Επειδή στα μικρά αυτά σημειώματα μας παρεμβάλλουμε ενίοτε στίχους πολλούς η και στροφές ολόκληρες, σε βαθμό που να διερωτηθεί ενδεχομένως ο αναγνώστης μήπως χρησιμοποιούμε τον χώρο ώστε να παγιώσουμε έναν κατεστημένο αριθμό ποιητών της αρέσκειας μας η (ακόμη χειρότερα) φιλά κειμένων προς εμάς, θέλω να διευκρινίσω ότι συνήθως περιοριζόμαστε σε δημιουργούς που έχουν είδη πεθάνει, ενώ τις οποίες φορές προσφεύγουμε σε ζώντες, κριτήριο συστέγασης του αποτελεί εκτός από την ποιότητα τους, μόνον η περιστασιακή κοινότητα των στίχων τους με το θέμα μας. ( Ο φόβος αυτού άλλωστε του κίνδυνου, είναι ένας από τους τόσους λόγους που με οδήγησαν στην απόφαση να «απαρνηθώ»- άμα τη δημοσιεύσει τριών ευλιμένων ήδη υποχρεώσεων μου σε περιοδικά- και την ενασχόληση μου στο εξής με κάθε μορφή βιβλιοπαρουσιασης, εργοπαρουσιασης η βιβλιοκρισίας εν γενεί, εκτός ειδικών βέβαια περιπτώσεων).
Αλλά καλύτερα, ας περάσουμε στο θέμα μας, του οποίου το έναυσμα επιλογής, μου το έδωσε η προ ολίγων ημερών επαφή μου με μια πλειάδα ποιημάτων, που πραγματευόταν το φαινόμενο του θανάτου. Και είναι αλήθεια πως βρέθηκα μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη, όταν συνειδητοποίησα ότι η αντιμετώπιση του θέματος αυτού ποίκιλλε από άτομο σε άτομο και από περίπτωση σε περίπτωση.
Ας παρακολουθήσουμε, επί παραδείγματι, πως το πλησίαζε με την χαρακτηριστικοί εκείνη όσο και ανεξάντλητη μέσα στο λυρισμό της γήινη αισιοδοξία του, ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο ποίημα του «Το ξεσφραγισμα των πραγμάτων»: «Χώμα και φως και, Κύριε, χώμα φως σφραγισμένο\ που μέσα σου το άσπρο κερί μάλαξες της αγάπης /να γίνω λαμπάδες γη πατρική μου, νησε / των ουρανών που με μετέφερες / ατού σύμπαντος τη μουσική αρχιτεκτονική, / που σε όλες με περπάτησες τις οδούς του ήλιου, / μη με αφήνεις να φύγω! Μπέρδεψε μου τα ποδιά / με της ρίζες των λουλουδιών σου και μπέρδεψε μου τα μαλλιά / με τους κλώνους των θάμνων σου. Μη αφήνεις να φύγω!!»
Αντίθετα ο ¶θως Δημουλας εισάγοντας μας σε ένα άλλο κλίμα, στο κλίμα εκείνο δηλαδή της προφυλαγμένης από ένα τάχα εύθραυστο πλην όμως απροσπέλαστο από τον καθένα κέλυφος ποίησης του, υποστηρίζει: «ατού ζόφου το Βασίλειο, όπου/ έφθασες σφίγγοντας νόμισμα στα χείλη/ - πάντα πληρώνεις-, μην εκπλαγείς ψυχές/ που δεν υπάρχουν. Ούτε και στον απάνω Κόσμο/ τις συνάντησες, ούτε κι εδώ το τίποτα είναι / οι ψυχές».
Ο Νίκος Εγγονόπουλος ακόμη, μέσα από μια δήθεν φιλοπαίγμονα διάθεση, μια «αφέλεια»η μια «λογιοσύνη» η οποία προσπαθεί να μας πείσει ότι «κρατάει τις αποστάσεις», έρχεται και αυτός κοντά μας, από άλλο όμως, αντίπερα δρόμο: «ΓιΆ αυτόν το σκοπό όλη μας τη ζωή/ χωρίς φειδώ/ την κατασπαταλήσαμε/ με πάθος/ γράφει στο ποίημα του «Εις Γρηγοριον Πατσικιαν», «δίχως ουδέ στιγμή να πάει ο νους μας/ πως όλες τούτες μας τις κουτές/ τις χειρονομίες/ τα (σκουξίματα)/ σαν όλους – φευ – τους ανθρώπους γύρω μας/ τις κάναμε ασάλευτοι στο χείλος/ της μαύρης τρύπας/ - που έχασκε στα ποδιά μας από τη πρώτη μέρα που είδαμε το φως – /της μαύρης τρύπας – λέω-/ του τάφου μας/ Γρηγόρη».
Αλλά και ο Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος (φανερά) προσεγγίζοντας το γεγονός, από την εποχή του «Ημερολόγιου ενός Αθέατου Απριλίου» του 1984, με καταπληκτικό εκείνο «- Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα./ - Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα», στο ποίημα «LA PΑLLΙDΑ MORTE» της κορυφαίας όσο και καθοριστικής για το έργο της συλλογής «Τα ελεγεία της Οξωπετρας» του 1992, θα καταλήξει, γράφοντας: «¶οσμος και όμως πιάνεται/ όπως ο ανθός από τα ρουθούνια/ Ο θάνατος. Μεσολαβούνε κτήρια σιωπηλά, τετράγωνα/ Με απέραντους διαδρόμους αλλΆ επίμονα/ η οσμή περνά πτυχές από λευκά σεντόνια η βυσσινιά/ Παραπετάσματα σΆ όλου του δωματίου το μακρός/ Κάποτε μια ξαφνική αντανάκλαση Φώτος/ ύστερα πάλι μόνον οι τροχοί από τΆ αμαξιδια / και η παλιά λιθογραφία με την εικόνα / του ευαγγελισμού όπως φαίνετε μέσα από τον καθρέφτη/ οπόταν, με το χέρι απλωμένο Εκείνος / που όπως Αγγελή σιωπά, όπως μοιράζει παίρνει / χλομός και με ύφος ένοχο (σαν να μην ήθελε αλλά πρέπει) / πιάνει και σβήνει ένα τα ερυθρά / αιμοσφαίρια μέσα μου».
Βρέθηκα μπροστά σε μια πολύ μεγάλη έκπληξη, λοιπόν, όταν συνειδητοποίησα ότι το θέμα του θανάτου αντιμετωπιζόταν διαφορετικά από ποιητή σε ποιητή. Και δεν έχω σκοπό εδώ άλλο να σας κουράσω, μια και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα αλλιώς αφού ο καθένας κουβαλά μόνος του και για δικό του λογαριασμό αυτό το δυσβάσταχτο φορτίο. Αυτό το φορτίο που όταν το αφήσουμε , θα είναι η ώρα που θα μας βρουν να έχουμε «δραπέτευση» πια, άψυχους, στη γωνία του κρεβατιού. Ο ήλιος θα μπαίνει γλυκά , σιγανά από το παράθυρο, υποσχόμενος την πανέμορφη εκείνη ελπιδοφόρο παρηγοριά του για μια νέα αρχή στους εναπομείναντες , ενώ εμείς θα έχουμε ευτυχώς ήδη προλάβει, σε εκείνο εκεί το δευτερόλεπτο της «μετάβασης» να κλάψουμε, να κλάψουμε γοερά μα τόσο γοερά μια και η μοναξιά δεν είναι παρά ένα φίδι ύπουλο του σπιτιού , όπου δαγκώνει από την γέννηση του πάντα τον πιο εύρωστο του κόσμου αυτού καρπό, ενώ η ζωή ένα παλτό αλλού, που μας φόρεσαν αλόγιστα μέσα στη φούρια για να γλιτώσουμε κάποτε από την βροχή.















1. Απάντηση από Καρίν
Η δική μου έκπληξη θα ήταν αν όλοι οι ποιητές αντιμετώπιζαν το θέμα του θανάτου με τον ίδιο τρόπο. Δεν είμαι σίγουρη τι προσπαθεί να επιδείξει η σημερινή ανάρτηση, το θέμα του θανάτου στην ποίηση όσο και στην τέχνη είναι τόσο μεγάλο που έχω την αίσθηση πως η σημερινή ανάρτηση ούτε καν το προσεγγίζει. Και αδυνατώ να προσλάβω την αισιοδοξία στο απόσπασμα του Βρεττάκου.
στις 11/29/2009 1:46 am
2. Απάντηση από Γιώργος Πρίμπας
…θα μπορούσε όμως να λειτουργήσει σαν κίνητρο καταγραφής απόψεων.
«Δε φοβάμαι το θάνατο», έλεγε ένα πολύ συγγενικό μου πρόσωπο που δε ζει πια. «Είναι για όλους. Το μόνο που θα με στενοχωρούσε θα ήταν να ήξερα ότι θα ήμουν σε αυτούς που θα πέθαιναν ενώ κάποιοι όχι».
«¶κουσε με θα σου πω ένα μυστικό, μονάχα σε σένα, επειδή σε συμπαθώ. Ο θάνατος έχει ένα και μόνο χάρισμα, που κανείς δεν το ξέρει: Είναι κ α λ ό ς. Τρομερά καλός! Φοβάται τα δάκρυα και τους πόνους. Κάθε που μπορεί, κάθε που η ζωή του το επιτρέπει, τ ε λ ε ι ώ ν ε ι όσο γίνεται πιο γρήγορα… Λύνει, χαλαρώνει, λευτερώνει, ενώ η ζωή επιμένει, παλεύει, γαντζώνεται σαν ζητιάνα, ακόμα κι όταν το παιχνίδι είναι χαμένο, ακόμα κι όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αντέξει άλλο, δεν μπορεί να σαλέψει, δεν είναι παρά ένας σωρός ματωμένες σάρκες! Μονάχα ο θάνατος είναι αληθινός φίλος!»
[από το θεατρικό έργο «Ευρυδίκη» του Ζαν Ανουίγ]
«Εκείνα δε από τα οποία προέρχεται η γένεσις των όντων, υφίστανται επίσης και την φθοράν, όπως αρμόζει. Διότι τα όντα πληρώνουν προς άλληλα την ποινήν και την επανόρθωσιν της αδικίας των κατά την τάξιν του χρόνου» [Αναξίμανδρος]. Από το «Η γέννηση της Φιλοσοφίας (στα χρόνια της Ελληνικής Τραγωδίας)» του Fr. Nietzsche.
ΥΓ. Ένα θέμα που με προβληματίζει είναι σε ποιον ανήκει η ζωή του επιμέρους όντος; Δεν υπονοώ ελευθερία. Δεν υπάρχει. Εννοώ αυτοδιάθεση. Και αυτοδιάθεση σημαίνει ότι είμαι σε θέση (έχω συνείδηση) να αποφασίσω. Και αν μου ανήκει, γιατί να μη μπορώ αυτόβουλα να χτυπήσω το κουδούνι του χάρου μπρος σε μια απόλυτη βεβαιότητα επώδυνου τέλους;
στις 11/29/2009 10:54 am
3. Απάντηση από Γιώργος Μίχος
Υπάρχουν δύο διακριτά πράγματα. Αλλιώς γράφουμε για το θάνατο γενικά, κι αλλιώς όταν η ζωή μας προόρισε για μιαν ασθένεια προς θάνατο.
Αλλιώς σε πρώτο πρόσωπο Μάριος Χάκας Το Κοινόβιο, αλλιώς σε δεύτερο Αν Φιλίπ όσο κρατάει ένας στεναγμός.
Ο Στρατής Ζαχαριάδης έγραψε εκείνο το Μοναχικό Ποδήλατο στο Χάμερσμιθ.
Ο Ρίλκε στο Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε τον παρουσιάζει σαν κατόρθωμα και σαν προσωπικό επίτευγμα…
Ποιό θάνατο; Το θάνατο των γιατρών; Το “έφυγε” των δημοσιογράφων;
Ή το θάνατο του Ιβάν Ίλιτς που ανακαλύτει τη διαφορά του ο Πέτρος είναι θνητός από το εγώ πεθαίνω;
Ένας ορισμός που με αρέσει είναι πως ο πολιτισμός μας είναι μια τεράστια βιομηχανία λήθης του θανάτου και άρρα ο θάνατος είναι στο κέντρο ως το κατ’ εξοχήν απωθημένο…
Τα τελευταία χρόνια η μικρή μας κοινωνία, έχει γεμίσει αθανάτους… νέους ποιητές ετών εξήντα και κάτι, λαοπρόβλητους ηγέτες με τις χούφτες τα αντικαταθλιπτικά όταν τους διέγνωσαν ασθένεια προς θάνατο… γκαζωμένους νεαρούς που σκάνε σε μπαρες σαν τις μήγες το Σαβατοκύριακο, φοβισμένους αυτοκινητιστές στα φανάρια τις Δευτέρες δίπλα στις νεκροφόρες…
Εδώ το σημαντικό είναι η σκηνοθεσία της αποδοχής του θανάτου που καταθέτει προσωπικά ο Μαρκόπουλος και που μοιάζει με πρωίνό αρρώστιας με ήλιο που δεν πήγαμε στο σχολείο.
Γιώργο Μαρκόπουλε, από εδώ και δημόσια, τη ευγνωμοσύνη μου. Για όσα αγάπησα από τα ποιήματά σου, για όσες κακοτοπιές με προειδοποίησες, για το γεγονός ότι έχουμε ακόμα μιαν αγάπη γεμάτη ποιήματα και όχι συμπεριοφορές λογοτεχνίας… Για το Γιάννη Λεοντακιανάκο, για το παιδί που δεν ακολούθησε την μπάντα, για όλα… Ωραία μας στάθηκε ο χρόνος Γιώργο…
στις 11/29/2009 1:10 pm
4. Απάντηση από Γιάννης Σκληβανιώτης
Θα ήθελα πάνω σ’ αυτό το πραγματικά εύστοχο και καίριο κείμενο του ποιητή κ. Μαρκόπουλου να μιλήσω, όχι βέβαια με τη βαρύτητα και την εμβέλεια των ποιητών που επικαλείται στίχους τους, αλλά με τη συγκινηση ενός αναγνώστη - ποιητή, και θα μου επιτραπεί να το κάνω με ποιητικό λόγο και μάλιστα με παραδοσιακό.
Κοίτα χάραμα νάναι σα ρθει για κει η ώρα που θα κινήσεις
Το ζο μη ζαλώσεις με πραμάτεια,
μήδε χάμουρα πλουμιά
μήδε γκέμια με χάντρες για τα κακά τα μάτια.
Μόνο γυμνός σαν τότε πούρθες, στη ράχη πήδα
- μη αντεριέσαι, αντρίκια ειν’ τα δέντρα χωρίς φύλλα το χειμώνα -
σφίξ’ τα κανιά στου μαύρου τα παϊδια, αγκάλιασε σφιχτά το σβέρκο του κι αμόλα.
Σε κοιμησμένες πολιτείες, με κόκαλα σπαρμένα σε μπαϊρια,
σε νερομάνες στέρφες με μαρμαρωμένα ξωτικά,
σε σχολασμένα πανηγύρια,
θ’ ακούγεται το πέταλο σ’ αποσταμένα γκαλντερίμια.
Κι ως έρθει το γέρμα χωρίς ταχιά
κι ιδρός σα στάξει στο φαρί, στη μαύρη τρίχα,
στου Μαυροπόταμου το έμπα μη ξεχνιέσαι.
Γρίκα της βάβως το νανάρισμα στιγμή στερνή,
του Πετρολούκα τ’ αρμυρό το μοιρολόι
και διάτα δώσε Συ σ’αυτόν, το ξύλο αργά να λάμνει,
για το κάτω τ’ αχολόι
στις 11/29/2009 1:59 pm
5. Απάντηση από Παναγιώτης
@2 (σχόλιο στην ερώτηση του ΥΓ): Ποιος σας εμποδίζει, κύριε Πρίμπα;
στις 11/29/2009 9:58 pm
6. Απάντηση από Γιώργος Πρίμπας
Ο τρόπος που τέθηκε η ερώτηση προϋποθέτει ότι εκτός από τη βούληση έχω και την ικανότητα. Σε αυτή την περίπτωση η απάντηση είναι μονόδρομος.
Η, ήδη χθεσινή ανάρτηση, που διευρύνθηκε εύστοχα από τον κ. Μίχο, θα μπορούσε να προκαλέσει μια εκτεταμένη συζήτηση η οποία εκ των πραγμάτων θα έμπαινε βαθιά σε ένα σημαντικό ερώτημα της φιλοσοφίας (κυρίως), το θάνατο.
Αυτό που με προβληματίζει δεν είναι το τι θα έκανα, αν πέρναγε από το χέρι μου να επηρεάσω την απόφασή του, μπροστά σε κάποιον που βιώνει μια έντονη ερωτική απογοήτευση, αλλά η κοινωνική υποκρισία μπροστά στο θέμα της εθελούσιας εξόδου από τη ζωή.
Για παράδειγμα, προσωπικά, στις γυναίκες που χόρευαν το χορό του Ζαλόγγου και σε κάποιον καταδικασμένο σε πλήρη αδυναμία επικοινωνίας με το σώμα του και που εκλιπαρεί να τον «απαλλάξουν», βλέπω την ίδια βούληση. Να επιλέγουν το τέλος μπροστά σε μια ζωή αβίωτη.
Στην πρώτη περίπτωση στήνονται μνημεία και γράφονται ύμνοι και στη δεύτερη ακούμε ότι η ζωή είναι δώρο, δε μας ανήκει κλπ, κλπ, κλπ…
Ουσιαστικά η κοινωνία έρχεται και νομιμοποιεί, ηθικά, την αυτοχειρία στο όνομα της εθνικής ή της θρησκευτικής ταυτότητας και την ίδια στιγμή να την πολεμά με λύσσα στο όνομα της προσωπικής αξιοπρέπειας.
στις 11/30/2009 12:30 am
7. Απάντηση από Τάνάσής.α.
Τιμούν την αυτοθυσία επειδή συμφέρει κάποιους.
Η αυτοκτονία ”συμφέρει” μόνο το υποκείμενο.
Η κοινωνία που λέτε
είναι οι άνθρωποι που ορίζουν τις ζωές μας
και μας κάνουν να θυσιαζόμαστε γι’αυτούς
και να το απολαμβάνουμε!
στις 11/30/2009 1:21 am
8. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
Αυτό-θυσία, Αυτό-κτονία.
Πόσοι όμως από τους ανθρώπους έχουν κατακτήσει το δικαίωμα της Αυτό-βουλης ύπαρξης?
Το δύσκολο δεν είναι ο θάνατος, το δύσκολο είναι η ζωή. Η προσωπική επιλογή του τρόπου θανάτου ανήκει στη ζωή…
Με τα παραπάνω ΔΕΝ υπερασπίζομαι την αυτοκτονία, τα αυτονόητα σημειώνω…
στις 11/30/2009 2:27 am
9. Απάντηση από Γιώργος Πατιός
Αυτό-νόητα…
στις 11/30/2009 2:29 am
10. Απάντηση από ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΟΥΣΗΣ
Όλα γνωστά κύριε Μαρκόπουλε και ιδιαίτερα τα των ποιητών που αναφέρετε. Μονάχα πιστεύω πως σας διέφυγε το μικρό εκείνο κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη, που… πλέει μεσ’ το (δηλαδή μεστό) “Μικρό Ναυτίλο”.
Καλό σας μεσημέρι
Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία-Κύπρος
στις 11/30/2009 1:00 pm
11. Απάντηση από ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΟΥΣΗΣ
Καλημέρα σας και καλό μήνα,
Επανέρχομαι με το μικρό κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη… έτσι διότι η εικόνα που συνοδεύει τo κείμενο του κύριου Γιώργου Μαρκόπουλου (Bella Morte Flag)… με έκανε να καγχάσω.
ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ [XV-XXI]
XVIII
ΑΠΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ μου γεμίσανε το κεφάλι με την εικόνα ενός θανάτου κουκουλωμένου στα μαύρα, που κρατά τη ζωή σαν φάκα και μας την προτείνει ανοιχτή, με το δόλωμα της ηδονής στη μέση. Αφήστε με να γελάσω. Κάτι άλλο έλεγε κείνος που μασούσε τη δάφνη. Και δεν είναι τυχαίο που γυρίζουμε όλοι μας γύρω απ’ τον ήλιο.
Το σώμα ξέρει.
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1970-1974), ΙΚΑΡΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1985, Β΄ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΡΤΙΟΣ 1986, ΣΕΛ. 86
Για την αντιγραφή
Κώστας Ρεούσης
Λευκωσία-Κύπρος
!*!
στις 12/1/2009 10:49 am
12. Απάντηση από περιηγητής
http://www.youtube.com/watch?v=Cchf2QH63bI
στις 12/1/2009 8:01 pm
13. Απάντηση από Lonely Writer
I’d like to give the readers of this nice blog something touching from my country too. Please check this video, maybe you will find it inspiring, while speaking about poetry and death:
http://www.youtube.com/watch?v=zUAmi6WIfuU
It is a video of Jean Sibelius’ “Tuonelan joutsen”, which has its base in finnish national epic, Kalevala, of course. If you are thinking the mythical river of Hades - or thinking Lethe - from your own mythology, you will probably easily reach the atmosphere of river Tuonela and its mythical swan of death. If this music wont touch your soul in any level, then we must admit that we’re totally different race, although we’re members in the same European Union! :D
στις 12/1/2009 9:05 pm
14. Απάντηση από evecos
Προς Γ. Μίχο: Ο Μάριος Χάκκας έγραψε το κοινόβιο….
στις 12/13/2009 12:37 pm