Ξαπλωμένοι είχαν έναν λευκό ουρανό με σανίδες από πάνω τους. Το φωτιστικό δεν θα ‘ταν φτιαγμένο μετά το 1900. Η λεπτή αλυσίδα που το συγκρατούσε ήταν στην κορυφή της γεμάτη εντομικά περιττώματα ή έτσι τουλάχιστον φαινόταν. Οι μύγες εκεί πάνω στοιβάζονταν δίχως να γνωρίζει κανείς το γιατί, με μανία. Απέναντι απ’ το κρεβάτι μία φαντεζί αφίσα με τον Κρίσνα. Οι τοίχοι δεκάδες φορές επισκευασμένοι· σαν έσβηνε το φωτιστικό, το λιγοστό φως που έμπαινε από το πλακόστρωτο κάτω στο δρόμο αναδείκνυε τις επιδιορθώσεις του τοίχου που πάνω από το προσκέφαλό του έφερναν στον χάρτη της υφηλίου· έλειπε η Αφρική μονάχα. Από την Αφρική όμως είχαν αριβάρει σε τούτο το μέρος. Το πλοίο που τους είχε φέρει σφύριζε τώρα την αναχώρησή του. Είχαν φτάσει εδώ και μία ώρα, το πλοίο θα γυρνούσε ξανά πίσω στην Αραβία, κι από ‘κει θα κατέληγε στις ακτές της ανατολικής Αφρικής. Ο αέρας φυσούσε δυνατά, οι φωνές στο λιμάνι σχεδόν δεν ακούγονταν. Το φεγγάρι ήταν ακριβώς μισό και θαμπό, σχεδόν αιωρούταν πάνω από τον ορίζοντα της θάλασσας. Πλάι στο κύμα τα σπίτια ήταν σαν μια λιγδερή ξύλινη Βενετία που έσταζε περιττώματα. Τα φώτα λιγοστά. Στάθηκε στο παράθυρο και αναζήτησε το πιο καλοφτιαγμένο σημείο της συνολικής εικόνας. Ήταν η γυρτή προκυμαία με τα μπλε λαδί κύματα. Εκείνη είχε πέσει στο κρεβάτι μπρούμυτα, ανάσαινε βαριά και είχε αποκοιμηθεί με τα ρούχα. Πλησίασε, της έβγαλε τα ρούχα που μύριζαν αλμύρα και την γύρισε ανάσκελα. Έριξε πάνω της λίγες σταγόνες νερό από την εμαγιέ κανάτα για να δροσιστεί με τον αέρα του ανεμιστήρα. Εκείνη κουλουριάστηκε λες και έκανε κρύο, γύρισε το κεφάλι της και βυθίστηκε στον ύπνο. Από κάτω κάμποσα μέτρα πιο πέρα από το παράθυρό τους δύο άνθρωποι συζητούσαν επίμονα· δεν μπορούσε να τους διακρίνει καθαρά μα ήταν οι σκιές τους που έφταναν σχεδόν ως το περβάζι του και ξεχώριζαν απόλυτα. Διαπληκτίζονταν. Μιλούσαν μια δυνατά και μια χαμηλόφωνα. Ο ψηλότερος τράβηξε μαχαίρι και κάρφωσε τον πιο κοντό στη γωνία που σχηματίζει ο ώμος με τον λαιμό. Ο κοντός άνθρωπος σωριάστηκε αστραπιαία. Έκανε πίσω ένα βήμα να κρυφτεί στο σκοτάδι του παράθυρου στο πλάι της κουρτίνας. Ο ψηλότερος άντρας κοιτούσε τριγύρω ατάραχος, έσπρωξε με το πόδι το σώμα του πεσμένου άνδρα και απομακρύνθηκε περπατώντας προς τη συνοικία με τα κλειστά ναυτιλιακά πρακτορεία και τα μικρούς οίκους ανοχής που λειτουργούσαν μόνο με ανήλικα κορίτσια. «Διψάω» φώναξε εκείνη απότομα, σχεδόν τρομάζοντας τον ενώ στεκόταν ήρεμος και σχεδόν εκστατικός με το γεγονός που είχε μόλις διαδραματιστεί μπροστά στα δικά του μάτια. «Είμαι πολύ τυχερός» γύρισε και της είπε με σοβαρότητα, «μόλις είδα να σκοτώνουν έναν άνδρα», «μπορείς να φέρεις κανένα αναψυκτικό από το κιόσκι δίπλα στο τελωνείο;», «εντάξει» της είπε. Πήρε μαζί του αναπτήρα και τσιγάρα και σχεδόν όλα τους τα λεφτά έκλεισε την πόρτα πίσω του και βγήκε στο δρόμο βαδίζοντας κάπως προσεκτικά γιατί οι πλάκες γλιστρούσαν από την υγρασία. Πίστευε πως θα είχε την ευκαιρία να ακολουθήσει τον ψηλό άνδρα μέσα στα σοκάκια, ίσως να κατάφερνε να δει ποιος ήταν. Πέρασε μπροστά από το κιόσκι δίχως να ρίξει μία ματιά και κατευθύνθηκε σε ένα δρόμο που επέλεξε εντελώς τυχαία. Ο αέρας πια δεν φυσούσε και δεν ακούγονταν πουθενά βήματα. Όλες σχεδόν οι πόρτες και παράθυρα ήταν λόγω της ζέστης μισάνοιχτα μα δεν υπήρχαν ανοιχτά φώτα μήτε ψίθυροι μήτε τίποτα. Άνοιξε το βήμα του περισσότερο, μα ήταν άδικος κόπος - έφτασε στα όρια της συνοικίας του λιμανιού δίχως αποτέλεσμα. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και κάθισε σ’ ένα πλατύσκαλο να καπνίσει ένα τσιγάρο και να σκουπίσει στο πρόσωπό του τον ιδρώτα. Κάποιος από ψηλά άδειασε ένα τασάκι στο δρόμο σκορπίζοντας στάχτες και γόπες από τσιγάρα. Έγειρε πίσω στην είσοδο της πόρτας και άκουσε ένα ζευγάρι που έκανε έρωτα. Η γυναίκα ακουγόταν να συμμετείχε απρόθυμα, ο άνδρας όμως τα έδινε όλα. Ο γδούπος που έκανε η πλάτη του πέφτοντας άγαρμπα πάνω στην πόρτα τους έκανε να σταματήσουν και να μείνουν σιωπηλοί για λίγα δευτερόλεπτα. Σηκώθηκε και πήρε το δρόμο της σύντομης επιστροφής για το κιόσκι, που έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα στο λιμάνι, και για το δωμάτιο που είχαν νοικιάσει για δώδεκα μέρες, περιμένοντας ένα δέμα με ρούχα και διάφορα άλλα χρήσιμα πράγματα που θα έφταναν στην πόλη που βρίσκονταν. Στο ουρανό είχε ξαστεριά και το φεγγάρι είχε περάσει την ευθεία του όρμου με τα χαμηλά ξύλινα σκάφη και είχε ανοίξει πορεία για την άλλη άκρη της χερσονήσου που χανόταν σε μία ρομαντική ατμόσφαιρα γεμάτη αιώρες και φοινικόδεντρα. Αγόρασε δύο αναψυκτικά και δύο μικρά πλακέ μπουκάλια με ουίσκι, τσιγάρα και ένα σετ με κολόνια, μαντήλι και χτένα. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο παρατήρησε πως τα φώτα στο δωμάτιό τους ήταν ανοιχτά. Η κουρτίνα στο παράθυρο τους ανέμιζε στον αέρα με μαστοριά χορεύτριας. Μπήκε, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε τη γυναίκα του γυμνή κάθιδρη και χαμογελαστή να χορεύει ολομόναχη γύρω από το τραπέζι. «Ανακάλυψα ένα ραδιοκασετόφωνο κάτω από το κρεβάτι» του είπε δείχνοντας την ευχαρίστηση της που μπόρεσε να χορέψει και να ακούσει δυτική μουσική μετά από έντεκα μήνες που γυρνούσαν τον κόσμο (συγκεκριμένα το νότιο ημισφαίριο) και δεν είχαν σχεδόν καθόλου γλεντήσει. Εκείνος την αγκάλιασε δείχνοντάς της την λατρεία που της είχε, της άνοιξε ένα αναψυκτικό και της το προσέφερε. Εκείνη χόρευε ασταμάτητα κι εκείνος την παρατηρούσε ευτυχής καπνίζοντας και πίνοντας κουνώντας το δεξί του πόδι ελαφρά στον ρυθμό της αστείας μουσικής. Μετά από λίγο ακούστηκε ήχος σειρήνας. Χαμήλωσαν τη μουσική, έσβησαν το φως και στάθηκαν ακίνητοι στο σκοτάδι με τα τσιγάρα στο στόμα δίχως να βγάζουν άχνα. Κάποιος είχε ανακαλύψει το πτώμα ενός νεαρού άνδρα που είχαν μαχαιρώσει πριν από λίγη ώρα. Η ζέστη γινόταν ανυπόφορη και οι αστυνομικοί αποκαμωμένοι στέκονταν αμίλητοι ξύνοντας το κεφάλι τους γύρω από το άψυχο κορμί του θύματος. Ο επιθεωρητής βρισκόταν στην άλλη άκρη της χερσονήσου· ήταν καλεσμένος στην γιορτή της μετεγκατάστασης ενός πρέσβη στην περιοχή και δεν θα κατάφερνε να επιστρέψει πριν το ξημέρωμα. Οι δυο τους βγήκαν αγκαλιασμένοι στο παράθυρο - εκείνος φορώντας το αγαπημένο του χακί πουκάμισο γυρισμένο στα μπράτσα, κι εκείνη τυλιγμένη με την κουρτίνα. Οι αστυνομικοί έπρεπε να φυλάνε το πτώμα, να αποκόψουν τον δρόμο από την κυκλοφορία, και να καπνίζουν αμέτρητα τσιγάρα κάνοντας χωρατά και ζητώντας τους ελάχιστα χρήματα για παροχή διευκολύνσεων σχετικά με την αγορά ηρωίνης και την παιδεραστία.Universal Soldier: The Return dvd
ΠΟΙEIN: Ο Έστω-Τόπος για την ποίηση
Η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης «poiein.gr» είναι μια ιστοσελίδα για ποιήματα, ποιητές και ποίηση (ίσως...) από όλο τον κόσμο και για όλο τον κόσμο...(περισσότερα)
Γιάννης Λειβαδάς, Απόσπασμα από το "Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα"
1 σχόλιο »
RSS για τα σχόλια του post. TrackBack URI















1. Απάντηση από Στέλιος
Την έχει πιάσει την ατμόσφαιρα κι αυτό είναι στα συν βεβαίως.
Εκφραστικά κολλάει σε κάμποσα σημεία όμως.
στις 4/24/2009 11:11 pm