ΠΟΙEIN: Ο Έστω-Τόπος για την ποίηση

Η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης «poiein.gr» είναι μια ιστοσελίδα για ποιήματα, ποιητές και ποίηση (ίσως...) από όλο τον κόσμο και για όλο τον κόσμο...(περισσότερα)



Δημήτρης Μουζάκης, η Διακριτική γοητεία των Κριτικών

ΙΟΥΛ 03

Κατηγορία: Ποιητικό Καφενείο, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

sergey-bubka.jpg

Aν παρουσιαζόταν ένας αθλητής με το ύφος επιταχύνσεως του Michael Johnson ή τη χορευτική σάρωση του Muhammad Ali, ουδείς θα ενδιαφερόταν για τη σύμπτωση των τρόπων, όσο, τουλάχιστον, θα ενδιαφερόταν για τη θέση του στην κατάταξη. Αν τα χρυσά μετάλλια και οι παγκόσμιες επιδόσεις επιτυγχάνονταν, ο διάδοχος θα διεκδικούσε επάξια τη θέση του στο πάνθεον των σπουδαίων αθλητών, κι ας θύμιζε άλλες, περασμένες δόξες. Όμως στα ποιητικά δε συγχωρούνται οι ομοιότητες.

Βρισκόμαστε στα 2144. Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Ελλάδας (το Κέντρο, η Έλξη κ.λ.π.) φιλοξενούν απαξάπαντα το ποίημα και την είδηση: βρέθηκε νέο χειρόγραφο ποίημα της Κικής Δημουλά. Γόνος φιλικής οικογένειας της μεγάλης ποιήτριας ανακάλυψε σε μια λησμονημένη οικογενειακή κασέλα μια κιτρινισμένη από την πολυκαιρία σελίδα, και προς έκπληξή της διαπίστωσε ότι περιέχει (από το ίδιο το χέρι της ποιήτριας) ένα άγνωστο ως τώρα ποίημα.

Εδώ. Πάνω στο τζάμι του χνώτου σου
περιφέρω με στΆ αρχικά της ανάμνησης
πώς κοίταξα αγχωμένη στον καθρέφτη
αν ήμουν χτενισμένη όταν με πρόσεξες
ή αν δαγκώνεται η μάνα μου ντροπή.

Εδώ. Κι αν είναι προϋπόθεση
να κοιμηθώ μια μονιμότητα του ύπνου
για να ξυπνήσεις
βαλΆ το καλά στην απουσία σου:
εμένα θάνατος
δε με ξαναπαντρεύει.

Εδώ. Ρούπι δεν το κουνάω
απ’ το παράθυρο.
Δεν αστειεύομαι. Θα Άρθείς.

Oι κριτικοί της εποχής λιβανίζουν με τη ζέση των εγκωμιαστικών τους σχολίων το γραφτό. Και τότε, η ανακαλύψασα Κική Ηδμουλά, αποκαλύπτει τη σκηνοθεσία της: το γραφτό είναι δικό της. Προμηθεύτηκε χαρτί του εικοστού πρώτου αιώνα (αναμφισβήτητο το μύρο του ορυκτέλαιου εντός της κυτταρίνης) και έστρωσε πλαστό ονοματοσέντονο, ίνα αποδείξει πως κακώς ηγνοήθη προκλητικώς επί έτη και έτη από την επίσημη κριτική, καθότι και η ίδια (ως η πλάνη και η βρώση των κριτικών απέδειξε) τυγχάνει ποιήτρια ολκής. Μόλις οι κριτικοί μαθαίνουν την αλήθεια, απαξιώνουν την Ηδμουλά βαναύσως, καίνε τα περιοδικά στο Σύνταγμα και αστεΐζονται σε βάρος της μετά ευφάνταστων μιγμάτων δηλητηρίων.

Η παραπάνω ιστοριούλα, οφείλω να ομολογήσω, δεν είναι δική μου (μόνο το ποίημα είναι δικό μου, το οποίο συναρμολόγησα αφενός για τις ανάγκες του άρθρου, αφετέρου για πλάκα). Ευρίσκεται ελαφρώς παραλλαγμένη στο δοκίμιο Ποίηση και Παραποίηση του Ευάγγελου Παπανούτσου: Η Κική Ηδμουλά είναι ο John Shmarb, το χειρόγραφο δεν περιέχει ποίημα αλλά μια άγνωστη συμφωνία του Brahms- κατά τα λοιπά, ψιλοταΐδια. Ας δούμε, τώρα, πώς αποτιμάται η κατάσταση από τον Παπανούτσο: Το λάθος του [του Shmarb], βαρύ και ανεπανόρθωτο, είναι ότι αντί να αφήσει ελεύθερη την προσωπικότητά του (το αίσθημα, τη φαντασία, το νου του) να εκφραστεί μουσικά με το δικό της τρόπο, και με τη δική της καλλιτεχνική ευθύνη, ο ίδιος την υποδούλωσε στο πνεύμα και στην τεχνική, στην προσωπικότητα ενός άλλου. Και έτσι ακρωτηρίασε το τάλαντό του που, αν το εκτιμούσε και το σεβότανε πραγματικά, αυτό θα τον οδηγούσε όχι στην παραποίηση, αλλά στην αυθεντική, στη γνήσια δημιουργία.

Επί του ζητήματος αυτού, διακατέχομαι εκ νέου από μια σκέψη και μιαν έξαψη, να διατυπώσω ορισμένες αγνοημένες, κατά την άποψή μου, συνιστώσες.

Πόσο εύκολο είναι να μιμηθεί κανείς τα εκφραστικά μέσα των αναγνωρισμένων δημιουργών, παράγοντας έργο που οι επαΐοντες-κριτικοί αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν είναι το τέκνο της ποίησης (και άρα των αναγνωρισμένων δημιουργών) αλλά το τέκνο της παραποίησης (των τυχάρπαστων Shmarbs και Ηδμουλάδων);

Αν στο άνω ερώτημα η απάντηση κείται εγγύτερα στο εύκολο, τότε μήπως η αξία της ποιητικής της Δημουλά, π.χ., δεν έγκειται στο νόημα του ποιήματος (τα γνωστά: η αγωνία του θανάτου, το σχιζοειδές του έρωτος, το σηψαιμικόν του διλήμματος, η ανία της επαναλήψεως, το σφυροκόπημα της απουσίας), αλλά στην ευρεσιτεχνία μιας μανιέρας (επιτυχής αναμόχλευση της σωματοποίησης εννοιών, της αναρχικής χρήσης των μερών του λόγου και της «μικτής» γλώσσας, καθώς λεν οι φιλόλογοι, δηλαδή της χρήσης εκφράσεων της «χυδαιότερης» γλωσσικά καθημερινότητας) που διασφαλίζει τη συγκίνηση του αναγνώστη;

Πώς είναι δυνατόν η αποτίμηση ενός έργου από μέρους του κριτικού (ή και του οιουδήποτε for that matter) να σχετίζεται στο ελάχιστο με τη γνώση του ονόματος του δημιουργού; Είναι δυνατόν ένα έργο να είναι μεγαλειώδες αν και μόνο αν αποδίδεται σε συγκεκριμένο δημιουργό; Είναι δυνατόν η προκαλούμενη ψυχική ανάταση από το ποίημα ή τη μελωδική γραμμή να διαφοροποιείται εκ της γνώσεως του ονόματος του δημιουργού;
Αν η αξία του μεγαλόσχημου ονόματος κείται πολύ πέρα μιας ήσσονος σημασίας μανιέρας (αν δεχθούμε ότι το προβάδισμα της γνήσιας Ποιήσεως δίδει η κατάθεση ψυχής και όχι τα, απαραίτητα μεν, αλλά δευτερευούσης σημασίας ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα, τα οποία καθίστανται, ενδεχομένως, ευκόλως αντικείμενα μιμήσεως), τότε δε θα αναμέναμε και την εύκολη αναγνώριση, από μέρους του επαΐοντος, του προϊόντος της Ποιήσεως από το προϊόν της παραποίησης;

Γνωρίζει κανείς το ακριβές γεωγραφικό μήκος και πλάτος της περιοχής όπου συναντώνται (αλλά δεν επιπροβάλλονται) τα στρατόπεδα της φθηνής απομίμησης και της υγιούς επιρροής;

Ποία η αμαρτία όποιου τέρπεται αδιαφορώντας για την ακολουθηθείσα συνταγή;

Εγώ το παραδέχομαι. Διαβάζω Αλλού αλλού να κοιτάζω και κατάματα να σε βρω και σκέφτομαι «Ελύτης». Όμως δεν είναι δικό του. Είναι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Και δε μου καίγεται καρφί. Την υπόκλιση, βέβαια, τη φυλάγω για τον ίδιο. Γιατί; Όχι γιατί η λατρεία της φύσης και η ελληνοπρέπεια (ούτε καν η μεταφυσική του φωτός) συνιστούν «νέα νοήματα»-αλλά γιατί τη ρημάδα τη μανιέρα, όπως και να το κάνουμε, είναι τραγικά δυσκολότερο να την επινοήσεις από το να την ακολουθήσεις.

10 σχόλια »

  • 1. Απάντηση από Νίκος Ράπτης

    Το δυσκολότερο πράγμα είναι να βρει ο ποιητής τον εαυτό του. Την προσωπική φωνή του. Και σε αυτά περιλαμβάνεται και η μανιέρα. Εκτός και αν κάποτε γεννηθεί ένας Πρωτέας, που ξέρει να μιμείται και ξέρει να ακούει την πολλαπλότητα εαυτών που έχει μέσα του.

    Δεν υπάρχει “αντικειμενική” κριτική τέχνης. Γιατί πάντα η κριτική προυποθέτει ερμηνεία και η ερμηνεία προυποθέτει υποκειμενικότητα/ιστορικότητα. Επίσης, δε μου φαίνεται καθόλου “άδικο” να κρίνει κάποιος ένα ποίημα ή μια ποιητική συλλογή και με βάση το “όνομα”. Γιατί η κριτική ενός έργου τέχνης, εκτός απο την οικειοποίηση και την ερμηνεία που μπορεί να γίνει απο τον αναγνώστη-κριτικό ανεξάρτητα απο το όνομα, οφείλει να το τοποθετήσει και χωροχρονικά ως σημείο εξέλιξης του καλλιτέχνη και της φωνής του και να ενσωματώσει στην κριτική του την όλη πορεία του καλλιτέχνη μέχρι τότε.

    Η καλλιτεχνική πορεία ενός καλλιτέχνη/λογοτέχνη είναι παράλληλη, συναρτάται και εξαρτάται απο τη ζωή του. Όχι σε επιφανειακό επίπεδο αλλά σε ένα βαθύτερο ψυχολογικό επίπεδο. Και κάθε ωραία καλλιτεχνική πορεία είναι “έργο ζωής”.

    Ο κριτικός, κατα τη γνώμη μου, πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι βιογράφος και ιστορικός.

    στις 7/3/2008  10:21 am

  • 2. Απάντηση από kyriaz

    Μπράβο ρε Δημήτρη!Υπέροχο κείμενο!Στ’ αλήθεια το απόλαυσα…

    στις 7/3/2008  11:13 am

  • 3. Απάντηση από Fuji

    Απορροφώντας λέξη προς λέξη και σκέψη προς σκέψη το κείμενο του Δημήτρη Μουζάκη διακατέχομαι από τη ζέση και την έξαψη να χειροκροτήσω κάθε τόπο και τρόπο του λέγειν και του σκέπετεσθαί του.
    Τι να πρωτοεπισημάνω αλήθεια, όταν Λόγος και Ποίηση αξεχώριστα υπηρετούν τον πλέον εύστοχο προβληματισμό περί Τέχνης;
    Να σταθώ στο σαρωτικό συλλογισμό της αφόρμησης του κειμένου, στο έξοχο ποιητικό ηδμουλικό πόνημα ή να αποπειραθώ δειλές απαντήσεις στα ακανθώδη ερωτήματα που τίθενται;
    Νομίζω πως τόσο ο σαρωτικός εναρκτήριος συλλογισμός όσο και το εξαίσιο ποίημα που κατατίθεται εδώ αποτελούν οπλισμό ικανό για να εκφράσω κάποιες πρώτες σκέψεις.
    Ως προς το πρώτο ερώτημα : Από τη στιγμή που κάλλιστα μπορώ να φανταστώ το ηδμουλικό ποίημα να υπογράφεται ως δημουλικό και ταυτόχρονα ως μουζάκειο χωρίς προβληματισμό περί γνησιότητας στη μια ή την άλλη περίπτωση τότε αυτό που αυθόρμητα θα εξετάσω θα είναι το κατά πόσον το καλλιτέχνημα συνεγείρει τον οργανισμό μου. Αν το καταφέρνει, φρονώ πως η εστία του σεισμού μέσα μου εντοπίζεται στην ποιητική Ιδέα που αποτελεί ταυτόχρονα νόημα και μανιέρα.
    Αβίαστη η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
    Είναι καταφανώς θλιβερό ,άδικο και ιδιαίτατα παράλογο να εξαρτάται η αποτίμηση του έργου τέχνης από την ταυτοποίησή του.
    Και η απάντηση στο τρίτο: Από τη στιγμή που κάποιος θα αναλάβει την ευθύνη να μιλήσει περί φθηνής απομίμησης στην τέχνη, θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει και υποδείξει εκ των έσω ( από το έργο τέχνης καθεαυτό ) και όχι εκ των έξω ( από την ταυτότητα του δημιουργού) στοιχεία απομίμησης. Πράγμα ιδαιτέρως δύσκολο και παρακινδυνευμένο όπως προκύπτει από τα παραδείγματα των “Schmarb”-”Hδμουλά”.
    Τελειώνοντας ομολογώ πως τέρπομαι τέρψιν υψηλή και ανυπέρβλητη όταν αλλού κοιτάζοντας βρίσκω κατάματα τη Δημουλά ή την Ηδμουλά . Κι αυτό γιατί αυτό που στην ουσία κατάματα συναντώ είναι η ίδια η Ποίηση.

    Δημήτρη , βαθιά υπόκλιση στο κείμενό σου και πανηγυρικά εύσημα στους αλτικούς ποιητικούς σου τρόπους και λογικούς τόπους.

    στις 7/3/2008  4:21 pm

  • 4. Απάντηση από Ζ. Δ. Αϊναλής

    Κύριε Μουζάκη, ωραίο κείμενο, ειλικρινώς (επιτρέψτε μου να πω, κι ελπίζω να μην με παρεξηγήσετε πάλι, επιτέλους νηφάλιο). Τα παρακάτω είναι κάποιες δικές μου σκόρπιες σκέψεις που, δια της διαδικασίας της ανάδρασης, συστηματοποιήθηκαν από την ανάγνωση του κειμένου σας. Συγχωρείστε μου την κατάχρηση χώρου προκαταβολικά.
    Οφείλω να διευκρινίσω προκαταβολικά – προς αποφυγήν παρεξηγήσεων – ότι όπου χρησιμοποιώ τις έννοιες ποιητής και δημιουργία δεν έχω καμία μεταφυσική ή υπερφυσική διάσταση κατά νου. Έχω, κάθε φορά που μου έχει δοθεί η ευκαιρία, επισημάνει ότι θεωρώ τον ποιητή – τον καλλιτέχνη, ευρύτερα – γέννημα θρέμμα της κοινωνίας του και του καιρού του (ακόμα κι αν, όπως έλεγε ο Kandinsky, η ίδια η κοινωνία δεν συμβαδίζει πάντα ψυχοσυναισθηματικά με τους δημιουργούς της).
    Δεδομένου του γεγονότος ότι ένα έργο τέχνης είναι ταυτόσημο με τη μορφή παρουσίασης του, δικαιούμαστε εύλογα να θεωρήσουμε πως ο ίδιος ο ποιητής είναι τελικά ταυτόσημος με τα εκφραστικά του μέσα. ΚατΆ επέκτασιν, όσο είναι γεγονός ότι για να κρίνουμε ένα ποίημα δεν χρειάζεται – κατΆ ανάγκην – να γνωρίζουμε την ταυτότητα του δημιουργού του, άλλο τόσο είναι γεγονός ότι πολλές φορές, και μάλιστα με χαρακτηριστική ευκολία, μπορούμε να ΅αναγνωρίσουμεΆ τον δημιουργό πίσω από το ποίημα, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων την ταυτότητα του. Κι εκεί ακριβώς έγκειται η λεπτή διαχωριστική γραμμή που κάνει ένα μεγάλο ποιητή να ξεχωρίζει από τις στρατιές των ομοτέχνων του. Διότι ο ποιητής εκείνος που κατορθώνει να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο, την προσωπική αγωνία του, το δικό του όραμα με τα δικά του εκφραστικά μέσα αναμφιβόλως θα διακρίνεται εις τον αιώνα των αιώνων από κείνους που ΅όλοι μαζί κινούν γυρεύοντας την ομοιοκαταληξίαΆ. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο ο Ελύτης μπορεί και είναι ποιητής ενώ η Ηλιοπούλου όχι. Διότι όταν μιμείσαι στείρα και δουλικά – ένεκα υπερβολικού θαυμασμού ή προσωπικής ανικανότητας – τα εκφραστικά μέσα κάποιου άλλου, κατΆ ανάγκην οδηγείσαι και στην μίμηση ενός εσωτερικού κόσμου που δεν είναι ακριβώς δικός σου. Ο ποιητής είναι η γλώσσα του και το ποίημα ο αναστοχασμός επάνω στη γλώσσα σου, στην κληρονομημένη της μορφή και στις δυνατότητες της. Μορφή και περιεχόμενο σε ένα έργο τέχνης είναι αξεδιάλυτα δεμένα μεταξύ τους. Και η αρμονική ισορροπία μεταξύ τους είναι που καθιστά το τελικό αποτέλεσμα αξιόλογο ή όχι. Διότι βέβαια η μηχανική αντανάκλαση ενός αλλότριου ψυχοσυναισθηματικού κόσμου, μηχανική ακριβώς διότι εναπόκειται στη διαδικασία του δανεισμού και της μηχανικής αναπαραγωγής ενός ήδη δημιουργηθέντος από άλλον εκφραστικού τρόπου, δεν επιτυγχάνει ποτέ την απαιτούμενη – και ζητούμενη – από ένα έργο τέχνης συγκίνηση. Αυτό ακριβώς είναι που διακρίνει την ποίηση από την μη-ποίηση, την δημιουργία από την απομίμηση.
    Και βέβαια όσο είναι γεγονός ότι στην τέχνη δεν υφίσταται παρθενογένεση, άλλο τόσο είναι γεγονός ότι ένας ποιητής αναγνωρίζεται ως τέτοιος μόνο στο βαθμό που κατορθώνει να αφομοιώσει και να αναχωνέψει τις ποιητικές του καταβολές δημιουργώντας σταδιακά τη δική του φωνή. Η αναγκαιότητα της αυτοέκφρασης, η προαίρεση της «δικής» δημιουργίας εκκινεί πάντα από την ανάγνωση. Αυτό είναι φυσικό και αυτονόητο. Αν δεν είχαμε διαβάσει στη ζωή μας ούτε ένα στίχο, ουδέποτε θα μας είχε δημιουργηθεί η αναγκαιότητα αυτή να εκφραστούμε κι εμείς με τη σειρά μας δια μέσου της συγκεκριμένης μορφής έκφρασης. Να λάβουμε μέρος σε αυτόν τον αδιάκοπο διάλογο που ξεκίνησε πριν από μας και θα εξακολουθεί να διεξάγεται και μετά από μας. Εκείνο, όμως, που διακρίνει τη μεγάλη τέχνη τελικά, εκείνο που διακρίνει την ποίηση από την μη-ποίηση, δεν είναι η έμμετρη μορφοποίηση ενός περιεχομένου, αλλά ο βαθμός αυτοσυνειδησίας του δημιουργού καθώς και ο βαθμός κατάκτησης των προσωπικών εκφραστικών του μέσων. Από το 1939 και τους Προσανατολισμούς μέχρι το 1959 και το ¶ξιον Εστί μεγάλη είναι η απόσταση που έχει διανυθεί. Από την μεταγραφή στα ελληνικά του Éluard στο γνήσια προσωπικά δημιούργημα του ¶ξιον Εστί η διαφορά είναι τεράστια. Διότι μόνον όταν ένας ποιητής κατορθώσει να επινοήσει, να καταστρώσει επιτέλους τη δική του γλώσσα – μορφή και περιεχόμενο, αξεδιάλυτα δεμένα – θα κατορθώσει να φτάσει σΆ εκείνην την ποθητή ειλικρίνεια: ειλικρίνεια έκφρασης για μιαν ειλικρίνεια βιώματος. Και χρησιμοποιώ συνειδητά τους όρους ειλικρίνεια – έκφραση – βίωμα γιατί αυτοί είναι που οριοθετούν την δυναμική της υψηλών αξιώσεων δημιουργίας. Και η πλαστογραφία ή και η απομίμηση, στην περίπτωση που αγνοείται ο πραγματικός πλαστογράφος ή μιμητής, δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν μελλοντικά (ας πούμε εκεί γύρω στο 2500) παρά κακές ή αδύναμες πτυχές του ενός δημιουργού, ή στην περίπτωση που ακόμα κι οι εικασίες θα είναι αδύνατες, ενός ψευδό-δημιουργού (ας πούμε, έτσι, εν είδει παραδείγματος, ενός ψευδό-Ελύτη κατά το ψευδό-Λογγίνου). Στο παράδειγμα σας λοιπόν, το ποίημα της Ηδμουλά δεν θα μπορούσε να εκληφθεί παρά είτε ως «κακή» Δημουλά είτε ως ψευδό-Δημουλά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θεωρώ προσωπικά την Δημουλά μεγάλη ποιήτρια κατΆ ανάγκην). Συμφωνώ απολύτως μαζί σας ότι κατά τη διαδικασία της πρόσληψης ενός ποιήματος (και αναφέρομαι στην πρόσληψη και όχι στην κριτική καθότι αυτές συνιστούν δυο διαφορετικές στιγμές της ιστορίας του), δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε την βιολογική ταυτότητα ενός ποιητή. Στην χρονική στιγμή όμως της αποτίμησης ή της κριτικής είναι αδύνατον να μην υπεισέλθει το κριτήριο του δημιουργού. Διότι ο πραγματικός ποιητής απλούστατα δεν μπορεί να κρυφτεί. Αν γράψω εγώ σήμερα μια τραγωδία και την πλασάρω ως ευρεθείσα τραγωδία του Ευριπίδη κανείς δεν πρόκειται να με πάρει στα σοβαρά. Γιατί απλούστατα απέχω έτη φωτός (και δεν εννοώ χρονικά μόνο) από τον Ευριπίδη. Γι αυτό και μετά από εκατό χρόνια θα εξακολουθήσουμε να διαβάζουμε τον Ελύτη όχι όμως και την Ηλιοπούλου. Όπως ακριβώς σήμερα εξακολουθούμε σήμερα να διαβάζουμε τον Καβάφη τη στιγμή που οι όψιμοι μιμητές του δεν μας δημιουργούν παρά θυμηδία. Γιατί ο ποιητής είναι ταυτόσημος, αυτός και μόνο αυτός, με τον εκφραστικό του τρόπο και την ποιητική του. Και η απομίμηση του Ελύτη – για να μείνω πάντα στο παραπάνω παράδειγμα – είναι πάντα απομίμηση του Ελύτη και όχι δημιουργία της Ηλιοπούλου.
    Σας ευχαριστώ.

    στις 7/3/2008  6:53 pm

  • 5. Απάντηση από Γιώργος Λυκοτραφίτης

    Αγαπητέ Δημήτρη,

    διάβασα με κάποια καθυστέρηση το κείμενό σου, το οποίο κι εγώ, όπως και προλαλήσαντες, απήλαυσα σε σημείο να αισθάνομαι ότι απετέλεσε το δώρο της κυριακής 6 Ιουλίου (όπως κάποτε τα κορίτσια του Playboy).

    Δεν θα μπω στην ουσία του, που με βρίσκει σχεδόν καθ’ όλα σύμφωνο εξ άλλου (παρένθεση: ιδιαίτερα ικανοποιητικό και το σχόλιο του Ζ.Δ.Α. -δεν μπορώ να βάλω τα διαλυτικά… ντροπή!), και γιατί δεν είμαι καθόλου θεωρητικός, όμως επίτρεψέ μου να σχολιάσω a pleine haleine (για να τιμήσουμε, επί τέλους, λίγο και την Ηλιοπούλου) ότι μου είχες δώσει την ιδέα ενός μάλλον “στυφού” ανθρώπου, amargado λένε στην Ισπανία, πράγμα που ανέτρεψες με το δοκίμιό σου κατά κράτος…

    Συνέχισε έτσι (όσο η πραγματικότητα στο επιτρέπει, βέβαια) !

    στις 7/6/2008  10:56 am

  • 6. Απάντηση από ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ

    Σας ευχαριστώ όλους σας για τα καλά σας λόγια.

    Να σημειώσω ότι το δοκίμιο εγράφη με την αυταρέσκεια πως το ζήτημα έχει μεγαλύτερο βάθος από αυτό που καταδεικνύεται στο παράδειγμα του Παπανούτσου. Το κρίσιμο ερώτημα, κατά την άποψή μου, παραμένει το εξής:

    “Αν η αξία του μεγαλόσχημου ονόματος κείται πολύ πέρα μιας ήσσονος σημασίας μανιέρας (αν δεχθούμε ότι το προβάδισμα της γνήσιας Ποιήσεως δίδει η κατάθεση ψυχής και όχι τα, απαραίτητα μεν, αλλά δευτερευούσης σημασίας ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα, τα οποία καθίστανται, ενδεχομένως, ευκόλως αντικείμενα μιμήσεως), τότε δε θα αναμέναμε και την εύκολη αναγνώριση, από μέρους του επαΐοντος, του προϊόντος της Ποιήσεως από το προϊόν της παραποίησης;”

    Είναι, νομίζω, προκλητικό να ομιλούμε περί παραποίησης (μεμφόμενοι τον μιμητή) όταν δεν μπορούμε να την αναγνωρίσουμε, παρά μόνον όταν πληροφορούμεθα το όνομα του δημιουργού.

    Ως έχω πολλάκις πει, η νόσος της ποίησης μπορεί σε μεγάλο βαθμό να αποδοθεί στο σύστημα απαθανατισμού της, το αγγειοβριθές ισορροπιών, ανταλλαγών, ομαδοποιήσεων, γνωριμιών, συμφερόντων, οικονομικών δοσοληψιών κ.λ.π. Εξ ου και συντάσσομαι με όσους επιθυμούν την κρίση επί έργων ποίησης, τη βασιζόμενη αποκλειστικώς στα έργα αυτά. Στα ονόματα, τις γνωριμίες, τις μεταφραστικές δεινότητες, τους μεταπτυχιακούς τίτλους, τις συγγένειες εξ αίματος και αγχιστείας με “ανθρώπους του χώρου” και τα ομοειδή, τα θεωρώ καρκίνο, κατάντια και ξεφτίλα.

    Δεν είμαι κατά της συνεξέτασης έργου και βίου, στο βαθμό που τη διακρίνει η νηφαλιότητα του ετεροχρονισμού. Τουτ’ έστιν, επιθυμώ η ιστορία να γράφεται στο μέλλον του παρόντος, ώστε να μη παραχαράσσεται από τα ζώα του παρόντος, που βιάζονται πάντα να τη γράψουν κατά το δοκούν.

    στις 7/7/2008  1:15 am

  • 7. Απάντηση από Ignis

    Λοιπόν αγαπητέ κ.Μουζάκη εμένα το ποίημα σας αυτό μου άρεσε από τότε που το είδα στο blog σας.
    Και σε καμία περίπτωση δεν θα το συσχέτιζα με Δημουλά, είτε Ηδμουλά ή Ηδυμουλά ή δεν ξέρω τι, διότι είναι ένα ποίημα άψογο ως έχει.
    Επιπλέον δεν θα το συσχέτιζα διότι διαθέτει πείσμα, ορμητικό πείσμα, δύναμη κι επιμονή, ενώ τα της Δημουλά αποπνέουν μελαγχολία μιας ζωής που πέρασε μα δεν αδράχθηκε…
    (Το “μάνα μου ντροπή” και τα άλλα ευρήματα δεν μου αρκούν για να συσχετίσω, όταν το ύφος είναι άλλο)
    (και μπαίνω σε πειρασμό να σας ρωτήσω, αυτό στο δεύτερο στίχο που δεν το εννοώ: “περιφέρω με”. Εμένα γιατί μου βγαίνει “περιφέρομαι” κι όχι “περιφέρω με”; Με τι; Με κάτι προφανώς. Αλλά πού είναι; Μετά έρχεται το υπόλοιπο του στίχου που δεν μου κολλάει συντακτικά, ίσως το εννοώ λάθος, βοηθήστε με να το εννοήσω όπως το γράψατε)
    Τέλος πάντων δεν είναι το θέμα μου αυτό, όπως και δεν είναι το θέμα σας αυτό.
    Με αύρα Μπουνιουέλ λοιπόν εκκινείται το κείμενό σας…
    Και με θέμα την μίμηση που ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί να ενοχλεί. Η μίμηση δεν είναι κλοπή, είναι σύμπτωση έκφρασης (άσε που και την κλοπή για να ισχύει, πρέπει να μπορείς να την αποδείξεις, και πάλι… είναι τόσο ρευστά ατυχώς όλα) η μίμηση ακόμα και στην ζωγραφική δεν είναι κακό, πόσοι εντάσσονται σε ένα ρεύμα και το ενισχύουν, το κάνουν ισχυρότερο, το εξελίσσουν και τώρα στην Ποίηση βρήκε να μας ενοχλεί;
    Ένα ποίημα είναι καλό ή όχι ανεξαρτήτως δημιουργού. Και σαφώς κι έτσι πρέπει να κρίνεται. Δεν είναι το όνομα του δημιουργού του το εχέγγυο, η στάμπα στην ούγια αδιαμφισβήτητης ποιότητας. Και η μίμηση, η επιτυχής μίμηση είναι ένα άθλημα απείρως πιο δύσκολο από την ίδια την δημιουργία σε άλλον άσχετο δρόμο. Μπορεί κανείς ίσως να ζωγραφίσει ένα πίνακα, μπορεί όμως να μιμηθεί τέλεια έναν Ρέμπραντ; Και αν το κάνει, σίγουρα θα τους ξεγελάσει όλους; Αν ναι, μπράβο του, για μένα θα είναι ήδη εξαιρετικά ταλαντούχος ζωγράφος. Και σίγουρα απείρως καλύτερος από αυτούς που φιγουράρουν τα δικά τους σε εκθέσεις τύπου Σύγχρονης Κατοικίας με φθηνής αισθητικής έπιπλα!
    Η περίπτωση των ετερόφωτων που ζουν κοντά στο αυτόφωτο και τέλος αποχτούν και λίγη από την λάμψη του, είναι άλλη. Λίγοι είναι σε θέση να ξεπεράσουν τον δημιουργό τους, τον Πυγμαλίωνά τους. Η λατρεία που του τρέφουν, δεν βοηθά, θολώνει την όραση. Τα μαζεύει όλα όσα απορρέουν άκριτα κι αλόγιστα, τα προσλαμβάνει… εκεί είναι οι αντοχές και η αληθινή αξία… Η Δημουλά εφάνη ισχυροτέρα του Αθω, μα η Ιουλίτα όχι του Ελύτη. Δεν πειράζει όμως…. κανείς δεν ξεκινά να γίνει κόπια, κανείς δεν θέλει να ταπεινώνεται τόσο…
    Δεν νομίζω ότι υπάρχουν τέτοιες προθέσεις σε δημιουργούς, ή επίδοξους δημιουργούς, εκτός αν θέλουν να κολακεύσουν και να δελεάσουν τον αυτόφωτο για δικούς τους λόγους.

    Τελικά αυτή σας η κατακλείδια φράση τα λέει όλα:

    “τη ρημάδα τη μανιέρα, όπως και να το κάνουμε, είναι τραγικά δυσκολότερο να την επινοήσεις από το να την ακολουθήσεις.

    Έτσι είναι. Και μετά προσπαθούν να γκρεμίσουν –ανεπιτυχώς- την ήδη υπάρχουσα αξία από τον θρόνο-θέση που της ανήκει. Λες και σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν ένα σωρό άλλες θέσεις για να τις καταλάβουν ποιητές και λογοτέχνες. Και θα έπρεπε να είναι ο θάνατός σου- η ζωή μου…
    Όπου το κονδύλι γίνεται ακόντιο, ξεχνά να γράφει, να παράγει δημιουργικό έργο, και μόνον λοιδορεί, στρεφόμενο κατά παντός “υπευθύνου”….

    Πολύ ωραίο και ευρηματικό κείμενο.
    (μην μου μειώνετε το ποίημα σας όμως!)

    στις 7/12/2008  11:29 pm

  • 8. Απάντηση από Fuji

    Αγαπητή Ιgnis, παρεμβαίνω από μια αυθόρμητη ανάγκη να απαντήσω στην ερώτηση σας περί της ανάγνωσης του δεύτερου στίχου.

    “Περιφέρω με “, δηλαδή περιφέρω εμέ , ( με περιφέρω).

    Κατά τα λοιπά συμφωνούμε στα περισσότερα των λεγομένων σας γι ΄αυτό δε θα μακρηγορήσω ιδιαίτερα.

    Θα επισημάνω ,μόνον ,ότι πράγματι το ποίημα του κ. Μουζάκη είναι εκπληκτικό . Αν το έβλεπα χωρίς υπογραφή , όμως, άνετα θα θεωρούσα τ-ουλάχιστον φαινοτυπικώς- ότι ανήκει σε συλλογή ποιημάτων της Δημουλά, καθότι θεωρώ πως τόσο η μανιέρα όσο και η “ψυχολογία” που υπόκεινται του ποιήματος ευθέως δημουλίζουν .
    Δε θα εξετάσω λοιπόν την ούγια εν προκειμένω . Θα αρκεστώ στο ότι ο υπογράφων είναι αναμφισβήτητα ένας εξαιρετικά ταλαντούχος δημιουργός με ό, τι αυτό συνεπάγεται ως προς το ύφος και το ήθος….
    Στο δεύτερο θα εντάξω το ότι ο ίδιος δηλώνει τις προθέσεις του περί του συγκεκριμένου πονήματος και αυτό διόλου δε μειώνει την αξία του ποιήματός του ….
    Όσο για το κείμενο θα πω ότι ο υπογράφων υπερφαλαγγίζει το σκεπτικό του Παπανούτσου παραδίδοντας ένα κείμενο-κόσμημα στα δοκοιμιακά περί τέχνης χρονικά…

    στις 7/13/2008  10:16 am

  • 9. Απάντηση από Ignis

    Αγαπητή μου Fuji
    Για την διευκρίνιση, πολλά ευχαριστώ.
    Όσο για το ύφος της εδώ “Δημουλά”, επιτρέψτε μου…. αν μου έλεγαν ότι είναι όντως δικό της θα θεωρούσα ότι το έχει γράψει γύρω στα 25 της. Τόσο αργά για να είναι ώριμο, μα αρκετά νωρίς για να επιθυμεί κάτι δίχως να έχει καμφθεί μήτε στο ελάχιστο από την “μοίρα” και τις αντιξοότητες των συνθηκών που πάντα περιβάλλουν τις επιθυμίες. Κι αν είχε ένα τέτοιο χαρακτήρα, δεν ξέρω αν θα είχε γράψει ποιήματα (εκείνα τα αριστουργηματικά κατ’εμέ ποιήματα) μια και θα είχε “ζήσει”….θα είχε πράγματι ζήσει….
    (α, αυτοί οι αλαβάστρινοι εύθραυστοι μελαγχολικοί άνθρωποι, περνούν από την ζωή σαν θρόισμα, μήπως ταράξουν, μήπως ενοχλήσουν….και κλείνουν μέσα τους έναν θησαυρό, μα ποιος μπορεί να τον δει όταν όλοι έχουν μάθει να διαλαλείται η πραμάτεια με τον ήχο των θορυβωδών βημάτων….)
    Ξέρετε, καμιά φορά σκέπτομαι ότι το να γράφεις ποιήματα, τέτοιου είδους ποίηση, είναι ένας άλλος τρόπος να ζεις.

    Και πάλι ευχαριστώ.

    στις 7/13/2008  3:41 pm

  • 10. Απάντηση από ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ

    Tώρα βρίσκομαι στην ¶νδρο. Τα βήματα μου μ’ έφεραν εδώ.

    Έχετε την αγάπη μου. I love everybody. And I love Venkman (η ενδέκατη ταινία από την ιδρυματική διδακτική μου).

    Ignis, ευχαριστώ για τις παρατηρήσεις. Fuji, ευχαριστώ που υπάρχεις.

    στις 7/21/2008  8:49 pm

  • RSS για τα σχόλια του post.

    Θα ήθελα να μάθω τη γνώμη σας

    Η email διευθυνσή σας δεν εμφανίζεται στα σχόλια.