός της απόλυτης ελευθερίας, ισότητας κι αδελφοσύνης, ο καιρός της αγάπης της μιας πολιτείας για την άλλη και της μιας γης γι’ άλλη γη που προφητεύει με πάθος ο Ουώλτ Ουίτμαν, δεν φαίνεται να έχει έρθει ακόμα”
Aναρωτιέμαι τι σημαίνει στην πράξη “αναγνωρίζω τις κορυφογραμμές του οράματος”… o ακτιβισμός, θα μπορούσε να πει κάποιος, όμως δεν αναζητώ το όραμα στα τόσο Μεγάλα και τα τόσο Σπουδαία… ας ξεκινήσουμε εγγύτερα. Αν μας λείπει κάτι (από την έκφρασή μας και από τη ζωή μας), δε θα το βρούμε στην αναγνώριση της μεγαλοσύνης του Whitman όσο σωστή και δίκαια κι αν είναι αυτή…
στις 2/10/2010 3:20 pm
15. Απάντηση από Γιώργος Πρίμπας
Το πιο αναγνωρίσιμο παγκοσμίως χαϊκού είναι το (σε μια από τις κατά τους μελετητές αποδεκτή μετάφραση)
Παλιά λιμνούλα
Ένας βάτραχος βουτά
Ήχος του νερού.
ας κρίνετε λοιπόν αν η έκφραση ρεαλισμός φαντάζει ξένη…
Καθώς και μερικές ακόμα του ίδιου χαϊκού
Να! Ο βάτραχος
Ταράζει τη γαλήνη
Της αρχαίας λίμνης
Λιμνούλα παλιά
Ο βάτραχος στον ήχο
Πηδά του νερού
στις 2/10/2010 3:29 pm
16. Απάντηση από Βασίλης Καλογήρου
θα ήθελα να συμπληρώσω και κάτι άλλο σαν απάντηση στο σχόλιο σας κύριε λειβαδά.το γεγονός ότι δεν υπήρξε στην αμερική ένας αντίστοιχος καβάφης στην μετά whitman εποχή, νομίζω είναι πρόβλημα της αμερικανικής ποίησης και όχι κάτι μεμπτό για την ελληνική ποίηση ή για την ποίηση του σολωμού.
στις 2/10/2010 3:34 pm
17. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Ακόμη κι ένα χρυσό ρολόι μπορεί να βρει κανείς περπατώντας κ. Πρίμπα, εκεί που συνηθίζει να περπατάει. Άλλα όμως ομιλεί ο δρόμος που δεν έχετε πάρει. Γιατί ο δρόμος ομιλεί, όχι ο Λειβαδάς ή ο Πρίμπας.
Φίλε Δημήτρη, ας μην φοβόμαστε να δούμε ως “Ελλάδα” τον Ουίτμαν (γιατί Ελλάδα είναι)… Θυμάστε την επικρότηση σας σχετικά με τον “ποιητή σφαίρα στη θαλάμη;”
Φίλε Βασίλη, ναι διαφωνούμε αλλά φίλοι είμαστε. Και θα είμαστε.
στις 2/10/2010 3:40 pm
18. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
A! Όχι κ. καλογήρου! Υπήρξαν όλοι εκείνοι οι Ουίτμαν που χρειάστηκαν, και με το παραπάνω / και μάλιστα αρκετοί απ’ αυτούς διέσωσαν (μεταξύ πολλών άλλων ευρωπαίων) το ποιητικό ιδεώδες και πέρα από τα σύνορα της χώρας τους, όταν εκείνο ταλανιζόταν αγρίως από τις ακαδημίες.
Το πλέον σημαντικό ήταν πως η δυναμική του Ουίτμαν επέδρασε με τέτοιον τρόπο στην Αμερική ώστε να υπάρχουν άμεσα και πάγια εκείνες οι δυνατότητες που ευνοούν στην αναγνώριση των πραγματικών ποιητών και όχι των καρικατούρων.
Κάτι που δεν συμβαίνει στη δική μας χώρα. Γιατί;
Γιατί αντί να συνδεθούμε με τον Όμηρο (ο οποίος παραμένει, δημιουργικά, εντελώς παραγνωρισμένος και ανεκμετάλλευτος) συνδεθήκαμε με τις κλωστές που ύφαιναν και υφαίνουν οι αδαείς / που δεν μπορούν να αντιληφθούν και τον Ουίτμαν…
στις 2/10/2010 3:49 pm
19. Απάντηση από Πέτρος Γκολίτσης
Σε οδό «Κ. Καβάφη» μετονομάστηκε ο δρόμος όπου έζησε ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=1776487
στις 2/10/2010 3:51 pm
20. Απάντηση από Γιώργος Μίχος
Πολύ ενδιαφέρουσα μετάφραση.
στις 2/10/2010 3:52 pm
21. Απάντηση από Γιώργος Πρίμπας
Γιάννη Λειβαδά, επανέρχεσαι σε κότι που το πιστεύεις και που με βρίσκει αντίθετο.
H απορία μου είναι: αν τελικά ο δρόμος είναι που ομιλεί (μέσω του “ποιητή”), τότε πως μπορούμε να μιλάμε για κακή ποίηση;
στις 2/10/2010 3:59 pm
22. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Δεν γράφω τίποτε από αυτά που πιστεύω κ. Πρίμπα. Σας παραθέτω απ’ ευθείες από τις πηγές των Basho, Onitsura, Issa, Suzuki, Taneda, Blyth, Stryk…
Και εν πάση περιπτώσει, έχω γράψει δύο ογκώδεις τόμους σχετικούς με την ιαπωνική ποίηση, την μεταφράζω και επιμελούμαι ανάλογα έργα ποιητών στην αγγλική / πατήστε λίγο φρένο παρακαλώ σας…
Οφείλετε να ασχολείστε πριν ομιλείτε.
Αυτό αρκεί.
στις 2/10/2010 4:07 pm
23. Απάντηση από Βασίλης Καλογήρου
κάποιοι συνδέθηκαν με τον όμηρο.οι περισσότεροι όμως συμφωνώ πως όχι.ίσως επειδή σύνδεση με τον όμηρο σημαίνει σύνδεση με το θάνατο και την αλήθεια κι όχι με ένα όραμα όπως στον whitman ακόμα κι αν περιέχει τον θάνατο και την αλήθεια.δεν ξέρω πραγματικά…εσείς γιατί λέτε;
στις 2/10/2010 4:10 pm
24. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές…
Παίδες σεβαστείτε την ανάρτηση. Το θέμα μας είναι ο Ουίτμαν και η μετάφρασή του από την κ. Κοβαλένκο…Τα οφτόπικς είναι απαράδεκτα!
Αυτοσυγκράτηση!
στις 2/10/2010 4:14 pm
25. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Βασίλη πάρε το e-mail μου από τον κ. Παστάκα και έλα όποτε θες στην παρέα μας. Εκεί θα “σκοτωθούμε” στην κουβέντα και θα περάσουμε όμορφα.
Σε χαιρετώ.
στις 2/10/2010 4:16 pm
26. Απάντηση από Δημήτριoς Μουζάκης
Γιάννη, θυμάμαι καλά τον ποιητή και τη θαλάμη. Θυμάμαι, όμως, και κάτι άλλο που σε ανύποπτο χρόνο είπες: ο ποιητής έχει προσυπογράψει τον απανταχού θρήνο.
Αυτό το λεγόμενό σου για κάποιον που καμώνεται τον ποιητή μπορεί να ισχύει για όλα εκτός της ποίησης.
Αντί, λοιπόν, να δούμε το Whitman ως Ελλάς ή αντί να του κάνουμε το μεγαλοπρεπές μνημόσυνο, προτείνω να αναζητήσουμε το Whitman στα εξής:
α) Στις εντελώς γελοίες σύγχρονες αψιμαχίες ομοιοκατάληκτων και ελευθερόστιχων, μοντέρνων και μεταμοντέρνων, παραδοσιακών και μοντέρνων. Η αρτηριοσκλήρυνση και η αλαζονεία καλά κρατεί.
β) Στην τύχη που θα είχε o σύγχρονος Whitman που κυκλοφορεί ανάμεσά μας (από αποκλεισμένος από παντού έως λοιδωρούμενος για διδακτισμό ή ομοφυλοφιλία).
γ) Στην εμπεδωμένη αντίληψη από παράγοντες, παραγοντίσκους, ανερχόμενους και φιλόδοξους “ο χρόνος θα δείξει” που μεταθέτει τις ευθύνες του οράματος στη ροή της τέταρτης διάστασης, Αlas! Τώρα τι γίνεται, κύριοι. Να τα λέμε αυτά. Ε ρε Whitman που μας χρειάζεται, αλλά όχι στα εγκώμιά μας…
στις 2/10/2010 4:17 pm
27. Απάντηση από Πέτρος Γκολίτσης
Καθαρότατο ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι
σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε
στου ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο το αγέρι
που λες και λέει μες της καρδιάς τα φύλλα
γλυκιά η ζωή, και ο θάνατος μαυρίλα.
Διονύσιος Σολωμός
στις 2/10/2010 4:23 pm
28. Απάντηση από κώστας παπαθανασίου
Να θυμίσω πως ο Ουίτματ μέχρι πρόσφατα παρέμενε σχεδόν αμετάφραστος στα ελληνικά κι ακόμη έχει δρόμο ως το τέλος. Οπότε ας τον διαβάσουμε καλά, ας τον ανακαλύψουμε με την ησυχία μας κι έπειτα ας κάνει ο καθένας τις συγκρίσεις του κι ας υψομετρήσει τα βουνά του. Πολύ σημαντική η σημερινή προσφορά που έρχεται να συνεχίσει την προηγούμενη κατάθεση του “Το τραγούδι του εαυτού μου”. Συγχαρητήρια!
στις 2/10/2010 4:25 pm
29. Απάντηση από Γιάννης Λειβαδάς
Δημήτρη δεν υπάρχει σχέση σε αυτό που λες, υπάρχει άποψη. Εγώ μίλησα για συνθήκη. Άλλο πράγμα.
Το αφήνω λοιπόν στην άκρη.
Κατά πού θα στρίψει ο καθένας για να αναζητήσει τι, δεν αφορούν τα περί Ουίτμαν. Τα περί Ουίτμαν αφορούν μόνο εκείνα που σχετίζονται με τα ιδεώδη της υπέρβασης της αισθητικής αλλοίωσης και το σθένος της αδέκαστης μεταστροφής. Δηλαδή α), β), γ) είναι εντός των τειχών, αλλά ευτυχώς εκτός Ουίτμαν.
στις 2/10/2010 4:34 pm
30. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
11.003 δημοσιευμένα σχόλια στο ΠΟΙΕΙΝ!!!
(ΑΥΤΌ ΕΊΝΑΙ ΤΟ 11.004)
Το νήμα στις 11.000 το έκοψε ο Πρώτος!
στις 2/10/2010 4:44 pm
31. Απάντηση από σχολιαστής
Ερώτηση σε σχέση και με το @23. Νομίζω, είναι χαρακτηριστική η φειδώ με την οποία ο Ουίτμαν χρησιμοποιεί τη λέξη Θάνατος στην ποίησή του. Η μεταφράστρια θα γνωρίζει καλύτερα τους διακειμενικούς συσχετισμούς της συγκεκριμένης λέξης, και πως αυτοί συνδέονται με το όραμα του ποιητή.
στις 2/10/2010 6:41 pm
32. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
Πολύ καλή απόδοση. Ο Ουίτμαν καμμιά φορά σε ξεγελάει με την -φοβερά επίπονη και καλοδουλεμένη - ροή των στίχων του.
Δύσκολη ποίηση, ακριβώς γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να πνιγείς στην επιφάνειά της…
Το θέμα πάντως δεν είναι -μόνο- αν ο Ουίτμαν υπήρξε ο πατριάρχης της (βόρειο)αμερικάνικης ποίησης. Το θέμα είναι αν η ποίησή του εξακολουθεί να παραμένει η ζωντανή κοίτη που πάνω της διευθετείται -θέλοντας και μη- όλη η σύγχρονή μας αντίληψη για έναν συγκεκριμμένο τρόπο ζωής και κοσμοθεωρίας…
Θα ήθελα πάντως να δω και ανάλογη ανάρτηση που θα αφορά τον Ρόμπερτ Φροστ…
ΥΓ
Ο Σολωμός ακόμη είναι ΜΕΓΙΣΤΟΣ…
Και δεν είναι ούτε ρομαντικός, ούτε νεοκλασσικός, ούτε δημοτικιστής. Είναι απλά ο Σολωμός. Sui generis, ιδιοφυής με την κυριολεκτική σημασία της λέξης…
στις 2/10/2010 10:56 pm
33. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
1.934 επισκέψεις στον Ουώλτ Ουίτμαν!
Ευχαριστούμε την κ. Κοβαλένκο για την εμπιστοσύνη που μας έδειξε!
στις 2/11/2010 12:00 pm
34. Απάντηση από Κώστας Ρεούσης
Καλησπέρα σας,
Ανυπέρβλητος Ουόλτ Ουίτμαν, πολύ καλές μεταφράσεις, κατατοπιστικότατο επίμετρο, εξαίσια έκδοση. Εκτός από τον Προεστόπουλο, έχει μεταφράσει Ουίτμαν και ο Γιάννης Βαρβέρης και ο Χάρης Βλαβιανός (τώρα εάν είναι καλές ή όχι, αυτό το αφήνω στους επαγγελματίες του είδους). Πάντως πιστεύω πως η Ελλάδα και η Κύπρος, χρειάζεται τους δικούς της ποιητές και είναι άτοπο να μπαίνουμε σε συγκρίσεις που εκ των πραγμάτων εάν όχι εκ φύσεως δεν ευσταθούν. Άλλο τα λογοτεχνικά δάνεια, η ανάγνωση και μελέτη ποιητών από όλον τον κόσμο (στις γλώσσες που έχει “πρόσβαση” ο καθένας μας) και η γνώση τέλος πάντων αυτού που μπορεί να ονομαστεί… “ποίηση του ανθρώπινου είδους από την αρχή ή όχι της γραφής έως τις ημέρες μας”. Το γεγονός ότι γράφω (όχι μόνο εγώ όλοι μας) στη μητρική μου γλώσσα και με αυτή “διαβάζω” τη ζωή και τον κόσμο γύρω μου, οριοθετεί και εκτινάσσει την όποια προφορική ή γραπτή μου ποιητική “πρόταση-κατάθεση”. Φυσικά αισθάνομαι και είμαι ποιητής του πλανήτη Γη, αλλά πρώτα είμαι Έλληνας ποιητής από την Κύπρο, που ζει, δημιουργεί και πράττει σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Ας μου επιτραπεί η αυτοαναφορικότητα του σχολίου μου κι ας εκληφθεί ως μία απάντηση στα σχόλια των άλλων επισκεπτών που προηγήθηκαν. Σας ευχαριστώ.
στις 2/11/2010 4:36 pm
35. Απάντηση από περιηγητής
Η ποίηση του Ουίτμαν είναι πολύ δυνατή και είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν έχει Ουίτμαν. Ούτε θα μπορούσε να έχει. Μήπως όμως η Αμερική έχει Σολωμό (μιας και έγινε προσπάθεια αναλογίας/σύγκρισης); Δεν έχει. Ούτε και θα μπορούσε.
Παρ’ όλ’ αυτά εγώ βλέπω δυο τουλάχιστον κοινά στοιχεία (αν και δεν γνωριζω τόσο καλά τον Ουίτμαν).
- Έζησαν κι δυο σε μια εποχή που οι λαοί τους αναζητούσαν ή ήταν σε μια διαδικασία που θα τους οδηγούσε σύντομα στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας
- Αντιλαμβάνονται την ενότητα Ανθρώπου-Κόσμου και την απαραίτηση ισορροπία ανάμεσα σε Πολιτισμό και Φύση (μια ισορροπία που όσο πάει χάνεται στην εποχή μας)
Πολύ σημαντικά και τα δύο θεωρώ.
Απο την άλλη βέβαια υπάρχουν πάρα πολλές διαφορές (μορφολογικές, εκφραστικές κλπ). Έχουν αρκετά μεγάλη χωροχρονική απόσταση άλλωστε.
………………..
Σε ότι αφορά την αξία του Σολωμού θα συμφωνήσω με τον κ.Πατιό. Πέρα απ’ την απαράμιλλη τεχνική σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζει καλά, πέρα απ’ το γεγονός ότι ανακαλύπτει τον ουλτραισμό (γιγαντισμό) αρκετά χρόνια πριν το Μαγιακόφσκι και τον Απολιναίρ, υπάρχει κατα την αποψή μου κάτι που τον διαφοροποιεί απο τους συγχρόνους του τουλάχιστον:
Ο Σολωμός δεν έχει μόνο πνευματική συγγένεια με τον Όμηρο και τον Αισχύλο αλλά και πολιτισμική (που συμπεριλαμβάνει και την γεωγραφική). Γι’ αυτό οι ήρωές τους, μέσα απο τη δοκιμασία, δεν ολοκληρώνονται με την “πνευματοποίηση” αλλά με την συνείδηση της κοσμικής τους διάστασης.
Ο ώριμος Σολωμός, όπως καταφέρνει να ελληνοποιήσει τις σύγχρονες ευρωπαικές πνευματικές αξίες , έτσι παγκοσμιοποιεί και τις ελληνικές πολιτισμικές αξίες. Στην δε ποίησή του βρίσουμε διάχυτα τα χαρακτηριστικά μιας μετέπειτα εθνικής ιδεολογίας. Ένα σύστημα αξιών (ελευθερία, γλώσσα κλπ) που θα σηματοδοτήσει τελικά το πέρασμα σ’ αυτό που λέμε νεοελληνικό πολιτισμό.
Όσον αφορά το “ημιτελές”, δεν θα συμφωνήσω ότι οφείλεται στην αποτυχία του να παντρέψει το ρομαντικό με το κλασσικό. Ο Σολωμός νομίζω πάσχει απ’ το σύνδρομο της “ανέφικτης τελειότητας” που για τον ίδιο δεν είναι αδυναμία αλλά αισθητικό δόγμα. Ένα δόγμα που τον οδηγεί όχι στην αποδοχή του “αποσπασματικού” και του “ανολοκλήρωτου” αλλά της εγκατάλειψης του έργου.
στις 2/11/2010 6:02 pm
36. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
Επειδή στην ποίηση τα πράγματα δεν είναι πράσινα-κόκκινα (όπως στο ποδόσφαιρο…), πρέπει να ομολογήσω πως έφτασα στον Ουίτμαν via Μπόρχες…ένας εγκεφαλικός ποιητής μπορεί να θαυμάζει έναν πρωτόγονο και τούμπαλιν…
Στα νιάτα μου τα στρατόπεδα ήταν στα καθημάς Σολωμός-Κάλβος…έπρεπε να πάρεις θέση!Ή ήσουν με τον έναν ή με τον άλλον…μετά από 50 χρόνια δεν ξέρω αν ισχύει ακόμη ο χουλιγκανισμός, αν και όσο μεγαλώνω γέρνω προς τον μαυροντυμένο Κάλβο (με το συμπάθειο…)
Ο γεωγραφικός χώρος και η ημερομηνία που αναγράφεται στον Καζαμία δεν έχουν να κάνουν με τον Ποιητή…ο κάθε Ποιητής συνδιαλέγεται με όποιον επιλέξει, ανεξαρτήτως γεωγραφικών και χρονολογικών προσδιορισμών: πχ ένας νέος ποιητής από τη Μογγολία του 2010 μπορεί να συνομιλεί με τον john donne που έζησε πριν 500 χρόνια…
Γι αυτόν ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να υπάρξει μια “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ”, ακριβώς γιατί δεν επιδέχεται χρονική αλληλουχία και άμμεση χρονική συνέπεια αιτίας κι αποτελέσματος…
στις 2/11/2010 6:28 pm
37. Απάντηση από Δημήτριoς Μουζάκης
Μικρογραφία είναι το Κάλβος/Σολωμός του Whitman/Αχ Ελλάδα μου που δεν έχεις Whitman. Το πρώτο είναι (συχνά) μασίφ, φαιδρό οπαδιλίκι, το δεύτερο έχει (συχνά) και την πρόσμιξη του μοναδικού στα χωροχρονικά δεδομένα συμπλέγματος της προγονοπληξίας/ξενοδουλείας (λες και η ποιητική διεισδυτικότητα πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστεί με όρους μουντιάλ- α ρε Ελλάδα που δεν έχεις Γκούλιτ). Παρεμπιπτόντως, στο Dead Poets Society όχι μόνο διαβάζονται αποσπάσματα από τα φύλλα της χλόης, αλλά αναλύεται και η ρήση “μ’ αρέσει ο Byron, του βάζω 42 αλλά δεν είναι χορευτικός”. Now I want you to rip off that page… be gone James Evans Pritchard PhD…
στις 2/11/2010 6:47 pm
38. Απάντηση από Γιώργος Μίχος
Εγώ πάντως είμαι Παοκτζής…:)
Τι κρίμα που η Ελλάς δεν έχει Απαλλάχια Όρη…:)
Αν το πάμε έτσι θα κάνουμε άλλα 200 χρόνια για να αλλάξουμε την άποψη που καταθέτει ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, που τον γνώρισε ως πρέσβης…:)
Στο τέλος ανακαλύπτεις πως και το επίπεδο της αποδοχής, είναι το ίσιο χαμηλό με της απόρριψης: Ποδοσφαιρικό…:)
Κοβαλένκο μας λείπουν. Από τους άλλους πληθωρισμός μέχρι χρεοκοπίας, μετα συγχωρήσεως…:)
Και εννοείται δεν είναι απόπειρα διαλόγου… προτιμώ μιαν ακόμα ανάγνωση της μετάφρασης…:)
Και ο γάιδαρος πετάει, αν είναι το μειράκιο να μας σκίσει το πουλόβερ τραβώντας…:)
Δεν υπάρχει επίπεδο, όλα τα επίπεδα είναι κατειλημμένα, που θα έλεγε κι ο Πόρτσια…:)
Ωραίο ρυθμό έχει η μετάφραση, ίσως επειδή η μεταφράστρια γράφει αγάπη κι όχι υπεραξία δημοσιότητας…:)
στις 2/11/2010 7:36 pm
39. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
Μίχος…
Ανυπέρβλητος…
@36
Για να χρησιμοποιήσω το ίδιο παράδειγμα: o John Donne θα ήταν αυτός που είναι (ως αυτούσιο σώμα ποιητικής γραφής) εάν δεν είχε γεννηθεί στο Λονδίνο της συγκεκριμμένης εποχής, με την αγγλική γλώσσα υπό διαμόρφωση?
Μπορούμε να συνδιαλλαγούμε με την ποίησή του αγνοώντας πλήρως την εσωτερική σύγκρουση του καθολικού παρελθόντος του με το ‘αγγλικανικό’ παρόν και μέλλον του?
Αυτό που θέλω τελικά να τονίσω είναι αν μπορούμε να πλησιάσουμε οποιοδήποτε ‘γραπτό’ αγνοώντας το περιβάλλον που του δίνει νόημα?
Κι η ερώτηση είναι πιο πιεστική από την όποια σχέση μεταξύ text and context…
Πλάτωνας ή Αριστοτέλης? Ντα Βίντσι ή Μιχαήλ Άγγελος? Μπητλς ‘η Ρόλιν Στόουνς?
Φυσικά και είναι ψευτοδιλλήματα…Αλλά για να υπάρξει οποιαδήποτε κρίση-σύγκριση θα πρέπει πρώτα να έχουμε ορίσει κοινό μέτρο συγκρίσεως.Κι ο ευκολότερος τρόπος είναι να ”εφεύρουμε” δίπολα…
ΥΓ
Μίχος…
στις 2/11/2010 9:33 pm
40. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
http://www.poiein.gr/poiein/letters/giota.php
“Μικρή απολογία της ποίησης”
Ίσως, οι απόπειρές μας να καθορίζουμε τάσεις και ρεύματα στην ποίηση των τελευταίων χρόνων, δεν αποτελούν παρά ευγενή ονειροπολήματα, δυσπρόσωπες χίμαιρες, απραγματοποίητους πόθους. Αφού δεν μπορούμε να γράψουμε μια ιστορία της ποίησης, αναλισκόμαστε κάθε τόσο, με τη λήξη σχεδόν του ημερολογιακού έτους, στο μάταιο εγχείρημα να ιστορίσουμε τα επιφαινόμενά της. Η γενική μας διαπίστωση και το μόνιμο παράπονο για την απουσία, στις μέρες μας, ενός ισχυρού “ποιητικού δόγματος”, κερδίζει αναμφίβολα και πολύ εύκολα την κοινή αποδοχή. Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα. Για τις ιστορικές και ιστορίζουσες αντιλήψεις μας, το γεγονός φαντάζει τελεσίδικο κι απρόσβλητο. Μόνον που η ποίηση αρνείται την ιστορική της συνέχεια, και υπερβαίνει τις λογικές κατηγοριοποιήσεις μας.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ξεχνώντας για λίγο τις σχολές και τα δόγματα, πως αυτά ήταν δυνατά την εποχή που η ποίηση κατοικούσε μέσα στα ποιήματα. Από το 1950 και μετά, φαίνεται πως η ποίηση δεν βρίσκεται πλέον μέσα στο φυσικό της φορέα, το ποίημα. Σε εκείνο μπορούμε να αναζητήσουμε μόνον κάποια στοιχεία που μπορούν να την προκαλέσουν, αόριστες νύξεις και μαγικές επικλήσεις που καθιστούν εφικτή την παρουσία της, σαν μουσικό προανάκρουσμα, σαν αχνό και πρόχειρο ιχνογράφημα που μας δίνει μόνον μια ιδέα των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η ποίηση έκτοτε, βρίσκεται κάπου αλλού, εκτός. Γι’ αυτό, ίσως, γνωρίζει επιτυχία μόνον όποιος είναι ικανός να υπαινιχθεί την παρουσία της, πέρα και υπεράνω των πενιχρών του μέσων, των στίχων δηλαδή, όπως ο Μπόρχες.
Δεν είναι τυχαίο πως ο συγκεκριμένος ποιητής φαντάζει ως ο κύριος δημιουργός του δεύτερου ημίσεως του αιώνα μας: ήταν από τους πρώτους που διαπίστωσε πως το ποίημα αρχίζει πλέον εκεί που τελειώνουν οι λέξεις. Επιστράτευσε, λοιπόν, όλες τις λέξεις που μπορούσε να μαζέψει, στους πλέον απίθανους συνδυασμούς, σε έμμετρους και ελεύθερους στίχους, ελεγείες, σονέτα, καταλόγους, επικά κι αφηγηματικά ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια. Κι επίσης, κριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αστυνομικά διηγήματα και φιλοσοφικά πονήματα. Ήξερε πως στις μέρες μας δεν γράφονται ποιήματα.
Το γνώριζε και ο Εουτζένιο Μοντάλε, ο οποίος παρ’ όλο το κουράγιο του δεν μίλησε ποτέ για ποιήματα, αλλά για στίχους και μόνον, αποδίδοντας στη συγκεντρωτική συλλογή των ποιημάτων του τον τίτλο “Τα άπαντα των στίχων”. Αυτή η σμίκρυνση του ποιήματος σε στίχους ήταν ίσως, η καθαρότερη ματιά για την πορεία της ποίησης μετά την “Έρημη χώρα” του Έλιοτ. Ήρθε όμως, ο Πάουλ Τσέλαν, κι έσπασε ακόμη κι αυτόν τον μοναχικό στίχο σε αλλοπρόσαλλες, μέσα στην απόλυτη γύμνια τους, λέξεις. Αλήθεια, πότε γράφτηκε το τελευταίο ποίημα;
Ήδη, στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Αύγουστος Βίλχεμ Σλέγκελ έγραφε πως “η ποίηση των αρχαίων ήταν εκείνη της κατάκτησης, ενώ η ποίηση των μοντέρνων εκείνη της νοσταλγίας”. Υπ’ αυτό το πρίσμα, πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας: οι σχολές, τα ρεύματα, τα “ισχυρά ποιητικά δόγματα” φαντάζουν ως απονενοημένες προσπάθειες εγκαθίδρυσης της ποίησης στο ποίημα. Μια μάταιη επανασύνδεση της ποίησης με το όλον της ύπαρξης και του κόσμου.
Όχι, λοιπόν, από το 1950 και μετά, αλλά από το 1800, με τον Ρομαντισμό, καταγράφεται ήδη η πρώτη ανεπιτυχής προσπάθεια κατάκτησης της ποίησης. Και δεν μπορούσε παρά να είναι ανεπιτυχής όπως κι όλα τα ρεύματα και κινήματα που ακολούθησαν (ο Συμβολισμός, ο νέο-Παρνασσισμός, ο Νατουραλισμός, ο Φουτουρισμός, ο Υπερρεαλισμός, ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός, οι Μπήτνικς κλπ): κινήματα που ξεκινούσαν προς την κατάκτηση κάποιου ήδη ξένου σώματος, που για τους παλιούς δεν υπήρχε, γιατί ζούσαν μέσα του. Εκεί βρίσκεται η αδυναμία όλων των Σχολών για επιτυχία: δεν μπορούμε να κατακτήσουμε κάτι που έχουμε χάσει ανεπανόρθωτα, όπως π.χ., την παιδική μας ηλικία. Η ποίηση για τους αρχαίους ήταν δεδομένη, για μας είναι συνεχώς υπό σύλληψιν.
Δεν είναι λοιπόν, η απουσία “ισχυρού ποιητικού δόγματος”, το κύριο ελάττωμα της σημερινής ποίησης. Και να υπήρχε, δεν θα βοηθούσε σε τίποτα, αφού και η τελευταία απόπειρα εγκαθίδρυσης ποιητικού δόγματος στη χώρα μας, κάτι που επιχείρησε εν τη γενέσει της η μετέπειτα ονομασθείσα “γενιά του εβδομήντα”, κατέληξε σε άνοστο αστείο. Δεν είναι αστείο, ωστόσο, όταν η ίδια γενιά προβάλλει τη γηγενή της αδυναμία στους επόμενους ποιητές, σιχτιρίζοντας τους μόνον και μόνον γιατί δεν συγκροτήθηκαν σε “σώμα”.
Δεν μπορεί να υπάρξει κάποια ιστορία της ποίησης, ακριβώς γιατί δεν ισχύει η χρονική διαδοχή, η αλληλουχία μεταξύ αιτίας κι αποτελέσματος. Κάθε ποιητής, πέρα από τις ημερομηνίες γεννήσεώς του, εγκαθιδρύει τον δικό του απόλυτο ποιητικό χρόνο, που έχει τη δύναμη να καταργεί τον ιστορικό χρόνο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κάποιος αποθανών είναι πολύ πιο προχωρημένος από τον επιζώντα συνάδελφό του. Το παρωχημένο κι ανιστόρητο της επετείου του Κωστή Παλαμά, σκοντάφτει ακριβώς σε αυτή την ποιητική αίσθηση του χρόνου. Τον γιορτάζουμε και του αφιερώνουμε χίλια δυο πονήματα, λες και δεν υπήρξε εν τω μεταξύ ο Καβάφης.
Η απόλυτη ποιητική φυσιογνωμία έχει λοιπόν, τη δυνατότητα να επισκιάζει όχι μόνο όσους της προηγήθηκαν χρονικώς, αλλά και τους μεταγενέστερους. Κάτι ξέρει ο Οδυσσέας Ελύτης, που πασχίζει να καταργήσει το χρόνο στα γραπτά του. Η ποίησή του, θα άξιζε οπωσδήποτε όλα όσα διθυραμβικά της αφιερώνονται, αν δεν είχε να παλέψει με κάτι το αξεπέραστο: το προηγούμενο του Καβάφη. Είναι ακριβώς η αδυναμία συγγραφής μιας ιστορίας της ποιήσεως, αυτή που κάνει να φαντάζουν ψεύτικα τα ποιήματά του. Αρκετά δεινοπάθησε ο άνθρωπος από τους ιστορούντες κριτικούς. Τους κριτικούς που επιμένουν να συζητούν για παραδοσιακό και ελεύθερο στίχο στις ημέρες μας, λες και ο Μπόρχες, για να αναφερθούμε στο παραπάνω παράδειγμα, δεν έθεσε το πρόβλημα σε όλο του το έργο. Οι πρόσφατες συζητήσεις περί μορφής δεν στερούνται σοβαρότητας. Στερούνται λογικής, επιμένοντας να μιλούν για το “ποίημα”, μετά τη συρρίκνωση, όπως είδαμε, του “ποιήματος” σε στίχους.
Πότε γράφτηκε, λοιπόν, το τελευταίο ποίημα; Σε έναν κόσμο, όπου οι λέξεις έπαψαν πια να σημαίνουν αυτό που λένε, και, μέσα στη γενική απουσία νοήματος, πρώτοι οι ποιητές παραδέχθηκαν την ήττα τους. Στις ημέρες μας, εμφανίζονται, λοιπόν, οι πεζογράφοι έτοιμοι να εκμεταλλευθούν το κενό που δημιουργήθηκε από την αποχώρηση των ποιητών, και να πανηγυρίζουν γιατί μόνον ο πεζός λόγος σημαίνει. Σε μια εποχή όπου η γλώσσα έπαψε να σημαίνει αυτά που δηλώνει, στη γενική απουσία νοήματος της επικοινωνίας μας (από τον καθημερινό έως τον πιο επίσημο λόγο), όλα όσα κατέδειξε δηλαδή η ποίηση, είναι ανώφελο να τα αποκρύπτουμε κάτω από χιλιάδες πυκνοτυπωμένες σελίδες. Τυφλωμένη από το οικονομικό της αντίκρισμα, σε έναν κόσμο όπου το χρήμα έχει αντικαταστήσει το οποιοδήποτε παλιότερο νόημα, βλέπουμε την πεζογραφία να κομπάζει γιατί σύρεται τυφλή στον γκρεμό. Αγκιστρωμένη στην ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου νοήματος, εκεί ακριβώς συναπαντά τον τάφο της. Ένας τάφος είναι, που για ταφόπετρα θα έχει την ποίηση.
Αν η ταφόπετρα είναι αυτή που μας κάνει να διακρίνουμε τον τάφο, δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε πως θα εκλείψουν οι εκλεκτοί επιγραμματοποιοί. Μόνον που θα πρέπει να τους αναζητήσουμε ανάμεσα στους διαχειριστές της ήττας μας. Αυτή η διαχείριση, απλή διαχείριση φιλόπονου λογιστή, είναι το μυστικό που προσδίδει μεγαλείο στον Σεφέρη. Κατά έναν άλλον τρόπο, επειδή οι δρόμοι της ποιήσεως είναι άγνωστοι, είναι η επίγνωση της απώλειας του ποιήματος, και η άφατη νοσταλγία του, που καθιστά χαρισματικό τον Νίκο Καρούζο.
Η ποίηση λοιπόν, στις μέρες μας, παραμένει η μοναδική διαχειρίστρια της ήττας μας, μιας ήττας που δεν είναι άλλη από την ήττα του νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Νοσταλγείτε, αγαπητοί μου ποιητές, το “ποίημα” χωρίς να μελαγχολείτε, πέρα από ρεύματα και σχολές, γιατί το τελευταίο ποίημα περιμένει πάντα τον εραστή του: απέριττο και όμορφο σε στίχους.
στις 2/11/2010 9:46 pm
41. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
@40
Γιατί να “ευνουχίζουμε” το ‘ποίημα’ αναζητώντας αναγκαστικά μια προυπάρχουσα ήδη ‘ποίηση’?
Το -όποιο- νόημα προυπάρχει της γραφής, δημιουργείται ταυτόχρονα με αυτήν, εφευρίσκεται μήπως με κάθε ανάγνωση?
Το να συζητάμε για ελεύθερη και δημιουργική ανθρώπινη δραστηριότητα -κάτι που δεν διανοούμαι καν να μην θεωρήσω ως τη βάση και της ποίησης- και ταυτόχρονα να βάζουμε στο παιχνίδι όρους όπως “ήττα” και συνεπακόλουθα “νίκη” δεν αποτελεί αυτόχρημα παραχάραξη κάθε ποιητικής προσπάθειας?
Ο Χάιντεγγερ στο “Είναι και Χρόνος” κάνει λόγο για δύο είδη ”χρονικής” εμπειρίας: α) της γραμμικής, όπου ουσιαστικά υπάρχει μόνο παρόν αποτελούμενο από αδιάστατες (ή μονοδιάστατες) στιγμές και β) της ‘εκστατικής’, όπου ο χρόνος αποτελεί ένα διαρκώς μετατοπιζόμενο σώμα παρελθούσων εμπειριών, ένα παρόν συνεχώς υπό διαμόρφωση και ένα μέλλοντα καταλαμβανόμενο από τον ορίζοντα των προσδοκιών μας. Και όλα αυτά υπό το βάρος της προσωπικής μας ”τελείωσης” με την ύστατη μορφή του θανάτου μας.
Αν μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για τον β΄ τρόπο χρονικής εμπειρίας, τότε αυτομάτως και ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ δεν πορευόμαστε ΠΑΝΤΑ μέσα σε κάποιον χρονικό ορίζοντα?
Ο Ουίτμαν δεν μπορούμε να πούμε πως ‘αναγκαστικά’ δημιούργησε μέσα στον προσωπικά βιωμένο του χρονικό ορίζοντα? Κι αυτός ο ορίζοντας ουσιαστικά δεν μας απαγορεύει να διαπραγματευθούμε το σώμα της ποίησής του υπό αχρονικούς όρους?
στις 2/11/2010 10:18 pm
42. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
“Γιατί να “ευνουχίζουμε” το ‘ποίημα’ αναζητώντας αναγκαστικά μια προυπάρχουσα ήδη ‘ποίηση’?”
γιατί δεν υπάρχει παρθενογένηση, παρά μόνο για τους ατάλαντους!
γιατί υπάρχουν και πρεζάκια που μπορεί να γράψουν 2 στιχάκια, αλλά δεν έχουν συνείδηση που παν και μπλέκουν…
Ο ποιητής (όπως και ο Ουίτμαν πχ) δεν επιλέγει τη γενιά του…απλώς την χρεώνεται! Τί κόστος θα πληρώσει σ΄αυτό και τί θα περισώσει παραμένει άλυτο πρόβλημα της στατιστικής υπηρεσίας…Ο Ουίτμαν ξεπέρασε το χρέος στη γενιά του κι έγινε “αχρονικός” (αφού δεν προτιμάς τη λέξη κλασικός)…το ζητούμενο είναι πως ξεπερνάει κανείς τα χρονικά του όρια…δεν ξέρω…αν έχεις απάντηση πες μου να μάθω κι εγώ…(ο βάζελος:))
στις 2/11/2010 10:34 pm
43. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
Μα ακριβώς εδώ έγκειται η διαφορετική μας άποψη: εάν μπορεί πραγματικά να υπάρξει χρονική υπέρβαση προς το αιώνιο βασίλειο των ιδεών ή αν αναγκαστικά αυτό που ‘είμαστε’ αναγκαστικά φέρει χρονική σφραγίδα.
Επανέλαβα δυο φορές το ”αναγκαστικά” ακριβώς για να ‘δείξω’ προς μια μη υπερβάσιμη -και άρα αναγκαστική- χρονική οριοθέτηση του όπου ποιητικού έργου.
Ακόμη και δυο γραμμές γνήσιας ποιητικής έμπνευσης δεν είναι κάτι από μόνο του ‘μαγικό’?
(Ως ‘γαύρος’ ρωτάω…:) )
στις 2/11/2010 10:43 pm
44. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
“αναγκαστικά”, ”αναγκαστικά”,
ακριβώς εδώ έγκειται η κοινή μας άποψη:
πληρώνεις αναγκαστικά στην εποχή σου έτσι κι αλλιώς…
από κει και πέρα τι γίνεται μάλλον πρέπει να μας το πει κάποιος…εκτός κέντρου!
Όχι, Γιώργο, το να γράψεις 2 στιχάκια που θα εντυπωσιάσουν την αρραβωνιαστικιά σου δεν σημαίνει τίποτα…
Ό,τι γράφεις πρέπει να γράφει σ’ έναν ευρύτερο (να μην πω παγκόσμιο) ορίζοντα…τον ορίζοντα της Ποιητικής Τέχνης, διαφορετικά γίνεσαι κοντοπίθαρος και δύστιχος φθηνός και φαλακρός πίθηκος!!!
στις 2/11/2010 10:53 pm
45. Απάντηση από Γιώργος Μίχος
Αυτή τη φορά, δεν πρόκειται να λυπηθώ για τον εξευτελισμό μερικών…
Έχω πιάσει εξώστη και με φίλους απολαμβάνουμε κωμωδίες του τύπου: Ανακάλυψα την πυρίτιδα!!! Γιατί το καλοκαίρι αργεί και δεν ξέρουμε αν θα έχει και Βάτραχους του Αριστοφάνη…)
Μερικόί συγχέουν την αναζήτηση φτηνού κόνσεπτ μετάφρασης με τον κακής ποιότητας καθρέφτη τους που τους στέλνει περιέργες πόζες…:)
Πιο ενδιαφέρον έχουν οι παρασυρόμενοι… άλλο γέλιο αυτοί…:)
Ο περιπλανώμενος απατεώνας με το ελιξίριο δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν και η μεταφυσική μεγαλοστομία των διανοουμένων της Αμερικής, συνηθως χωρίς κοινό, είναι πολύ γνωστό φαινόμενο ακόμα και από το Λούκυ Λουκ…:)
Η πίσσα και τα πούπουλα ακολουθούν…:)
Όπως λέγαμε παλιά: Για Αμερικανάκια μας περνἀς…:)
στις 2/11/2010 11:00 pm
46. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
Σωτήρη ο Βιζυηνός -κατά γενική ομολογία αλλά και κατά την προσωπική μου ταπεινή άποψη- δεν υπήρξε ιδιοφυής ποιητής. Υπήρξε ίσως ο ιδιοφυέστερος διηγηματογράφος της γενιάς του.(Αν και κάποιος μπορεί να αντιτάξει το επιχείρημα πως αυτά που θεωρούμε διηγήματά του στην ουσία είναι από τα ομορφότερα ποιήματα).
Το “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου’ αρκεί για μένα να τον κατατάξει στους μεγαλύτερους ποιητές της γενιάς του…
Αλλά το κλείνω εδώ με την υπόσχεση-απειλή να επανέλθω πιο συγκροτημένα με-τρομάρα μου- δοκίμιο…
ΥΓ
Μίχος!
Προσκυνάω…
στις 2/11/2010 11:11 pm
47. Απάντηση από Σωτήρης Παστάκας
http://www.youtube.com/watch?v=kvMFsyYV8Xw
καληνύχτα!
στις 2/11/2010 11:22 pm
48. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
http://www.youtube.com/watch?v=9BfxfzFRq20
καλό βράδυ!
στις 2/11/2010 11:31 pm
49. Απάντηση από Kώστας Παπαθανασίου
Στον πρόλογο στο “Τραγούδι του εαυτού μου” διαβάζω το εξής:
….
Mόνο ο Έμερσον, που αγωνίζεται για την αμερικάνικη πνευματική αυτονομία και ανεξαρτησία από την ευρωπαική λογοτεχνία, διαβάζοντάς το (τα φύλλα της χλόης), του γράφει: Tρίβω τα μάτια μου, για να βεβαιωθώ πως αυτή η μεγάλη ηλιακή αχτίνα σας, δεν είναι απάτη, και διακηρύσσει: Oι Αμερικάνοι που σπουδάζουν στην Ευρώπη μπορούν να γυρίσουν. Εγεννήθη ημίν ποιητής!
Έκδηλη η αγωνία για ίδρυση κουλτούρας.
Το ίδιο και στη μουσική. Πάει ο Γκέρσουιν στο Ραβέλ να γίνει μαθητής του κι ο Ραβέλ του λέει -όπως είσαι πίσω. Θα καταλήξεις να συνθέτεις κακό Ραβέλ. Παίξε με ότι έχεις. Κι έτσι ο Γκέρσουιν συνέχισε να ανακατεύει τη τζαζ στην κλασική και παρέμεινε Γκέρσουιν.
Βέβαια η εκδίκηση κρύο πιάτο. Η “δανεική” κουλτούρα μας ήρθε πίσω μεταλλαγμένη και μας άλλαξε τα Φώτα.
στις 2/11/2010 11:39 pm
50. Απάντηση από Δημήτριoς Μουζάκης
Aφού μιλάμε επιστημονικά, λέω να αλλάξω το παράδειγμα, ενθυμούμενος τον Τόμας Κουν.
Η γραφή είναι ένας φαινότυπος. Πώς προκύπτει ο φαινότυπος αυτός; Εξ αλληλεπιδράσεως του γονοτύπου (γονιδιακή ιδιοσυστασία) και του περιβάλλοντος (περιβάλλον είναι από τη μουσική που άκουγες στη μήτρα της μητρός σου έως τους ποιητές που έτυχε να πληροφορηθείς μες στις ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του μικρο- και μακρο- περίγυρού σου). Και να-για να θυμηθώ τον Ελύτη-η γραφή, έκφραση της όποιας κλίσης και της όποιας συγκυρίας μέσα από το άτομο.
Διατηρώντας την πληθυσμιακή ακεραιότητα του συνόλου των ποιημάτων που γράφτηκαν (και συνεχίζουν να γράφονται) κατά την ανθρώπινη παρουσία επί γης, οι αξιολογικές διαστάσεις που λαμβάνει μια συγκεκριμένη γραφή σε συγκεκριμένους πληθυσμούς κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες γίνεται ζήτημα πολυπαραγοντικό: πού βρίσκεται ταξικά ο πληθυσμός αυτός, ποιο το μέγεθός του, ποιο το κύρος αξιολόγησής του στην ευρύτερη κοινωνία κ.λ.π.
Όσοι πιστεύουν ότι στο “κλασικό” μονιμοποιείται (βαλσαμώνεται, φεγγοβολά εσαεί, απορροφάται ωσμωτικά) αποκλειστικά και μόνον η ανυπέρβλητη αξία ενώ έξω από αυτό απομένει το κατακάθι, είναι, νομίζω, χρήσιμο να εντάξουν στη συλλογιστική τους τα εξής ενδεικτικά φαινόμενα: α) Την επίδραση του Παλαμά στο “classical status” της ποίησης του Κάλβου β) Τι σημαίνει το όνομα “Λευκάδιος Χερν” μέσα στην Ελλάδα και τι σημαίνει έξω από την Ελλάδα γ) Τι σημαίνει για τον κόσμο Edgar Allan Poe και τι Διονύσιος Σολωμός δ) Πώς κέρδιζαν το ψωμί τους ο Νερούδα, ο Σεφέρης ή ο Έλιοτ.
Όσοι νομίζουν ότι η Ελλάδα δεν έχει Whitman, ας σκεφτούν ότι ούτε Παπανικολάου έχει, αλλά έχει τεστ Παπ… τι λέτε, δεν αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πόσοι Παπανικολάου δε μετανάστευσαν;
Στην ποίηση δε χρειάζονται καν εξοπλισμένα εργαστήρια και καλά μικροσκόπια. Μολύβι και χαρτάκι. Το ποιος σκίζει σε βιβλιογραφικές παραπομπές στην Ελλάδα του σήμερα δε χρειάζεται να το πω, είναι γνωστό…
στις 2/12/2010 9:42 am