Περίεργο το τι πόνο μπορεί να σου προκαλέσει η ζεστασιά του ήλιου,
το δροσερό φιλί του ανέμου και δύο μάτια με το χρώμα του ουρανού.

Κάτι συμβαίνει όταν ξεπερνάς το κατώφλι της απλής λογικής
και της αναμενόμενης ζωής μέσα στη καθημερινότητα σου.
Το μικρό παραθυράκι στο οποίο άνετα ακουμπάς τον ώμο σου
και παρατηρείς ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από την ασφάλεια του, ξεκινά να συρρικνώνεται.
Η αναπνοή σου παίρνει καινούρια αξία καθώς μοιάζει, πότε πιο πολύτιμη από αγκαλιά,
άλλοτε αδιάφορη όπως ένα φιλί που έσμιξε, δίχως το απαιτούμενο συναίσθημα.
Αυτή η νύχτα έφερε στην επιφάνεια εφιάλτες που νόμιζα πως είχα θάψει
μια για πάντα στο κοιμητήριο του μυαλού μου.
Τριγυρνάνε γύρω μου σαν πλήθος ανέκφραστων ανθρώπων.
Τόσοι πολλοί που νιώθω πως πνίγομαι σε μια θάλασσα γεμάτη αίμα,
γραμμένο και ανεξίτηλο επάνω στα ίδια μου τα χέρια.
Είμαι ο φορέας της προσωπικής μου δυστυχίας.
Είμαι η ανάγκη για αυτοκαταστροφή στα πρόθυρα μιας αναπόφευκτης καταιγίδας.
Η νύχτα απλώνεται επάνω μου σαν καρκίνος.
Σαν ναρκωτικό που προσπαθεί να ελαφρύνει τον πόνο
κρατώντας τις αισθήσεις μου μουδιασμένες λίγο πριν την εκτέλεση.
Οι χτύποι της καρδιάς γίνονται ένα με τα βήματα του ετοιμοθάνατου
καθώς χαράζει το τελευταίο του μονοπάτι προς τη κρεμάλα.
Ποιος είμαι τώρα; Ποίος ήμουν στην αρχή; Το τέλος άραγε τι γεύση να έχει;

Αίμα δεσπόζει ανάμεσα στο κάτω χείλος και στα δόντια μου.
Τόσο πικρό όσο και η μέρα που άφησα πίσω το χαμόγελο μου,
κάπου πεταμένο, σαν τσιγάρο,
στην άκρη ενός πεζοδρομίου ξυσμένου από τα λάστιχα μιας παράνομης μηχανής.
Όσο μικραίνει η μέρα άλλο τόσο μεγαλώνουν τα προβλήματα.
Μια εμπόλεμη ζώνη κυριαρχημένη από το στοιχείο της σιωπής.
Ψεύτικοι κώδικες διοικούν και καταστέλλουν μια έχθρα
που ρίζωσε κάτω από τα θεμέλια της πόλης, προτού κανείς τη δει και την ερωτευτεί.
Οι κοινωνικές κλίκες, οι έρωτες που κυνηγάς για να πεθάνεις,
ο θεσμός που βασανίζει την ελευθερία σου, ο όρκος του καραγκιόζη μεταξύ αδελφών εξ ‘ αποστάσεως.
Όλα τους θέλουν να ζουν για να σε δουν να υποφέρεις, να γονατίζεις.
Θέλουν να μάθουν την οργή σου και την δυνατότητα σου ανάμεσα σε βασιλιά ή υπηρέτη.
Όπως και να έχει θα κρατήσεις ένα όνομα δίχως να ξέρεις εάν το αξίζεις.

Απομεινάρια σκορπισμένα περιτριγυρίζουν το μονοπάτι που,
επέλεξα κάποτε να πάρω, λέγοντας πως αυτός είναι ο σκοπός, η κληρονομία μου.
Τα βλέπω να ανθίζουν και να καρποφορούν, στο χάος που κάποτε έσπειρα,
επιλέγοντας πάντα βήματα τα οποία οδηγούσαν σε σίγουρο γκρεμό.
Μαζεύτηκαν τόσα λάθη που, πλέον κερδίζουν τις σκιές των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω μου.
Η ανησυχία έφυγε από τη σκέψη μου, πλέον κατοικεί στο χειρότερο ζωντανό εφιάλτη μου.
Η κάθε απόφαση πλέον δεν έχει να κάνει με το εάν μπορώ να την υποστηρίξω,
όσο με το πόσο έτοιμος είμαι να δώσω ό, τι έχει μείνει από εμένα, για αυτήν.
Τη κάθε λέξη που περνά από τα στόματα οικείων προσώπων και μη,
καταλήγω να τη καταπίνω σα φάρμακο για κάποια θεραπεία που,
δε φτάνει να γιατρέψει το αναπόφευκτο.
Έρχεται η ώρα να γνωρίζω τον θεριστή.

Αυτήν την απόφαση ακόμη αργώ να τη κατανοήσω,
δυσκολεύομαι να την εμπιστευτώ.
Παρουσιάζεται σαν ένα χέρι βοηθείας μέσα σε ώρες που,
βυθίζομαι στα μεγαλύτερα βάθη της ανειρήνευτης οργής μου.
Άλλοτε σαν μια γυναίκα που κρατάει τη λύτρωση μου αιχμάλωτη,
ανάμεσα στα δυο τις χέρια που, διαλύουν ό, τι περνά και μένει λίγο στο λιμάνι τους.
Μια υπόσχεση που γεννήθηκε από τα χείλη του ουρανού
και έμεινε σα σύννεφο λευκό, μόνο και πάντα να το κοιτώ, να το ζηλεύω.
Μόνη και ακέραιη σημασία παραμένει το αίσθημα που,
βράζει μέσα μου και περιμένει να εξαπλωθεί ορμητικά κάτω από το δέρμα μου.
Είναι ο φόβος, για τον άγνωστο τόπο, στον οποίο θα καθίσει να ξαποστάσει ο θυμός που,
τόσο καιρό κείτεται θαμμένος, κάτω από το κύμα της υπομονής.
Καθημερινά παλεύω να διατηρήσω το θηρίο που,
ζητά να κατασπαράξει ό, τι έχω καταφέρει να γεννήσω στη ζωή,
με προσπάθεια, με πειθαρχεία.
Βουλιάζω στους μοιχούς του σκοταδιού του και πέφτω,
πέφτω μέσα στη λήθη της απερισκεψίας μου,
μονάχα για να νιώσω ξανά, για μια στιγμή, βασιλιάς.

Ο βασιλιάς κατέληξε να καταβροχθίζει τα ίδια του τα πιόνια.
Τυφλώνει το συναίσθημα της απόλυτης κυριαρχίας,
επάνω σε πρόσωπα και πράγματα που, δικά σου δεν ήταν εξαρχής,
δικά σου ποτέ δε θα είναι.
Ο βασιλιάς δηλητηριάζει το ίδιο του το κρασί.

Μεθάω από τη γλυκιά γεύση του τέλους.
Ακολούθησε με σειρήνα!
Πάρε το χέρι μου και περπάτα επάνω στη λεπτή γραμμή της φωτιάς.
Εκεί που πάμε μονάχα κόλαση μας περιμένει, δεν θα φύγουμε ποτέ από εδώ.
Ποτέ δε θα γυρίσουμε στις μέρες που,
ο ήλιος κρατιόταν λίγο ακόμα πίσω, να μας δει πριν φύγει.
Τώρα μονάχα η σκιά της αγκαλιάς σου με κρατά.
Μονάχα το αίμα στα χέρια μου δροσίζει το ιδρωμένο πρόσωπο μου.
Τώρα μόνο η άβυσσος μπορεί και με κοιτάει.
Πλάι στο βάραθρο του ολέθρου μου, ξεχασμένη και μια ανάμνηση,
από το τελευταίο χαμόγελο που, κράτησε να δώσει πάλι στην ετοιμοθάνατη καρδιά,
τους χτύπους που της λείπουν.
Φεύγω ανοίγοντας τα χέρια, χωρίς φόβο για το άγνωστο μπροστά.
Αφήνοντας πίσω βάσανα που, δεν προορίζονταν για τον δικό μου σταυρό.

Κι ‘ όμως. Κανείς δε θα σε αφήσει να φύγεις, κανείς δε θέλει να φύγεις.
Ο φόβος των πολλών, ο φόβος του κανένα, ο μεγαλύτερος φόβος για τη σκιά, για τη σιωπή.
Γιατί κανείς δεν σε αφήνει;

Δεν ξέρω πλέον τι αναζητάω.
Δεν θυμάμαι να αναζητώ ποτέ κάτι.
Ίσως να κάνω λάθος. Ίσως για ακόμη μια φορά το μυαλό μου να παίζει παιχνίδια.
Προσπαθώ να βρω το παραμικρό ίχνος σκοπού
μέσα στο ατέλειωτο κυνηγητό που, ξεκίνησα με μια από τις μελλοθάνατες σκιές μου.
Αναρωτιέμαι. Είχε ποτέ όνομα; Αρχή, μέση και τέλος;
Εκεί πάντα βρίσκω τον εαυτό μου.
Στο μοναδικό μέρος που μπορώ να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου,
μια, μια σαν ένοχους στοιβαγμένους, μπροστά από το λευκό τείχος που μετρά τα εκατοστά.
Η σιωπή δεν με αφήνει σε ησυχία, ενώ όλα γύρω μου χάνονται μέσα στο συνεχή θόρυβο.
Εδώ δεν σε κρίνει το στυλό ή η σελίδα.
Απλά διατηρούν το σεβασμό αυτής της σύνδεσης και αφήνονται ελεύθερα,
καθώς εγώ αδειάζω τη ψυχή μου, έως να μείνει κενή από τις σκέψεις.
Επιτρέπουν στο χέρι να γυρίσει τη σελίδα, μόλις αυτή δεν έχει χώρο για άλλα λόγια.
Αυτά τα γραπτά είναι το προσωπικό μου κοιμητήριο.
Εδώ θάβω τον εαυτό μου προσπαθώντας να φτάσω τόσο βαθιά,
ώστε να μη χρειαστεί να αναζητήσω ξανά το φως, εάν μετανιώσω για τα λάθη που κάποτε έμοιαζαν σωστά.

Οι μέρες περνάν σαν αυτοκίνητα τυχαία τοποθετημένα πάνω στη ράχη ενός στρωμένου δρόμου.
Κάποιες από αυτές στρέφω μακριά το βλέμμα μου, για να μη φτάσει στο καθρέφτη.
Εκεί παραμένει εγκλωβισμένο το ζωντανό παρελθόν μου.
Να με κοιτά με ένα ιστορικό βλέμμα, γεμάτο μίσος και υπεροψία.
Περιμένει να λυγίσω και να χάσω τον έλεγχο. Να διαλύσω ό, τι έχει απομείνει από αυτό.
Η ήττα είναι σίγουρη μα, στο τέλος του ζητάει να τραβήξει και εμένα μαζί του.
Σαν σπάσω αυτό το παραμορφωμένο είδωλο, τα θραύσματα
θα χυθούν ένα, ένα μέσα στις φλέβες μου, τα διάφορα και αμέτρητα λάθη θα σκίσουν
το κάθε τι από αυτό που, παραμένει πίσω να θυμίζει τον εαυτό μου.
Κάπως έτσι γίνεσαι ο ίδιος δολοφόνος της δικιάς σου ζωής.
Μπροστά στη πρόκληση καλείσαι να πιστέψεις στη δύναμη σου.
Έχεις ό, τι χρειάζεται για να ελέγξεις την επερχόμενη έκρηξη;
Θα γίνεις ακόμη ένα θύμα του παρορμητισμού σου;

Οι τελευταίες μέρες μου, βγάζουν αρκετό νόημα για να καλύψει κενά μιας ολόκληρης ζωής.
Ακόμη αναρωτιέμαι το εάν έζησα όντως ή εάν άλλοι μου επιτρέψανε να το κάνω.
Οι καταστάσεις που δημιουργήθηκαν από τις επιλογές μου,
επιστρέφουν πίσω για να με κυνηγήσουν, σαν άγρυπνοι φρουροί σφυρηλατημένοι από εκδίκηση.
Αμφιταλαντεύομαι συνεχώς στο τι χρειάζεται να κάνω και στο ποιος είμαι.
Η κατάσταση παραμένει ίδια.
Η κατάσταση αυτή, με βρίσκει ανάμεσα σε ένα μπουκάλι γεμάτο αμφίρροπα όνειρα
και σε μια σκιά που πότε αλλάζει τη φωνή της, πότε το χρώμα των μαλλιών της, πότε η υπομονή της.
Ο χρόνος περνά και το ρολόι με συνθλίβει με τους τρεχούμενους δείκτες του.
Επάνω στη σκακιέρα πίσω από το πιόνι του βασιλιά κρυμμένος,
απέναντι σε έναν ολόκληρο στρατό που παραμένει ακέραιος,
καταστρώνω τις επόμενες και τελευταίες μου κινήσεις μάταια.
Εκεί που χάνομαι και βρίσκω για λίγο τη γαλήνη
και τον εαυτό μου όπως θα ήθελα να είναι, μόνο και μόνο για να χαμογελάει,
πάλι και πάντα με βρίσκει ο θυμός.
Μου θυμίζει πως δεν ανήκω στη φαντασία που έχτιζα χρόνια ολόκληρα σα κάστρο.
Υπάρχω λίγο πριν βουλιάξει το καράβι της υπομονής.
Λίγο πριν στερέψει το πηγάδι της ηρεμίας.
Λίγο πριν ανοίξει για πρώτη φορά η πληγή.
Πριν το αίμα. Μετά τη συγχώρεση.
Αυτό το χέρι είναι η ίδια η απόφαση
και δεν δέχεται να ανοίξει να αγκαλιάσει άλλο χέρι.
Προτιμά να παραμένει κλειστό, σφιχτό και απομονωμένο.
Η απάντηση του γρήγορη και βέβαιη σαν τον κεραυνό.
Η απάντηση του μόνιμα ουρλιάζει στο πέρας της ατέλειωτης ησυχίας
και απάντηση ποτέ δε παίρνει.

Να τη θυμάσαι αυτή τη μέρα.
Έτσι μου λέγανε.
Αυτή η μέρα θα καθορίσει τα μεγαλύτερα σου λάθη.
Το ποιος είσαι. Το ποιος αποσκοπείς να είσαι.
Το που θα καταλήξεις.

Το σώμα προτρέπει να ξεφύγει καθώς το μυαλό επιμένει.
Η πράξη που ο καθένας ετοιμάζεται να πράξει,
αντανακλάται σαν ένα απερπάτητο βουνό, χωρίς τη σίγουρη ανατολή.
Δεν εγκατέλειψα ποτέ όμως το δρόμο.
Δεν άφησα τους βράχους και τη βροχή να με κρατήσουν μακριά από το ταξίδι μου.
Ξέρω. Λίγες φορές μπορώ να πω αυτή τη λέξη.
Το μόνο που ξέρω είναι πως μπορεί να μην υπάρχει τίποτα.
Τίποτα που να βγάζει νόημα. Τίποτα που να δικαιολογεί την αίσθηση.
Τίποτα που να δίνει αξία στον πόνο.

Μέσα στην πυκνή ομίχλη διακρίνω την απάντηση.
Ένας δρόμος γεμάτος απότομες στροφές. Ανεξερεύνητος και ασαφής.
Πουθενά το σημάδι μιας μονάχα ηλιαχτίδας. Πουθενά η ελπίδα.
Όταν κατάφερα να σηκώσω τη ματιά μου, πάνω από το νέφος για λίγο,
είδα την ομορφιά για την οποία φοβάμαι ακόμη να πεθάνω.
Υπάρχουν όμως ομορφότερα πράγματα. Είμαι σίγουρος για αυτό.
Στο θολωμένο μου παράθυρο διαγράφεται το μήνυμα.
Μια μέρα που η σιωπή σκέπασε τη μουσική της βροχής.
Φεύγεις νωρίς! Έτσι είπε, χωρίς να πει.

Η σκέψη μου πλέον ανατέλλει, όπως το καλοκαίρι που ποτέ δεν θα γυρίσει πίσω σε εμένα.
Η ανάμνηση ενός φιλιού που, δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να περιγράψω με λέξεις σαν αυτές.
Η κάθοδος μου προς την αποτυχία δεδομένη.
Ας πει κάποιος στα λαμπερά αστέρια μας πως, θρηνούν δίχως λόγο.
Δεν γνωρίζω εάν εγώ πεθαίνω καθημερινά ή τα όνειρα που χτίζω.
Δεν γνωρίζω εάν αυτό που μέσα μου βράζει, είναι έρωτας ή καταστροφή μα,
το ίδιο δεν είναι στην ουσία τους;

Μια μέρα όπως όλες οι άλλες ήταν και αυτή.
Η μέρα που το χέρι μου άγγιξε μέσα στο πλήθος της λήθης.
Έρχεται η ώρα. Έρχεται η στιγμή. Έρχεται η μέρα η επόμενη, χωρίς εσύ να είσαι εκεί.
Από τότε περιμένω τη μέρα εκείνη να χαράξει το μονοπάτι της αβύσσου.
Ένα πέπλο που ύφανε η σκιά και η ταραχή με σκεπάζει.
Επάνω του πούπουλα βυθισμένα στο μαύρο, αρωματισμένα με τη μυρωδιά του πένθους.
Προσπάθησα να αγγίξω τον παράδεισο που κυνηγούσε η φαντασία μου μα,
αυτοί οι άγγελοι που τόσο με αγάπησαν, μου δώσανε φτερά από κερί.
Προσπάθησα να αγγίξω τον ήλιο. Τώρα πέφτω.

Δεν ξέχασα στιγμή εκείνα τα χείλη που, κρατήσανε
τις υποσχέσεις μου για λίγο ακόμα στη ζωή, πριν τις πάρει ο αέρας.
Ήταν αναπνοή μετά από απόπειρα πνιγμού, στη καρδιά του ποταμού.
Ήταν γουλιά από κρασί, αφού τελειώσει η περιπλάνηση στην έρημο.
Ήταν αφύπνιση σαν τέλειωσε ο ύπνος για αιώνες.

Τώρα μονάχα η ανάμνηση μένει.
Το τραγούδι πλέον δεν ακούω.
Τα μάτια του κενού με καίνε. Γεμάτα στάχτη και χώμα.
Τα χέρια της απλώνει η νύχτα και με οδηγεί πίσω στο σπίτι μου. Πίσω σε εσένα.
Το ίδιο ερώτημα παραμένει. Πάντα προτού φύγω πίσω σε εμένα ταξιδεύει,
όπως ο ήχος ανάμεσα σε δυο σώματα που, αναζητάν την ηδονή του νου.
Είναι ακατόρθωτο; Είναι αδύνατον;
Πολλές φορές αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι αυτό που,
δεν κατάφερα ποτέ να σκεφτώ. Κρύβεται μα, είναι εκεί.
Έτσι και η ελπίδα μου. Έτσι και η θέληση μου για ζωή μα,
οι μέρες μου πλέον παίρνουν δίχως να δώσουν και Ο Ήλιος έχει παγώσει.
Οι στιγμές είναι λίγες. Αρκετές όμως, για να λέγονται ζωή.

Χάος γεννά την απορία μου, χάος γεννάει την άσκοπη πορεία μου.
Μέσα σε βασίλεια κυριαρχημένα, από ζητιάνους και καιροσκόπους.
Έτοιμοι πάντα, να πουλήσουν το κομμάτι που τους δίνει τη ζωή για κάτι εύκαιρο.
Για κάτι ψεύτικο ελπίζουν. Στη κορυφή της ολοκλήρωσης να φτάσουν,
με έναρξη το γλυκό ποταμό της λήθης τους.
Αφήνω τη μέρα μου πίσω σαν την ανάσα μου.
Αφήνω πίσω την κάθε ελπίδα, αφού παραμένει περιττή, μέσα στον τέλεια πλαστικό και εύκαμπτο κόσμο.
Τώρα δεν χρειάζομαι τίποτα, παρά μόνο ό, τι μου προσφέρουν.
Καμία γνώση δεν είναι άγνωστη, παρά μόνο αυτή που δε μοιραζόμαστε.
Κανένα στίγμα θάρρους δε θα κρίνει τη βαρύτητα της στιγμής,
παρά μόνο η πολυσύχναστη δειλία, η τολμηρή αποφυγή.

Ανατέλλω πάνω από το χείλος του αμαρτωλού.
Την ώρα της ερχόμενης κατακραυγής που, σέρνει από πίσω της τους βρυχηθμούς της ύπαρξης.
Η πυξίδα σημαδεύει το δρόμο της εκδίκησης με βαθύ κόκκινο.
Η βία διαχωρισμένη από τη σάρκα και τη δύναμη της.
Η αναστύλωση ενός συμβόλου, βγαλμένου από το ολοκαύτωμα,
έτοιμο να σχηματίσει τη πτώση του κόσμου, τη διαίρεση της καθολικής ολοκλήρωσης.
Το είναι που ερωτεύτηκε την άβυσσο και άφησε να το καταπιεί,
να το καταστείλει, να του δείξει τη κόλαση, μέσα από μια ατέλειωτη σιωπή.
Γυρνάω πίσω σαν μηδέν και αφαιρώ τη θεμελίωση της κίβδηλης αγάπης μεταξύ ανθρώπων.
Αφαιρώ τη κάθε αχρείαστη πνοή
και παίρνω πίσω, σα δίκαιη ανταλλαγή την αυτοκαταστροφή μου.
όχι για εμένα! Ποτέ δεν είναι για εμένα.
Αυτό το χρέος ξεπερνά τον κάθε άπιαστο χρωματιστό ορίζοντα.
Βαθαίνει περισσότερο και από το όνειρο που, ακόμα δεν ονειρεύτηκε ο ύπνος.
Το βάρος του δεν είναι προορισμένο για τον Άτλαντα ή για τον Ηρακλή.

Ρώτα με γιατί μισώ. Γιατί έχω το δικαίωμα για μίσος.
Χτίσε με στη μέση μιας πλατείας, λιθοβολημένος να γκρεμιστώ απ ‘ το πλήθος.
Δώσε μου μορφή μα, μην τη κλέψεις απ την ομορφιά των αστεριών.
Την εικόνα που μου χάρισες, η εικόνα αυτή μη γίνεις.

Αυτό είναι το τέλος που παίρνω πάλι από την αρχή.
Δεν φτάνει ο χρόνος να αγαπήσω ξανά την αυγή.
Κρίμα! Αυτός και αν είναι έρωτας.
Όσα κι αν πω, η σιγή της νυκτός πάλι θα καταπιεί.
Ήρθα αργά σε αυτή τη ζωή, φεύγω νωρίς.

Κυνηγάμε να αιχμαλωτίσουμε αυτό που, δεν είναι εφικτό προς φυλάκιση.
Σαν το ερπετό, τον τέλεια δομημένο φαύλο κύκλο,
μεθυσμένοι αναζητάμε την απάντηση μπροστά σε τείχη
που, σταματήσανε να διηγούνται την ιστορία τους.
Δεν γράφτηκε τίποτα το άξιο για εμάς. Τίποτα το σπουδαίο.
Μόνο τα αστέρια θρηνούν. Μόνο η θάλασσα μετράει τα δάκρυα της.
Και γιατί; Γιατί να θρηνεί κανείς την εξαθλίωση;
Γέμισε ο δρόμος χνάρια και βήματα ηρώων που, δεν τολμήσανε
να στρέψουν τη λεπίδα προς τα πάνω τους.
Και απορώ!
Πως θες να λέγεσαι ήρωας, δίχως κανένα ίχνος αυτοθυσίας μέσα σου ζωντανό;

Αυτή είναι η προσφορά της ημέρας.
Αυτό το δώρο που δίνει στα παιδιά της.
Το δηλητήριο, η θηλιά ή το περήφανο μαχαίρι.
Αυτή είναι η λύτρωση, για όσους καταφέρουν να καταλάβουν
ότι ο κόσμος, ο άνθρωπος, η ιδέα του περιζήτητου θεού πεθαίνει.

Σήμερα κλαίει η ελπίδα.
Κανένας πίσω δεν θα επιστρέψει.
Κανείς δεν θα σε βγάλει από τη κόλαση που, χρέος σου να ζήσεις έχεις.
Δεν υπάρχει μνήμα για εσένα στη μήτρα της αιώνιας δυστυχίας.
Δεν υπάρχει τραγούδι που θα σε περάσει στο απόγειο της δόξας.
Κανείς δεν θα είναι εκεί να σου ανοίξει τις πύλες.
Κανείς δεν θα σε κρίνει. Καμία τιμωρία.
Θα μείνεις εδώ.

Αυτή η τιμωρία. Αυτό, το δεξί χέρι που, επάνω του εδράζει η εκδίκηση.
Η τιμωρία μαχαιριά, αναπνοή πρωίας, στην αρχή ακόμα μιας μέρας.
Ο μαύρος ήλιος χαιρετά, χαιρετά τους λίθους που θα πλακώσουνε το σώμα μου.

Αναζητάς τη διαφορά.
Ψάχνεις έναν λογικό διαχωρισμό για να παραμείνεις ήρεμος.
Κοιτάς να βρεις και το καλό και το κακό,
με αυτό το μάτι που, μονάχα έμαθε να κρίνει δίχως φόβο,
δίχως αντίποινα και τιμωρία της εκάστοτε πίστης που επέλεξες.
Πες μου λοιπόν, ποια η διαφορά ανάμεσα στο να με βλέπεις γονατιστό,
μεθυσμένο και διαλυμένο,
προσπαθώντας να κρατήσω ζωντανά όλα τα λάθη μου,
στα χέρια μου χωρίς να χάσω ούτε ένα;
Τι το διαφορετικό από έναν στρατιώτη δίχως όνομα που,
πολέμησε, θυσιάστηκε και μαράζωσε το κορμί του,
για τα ιδεώδη ενός τόπου που, ποτέ δεν ήταν ευπρόσδεκτος;
Τώρα τα έντερα του αγκαλιάζει, καθώς μονομαχεί με το θάνατο.

Μια καταιγίδα που σηκώθηκε να πνίξει το καλοκαίρι.
Φέρει μαζί της τη τρικυμία που θα σκεπάσει τις μάζες.
Βλέπεις, η φυσική καταστροφή δεν πιστεύει σε αθωότητα και ενοχή.
Πιστεύει στο πρόσωπο της αληθινής κρίσης.
Της κρίσης που μονάχα ονειρεύεσαι, όντας ξύπνιος και ευερέθιστος.
Η επιστροφή του Ήλιου. Η έναρξη της ζωής.
Μαζί του περπατάει ο έρωτας, η διατήρηση της ισορροπίας,
ανάμεσα σε σώματα που ζητάν να ενωθούν,
ανάμεσα σε καρπούς που για πρώτη φορά στο φως βαπτίζονται.
Και τι γνωρίζεις; Ποια η διαφορά;

Το χέρι μου έσφιξε αμέτρητα χέρια,
αμέτρητες πένες, αμέτρητες πέτρες.
Είναι το ίδιο χέρι που, απλώνεται ολάκερο και εκτεθειμένο στο σκοτάδι.
Στο σκοτάδι που δεν τόλμησε κανένα χνάρι να θάψει την ιστορία του.
Αυτή η άβυσσος είναι προσωπική, είναι μοναχική, είναι προκαθορισμένη για τον καθένα μας.
Περιμένεις περήφανα το αίσθημα της επαφής,
χωρίς κανένα φόβο, περήφανα προσμένεις πλούτη πεπερασμένου πειρασμού.
Μέχρι το χέρι σου να φτάσει να σφίξει, αυτό που δεν περίμενε.
Τότε απλώθηκε μπροστά μου.
Το δεξί κόκκινο χέρι του.
Το χέρι που υμνεί τη δικαιοσύνη μέσω της αιματοχυσίας.
Εκδίκηση. Δικαιοσύνη. Τάξη που πρέπει να πάρει θέση.

Τα ίδια δάχτυλα που τρέξανε επάνω σε παλάμες,
με αίμα και νόμο γραμμένο χρισμένες,
τα δάχτυλα τούτα τρέχανε ανάμεσα στα μαλλιά σου,
ανάμεσα στο σώμα σου ψάχνανε να βρούνε καταφύγιο.
Η εικόνα παραμένει θολή.
Ο δρόμος γεμάτος ομίχλη.
Τα σύννεφα κατέβηκαν να γιορτάσουν στη ράχη του βουνού που,
επέλεξα να διανύσω σα μονοπάτι, προς μια αβέβαιη απάντηση.
Όσο και αν τα κρατήσω σταθερά,
όσο κι αν τρέξουν βιαστικά και διαβάσουν τη μορφή σου,
την εικόνα ακέραιη και αληθινή, να κρατήσω δε μπορώ.
Δε μου το επιτρέπει η τέχνη.
Η ηδονή δεν επιτρέπει πέρασμα για εμένα πλέον.

Τα υγρά σου χείλη αγγίζω,
όπως η αυγή άγγιξε τον ουρανό,
τη πρώτη μέρα της άνοιξης, τη τελευταία του χειμώνα.
Αυτή η στιγμή ,δε θα μείνει ποτέ πίσω όπως της αρμόζει.
Γιατί ρωτάς; Γιατί;
Γιατί η τέχνη δεν μου το επιτρέπει.
Πρέπει εγώ να φέρω την αλήθεια μα,
όχι όπως την έζησα αλλά,
όπως τη κατανόησα.
Κι η κατανόηση μιας σπάνιας στιγμής θα είναι ο θάνατος μου.
Πόσο σπάνια να είναι στα αλήθεια;
Πόσο κοντά στο τίποτα πραγματικά να είναι;
Τη μια μέρα βασιλιάς σε παλάτι, ανάγκη όλοι, ανάγκη όλα σε έχουν.
Την άλλη, ένας παλιάτσος, ένας αναλώσιμος υπηρέτης του στέμματος, ένα τίποτα.
Ποια η διαφορά, λοιπόν;

Αστέρια από μάρμαρο και υδάτινα παλάτια ,εμπρός γκρεμιστήκαν.
Ποια η αξία της εμπιστοσύνης, ενώπιων όσων μπροστά της στάθηκαν;
Έχασα κάθε ελπίδα. Το όνειρό μου βαπτίσθηκε ναυάγιο.
Όταν μπροστά μου την είδα, να τη βρίσω δεν είχα το κουράγιο.
Γιατί την είδα, να αλλάζει την άσκοπη μοίρα της, γρηγορότερα από την εικόνα στη ριπή της ματιάς της.
Καθήκον χρίστηκε η αποφυγή. Καθήκον της αλήθειας η φυγή, από τη θέση των δυνατών.
Οι φωνές στο κεφάλι μου αποσκοπούν στο να με τρελάνουν.
Ψιθυρίζουν για ήρωες που, ούτε το ίδιο τους το άστρο δε φτάνουν.
Για το δώρο της γνώσης, σ ‘ ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα τι κάνουν.
Τα όνειρα ανθίζουν αργά κι έτσι πιο γρήγορα θα πεθάνουν.

Και κανείς δεν ακούει.
Όλοι τους γονατιστοί σε στάση προσευχής.
Μουρμουρίζουνε λέξεις προορισμένες για το μεγάλο αυτί του λυτρωτή.
Όμως κανείς δεν ακούει.
Γιατί όταν προσεύχονται, όταν ζητάνε δύναμη και συγχώρεση, μουδιάζει η ακοή τους.
Δεν μπορούν. Δεν δέχονται να ακούσουν, γιατί θέλουν μονάχα να ακούγονται.
Ποια προσευχή θα σε σώσει; Ποια συγχώρεση θα επαναφέρει τη γαλήνη σου;
Την είχες ποτέ σου εξ αρχής;
Πώς να γνωρίζουμε, όντας κουφοί;

Ανατέλλει το είδωλο της ανάγκης.
Αναδύεται το απρόσωπο σώμα της ψεύτικης χαράς, της προκαθορισμένης αδιέξοδου.
Υψώνεται σαν Ήλιος, τον ουρανό μας να κρύψει, με της κούφιες προσφορές του.
Όλοι τρέχουν να υποδεχτούν τον ερχομό του νέου σωτήρα, του αποδιοπομπαίου τράγου.
Πανέμορφος και κατάλευκος ο αμνός. Μια νέα θυσία στο όνομα της ανοησίας,
με τη λάμψη του χρυσού την εκτυφλωτική. Χαζεύει το τυφλό βλέμμα και χαίρεται η μαυρισμένη ψυχή.
Το πέρασμα πάλι ανοίγει. Ο ποιμένας καλεί το κοπάδι να ακολουθήσει,
με το κεφάλι σκυφτό και τα στόματα κλειστά.
Οδεύοντας επάνω στο μονοπάτι της λήθης, με το τέλος να μοιάζει τόσο κοντά που, θυμίζει ψέμα.
Το μοναδικό τέλος, η σβησμένη ανάμνηση που, κάποτε κρατούσε τις φωνές μακριά.

Μισθοφόροι προδότες, στείλανε τη σωτηρία σου στο θάνατο.
Αναγκάσανε την ελπίδα να καβαλήσει το ξύλινο μουλάρι, να τραβήξει για τα αβέβαιο σκοτάδι
που, άλλοι φοβούνται να περπατήσουν.
Σταυροφόροι βαδίζουν με τα μάτια καρφωμένα,
πάνω σε μια ιδέα που την έπλασε ο φόβος και το ψέμα.
Πήρε εικόνα. Πήρε μορφή και νόημα και λόγο, για να δώσουν τη ζωή τους δίχως αμφιβολία.
Δεν χωράει καμία αμφιβολία, μέσα στο κύκλο της τυφλής εμπιστοσύνης!
Παραμύθι επάνω στο παραμύθι, έχτισαν τον όμορφο ναό μέσα στη μνήμη τους.
Τώρα που καίγεται και τα θεμέλια του ξεχύνουν τη στάχτη,
περήφανοι τρέχουν να πέσουν μέσα, στην αγκαλιά της φλόγας.

Ένας ο δρόμος.
Γεμάτος με άγνωστα θύματα, καρφωμένα επάνω σε ξύλινους σταυρούς.
Γεμάτος παλούκια διακοσμημένα, με τις κεφαλές τυχαίων προσωπείων.
Γεμάτος φίδια και περιττώματα. Στο σταυροδρόμι του κρίνεσαι, ενώπιος ενωπίω.
Τα βήματα φαντάζουν πολλά και οι μέρες λίγες. Λίγα τα λόγια, οι σκέψεις λίγες. Οι τύψεις αμέτρητες.
Ένας ο στόχος.
Ξεδίπλωσε η σκέψη σου, σα κόκκινο χαλί να υποδεχτεί τον βασιλιά μα,
κείνη τη μέρα, οι καμπάνες θρηνούσαν για αυτόν.
Κι έτσι φοβήθηκες και το χαλί σου τύλιξες,
το πήρες και το πέταξες στα ράφια του μυαλού σου.
Ανάμεσα σε φόβους και κρυφούς λαβυρίνθους,
γεμάτους τέρατα που, ποτέ σου δεν κατάφερες να σκοτώσεις.
Τώρα βασιλεύει μέσα σε σκόνες και ιστούς και αλησμόνητους καιρούς.
Πέτα μακριά το στόχο σου και βούτα να τον πιάσεις.
Βούτα να αγγίξεις ουρανό, λίγο προτού τον χάσεις.

Η αιτία της ύπαρξης σου, δικαιολογείται όσο μπορείς, να τον κρατήσεις ζωντανό στα μάτια σου.
Εάν φύγει, δεν έχεις πια λόγο, δεν έχεις ουσία, μέχρι ξανά να βρεις κάτι, να φυλακίσεις στο βλέμμα σου.
Σχετική η ύπαρξη σου, τόσο, όσο και η αλήθεια σου.
Η καταστροφή σου όμως, δεδομένη, λόγω περιορισμένου χρόνου.

Ακροβατώ πάνω στον ασταθή ωκεανό που έχτισαν τα λόγια σου.
Η καταιγίδα φωνάζει το όνομα μου. Ο ουρανός πενθεί για το τι με περιμένει.
Η θολωμένη άβυσσος με υποδέχεται στο στέρνο της,
όπως μια μητέρα, αγκαλιάζει το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Πριν αγγίξω τον πάτο σαν πέτρα, στρέφω σε εσένα το βλέμμα μου.
Σε εσένα που, γέννησες αυτή τη καταστροφή για χάρη μου.
Σε εσένα και στη παλίρροια. Στο υδάτινο νεκροκρέβατο μου.
Οι λέξεις μου γίνανε χέρια, προσπαθώντας να φτάσουν λίγο το μέτωπο σου.
Οι προσπάθειες μου, γίνανε ώρες και μέρες και χρόνια,
απλά για να καταφέρουν να δουν λιγάκι από το ηλιοβασίλεμα στα χείλη σου.
Τα καράβια μου βουλιάξανε. Οι ναύτες τσακιστήκανε,
στο ομορφότερο τραγούδι που κατάφερες να διηγηθείς.
Οι πνεύμονες μου, γεμάτοι με το πικρό νερό σου, το δηλητήριο σου
ή και αλλιώς, το γλυκό φάρμακο που φέρει νεκρό πίσω από το τάφο.
Πήρες μαζί σου και εμένα χωρίς ποτέ σου να με έχεις.
Ο τείχος που ποτέ δεν μπόρεσα να γκρεμίσω.
Το μόνο που γκρέμισα είναι αυτό το σώμα. Αυτό το πείσμα. Αυτό το τίποτα για τα πάντα.
Ψιθυρίζεις το πάντα. Ζεις για λίγο. Ζεις για εμένα και για κανένα.
Μία σκιά στο πέλαγος. Μια λέξη στη σιωπή.
Μέχρι το κύμα να με πάρει και εμένα.

Ανεμοθύελλα γεννήθηκε, μέσα από τα χνώτα μιας ανάσας
που, ορκίστηκε πως θα αντέξει να κρατήσει τη μορφή της ακέραιη.
Η οργή της ατελείωτη, σαν ποταμός με ορμή καλπάζουσα,
σαν κύμα που καιρό τώρα περιμένει, να σκάσει και να σβήσει στη στεριά.
Γλιστράει απότομα μέσα από τα χαρακώματα του πλήθους
και του άχρηστου θορύβου, του ανώνυμου πανικού
και με τη σιωπή της, κόβει τα νήματα που κρατούσαν έως τώρα,
τη δυνατότητα της αδύνατης ύπαρξης ζωντανή.
Μια αβυσσαλέα κραυγή, εκκωφαντική και παραμορφωμένη,
βγαλμένη από τη μήτρα χιλιάδων νεκρών σκιών που, σιώπησαν πριν το επόμενο φως.
Μαχαίρι που κόβει δίχως να σκίσει το δέρμα.
Αίμα της φλέβας που στάζει, τρέχει σαν σκέψη τελευταία του νου να κρυφτεί,
να σωθεί από τη λύτρωση της λέξης, λίγο πριν βγει από το στόμα και χάσει το μυστήριο της.
Όμορφη σαν την αστραπή, επικίνδυνη για το θνητό το χέρι
που, αποσκοπεί μέσα στη παλάμη του, τη χάρη του θεού να κλείσει.

Αυτός είναι ο ρυθμός.
Αυτή η κίνηση του.
Αυτό και το αποτέλεσμα που περιμένεις, που κυνηγάς.
Τι κυνηγάς;
Στροβιλίζεσαι ανάμεσα σε εικόνες τεχνητές
που, με ομορφιά και τέχνη έπλασε η φαντασία σου
και σε φαντάσματα του σήμερα που, στοιχειώνουν την ημιτελή ημέρα σου.
Ακροβατείς επάνω σε σκοινιά. Ο λάκκος κάτω η κόλαση σου.
Φωτιά και φίδια περιμένουν να σε πνίξουν στην αγκαλιά τους.
Αυτός είναι ο αγώνας σου.
Το τέλος της γραμμής του νικητή σκεπάστηκε με ομίχλη.
Το τέλος είναι μακριά. Ακόμη μακρύτερα το μαρτύριο του τώρα.

Συνειδητά συναναστρέφομαι σε σαδιστικές συμπλοκές.
Συντρίμμι σχετικό να συνοδεύει τη συνοχή της συντέλειας.

Ακόμα γυρίζεις. Ακόμα χάνεσαι δίχως να θυμάσαι από το που αρχίζεις.
Η αρχή της ανατολής σου. Το τέλος της δύσης σου.
Στη μέση εσύ πάντα.
Πάντα να έχεις έρωτα τον ήλιο και το φως,
πάντα και το φεγγάρι και το σκότος.
Έτσι, τα βήματα σου μετατρέπονται σε δρόμο,
έτσι, ο δρόμος μονοπάτι που θα διασχίσουν αθάνατοι και θνητοί,
έτσι και η οδηγία που ξεκίνησε σαν βήμα.
Ό, τι έμοιαζε λαβύρινθος δίχως έξοδο,
τώρα απλώνεται σαν λουλούδι καρποφόρο, μπροστά στον ερχομό της ηδονής της άνοιξης.
Ό, τι έκρυβε μέσα του την αμφιβολία και τη δειλία,
τώρα γυμνό και εκτεθειμένο, στο φως χορεύει και τραγουδάει.

Ο τεχνητός ουρανός, ο απέραντος γυάλινος θόλος,
ο καθρέπτης που προδίδει το είδωλο μου, πλέον δεν με κρατά μέσα στο κόσμο του.
Σταμάτησε να ερμηνεύει τις ιστορίες μου ο άνεμος.
Η τελευταία σταγόνα του κρασιού από την άκρη του ποτηριού,
δεν προσφωνεί το όνομα μου, καθώς αγγίζει χείλη διψασμένα.
Με αγνοεί η σελίδα. Το μολύβι δε θυμάται το όνομα μου.
Ποιος είναι αυτός που για λίγο ξάπλωσε,
επάνω στη λεπίδα της απόφασης;
Ποιος ήταν αυτός που χάρισε τον έρωτα στα έρημα σκοτάδια;
Ποιος ήταν ο σκοπός του; Ποια η απορία του;
Ποια θάλασσα να ταξιδεύει τα όνειρα του;

Αντανάκλαση ατέρμονης αντιπαράθεσης.
Η ασταθής αλήθεια που αναπαράγει την αυτοκαταστροφή.

Μια ιστορία.
Αυτό χρειάζεται να ακούσει ο καθένας μας σήμερα.
Μια καλή ιστορία. Όπως πρέπει. Αρχή, μέση, τέλος.
Ό, τι χρειαστεί για να κρατήσεις την ιστορία πλήρης, ενδιαφέρουσα, αληθινή.
Δυστυχώς, δεν κατανοούνε όλοι τη δύναμη της επανάληψης,
αυτού του κύκλου που προσπαθεί ο καθένας μας να δραπετεύσει,
κλείνοντας τον εαυτό του πιο μέσα, κάθε φορά, κάθε φορά ελπίζοντας, πως θα είναι η τελευταία.
Τι ωραίος όμως που είναι ο κύκλος, μόλις συνηθίσεις τις στροφές, τις εναλλαγές του.
Βλέπεις, ο κύκλος είναι η ζωή σου. Αυτή που έχεις μάθει τόσο καλά να δημιουργείς, τόσο υπέροχα να ισοπεδώνεις.
Ποια η ιστορία λοιπόν;
Για μια γυναίκα, η οποία άφησε τον ήλιο να χορέψει στα σκοτεινά μαλλιά της,
στα χείλη της να πέσει θύμα η στιγμή της μοναδικής στιγμή σου που,
θα σε έχριζε πρωταθλητή, ενώπιος θεών και ανθρώπων.
Για λίγες λέξεις που, τις πήρε ο άνεμος σαν στάρι,
σε ένα λιβάδι που ερωτεύτηκαν δυο νέα κορμιά,
δίνοντας όρκους, καθώς ο άνεμος ακούει, καθώς ο άνεμος κλέβει τις λέξεις,
τις ταξιδεύει σε ηδονές που κατοικούν στα χαμηλότερα δωμάτια του μυαλού σου.
Για λίγη δόξα, για λίγο το όνομα σου να ακουστεί,
πέρα από τα βουνά που σε γέννησαν, πέρα από τη πόλη των φαντασμάτων.
Ένας έρωτας που κατοικεί στο παρελθόν.
Την είδα να περπατάει ανάμεσα σε στοιχειά που,
στοιχειώνουν ακόμα τις χειρότερες ανησυχίες μου, τις χειρότερες ημέρες μου.
Λίγο, λίγο πίνουν το αίμα, από ό, τι κατάφερα να κρατήσω ζωντανό μέσα μου.
Ο θάνατος, ο δικός μου όλεθρος, στην ομορφότερη μορφή που θα μπορούσα να περιμένω.
Μια κίνηση είναι, ένα βήμα παραπέρα και μετά τίποτα.
Τίποτα δε νιώθεις, τίποτα δε χρειάζεται να κάνεις.

Δεν υπάρχει γαλήνη, δεν υπάρχει η σιωπή της ηρεμίας για εμάς σε αυτή τη ζωή.
Ίσως στην επόμενη. Ίσως σε καμία.

Μια ιστορία.
Ένα πιστικό διήγημα που, θα χαϊδέψει τα αυτιά του ακροατή.
Δεν θα χρειαστεί ποτέ να παίζει ο ίδιος αυτό το θέατρο.
Το μόνο που θέλει, είναι να το βλέπει.
Λατρεύει να το βλέπει, σιχαίνεται να το ζει.
Και γιατί να το ζήσει; Τι θα κερδίσει;

Άλλη μια ιστορία, άλλος ένας πόλεμος, στη μήτρα της πιθανότητας.
Άλλη μια μέρα που, πονάει σαν καμία άλλη προηγούμενη.
Άλλος ένας λόγος για να μείνεις, να γίνεις πιόνι, να φορέσεις τη κορώνα του βασιλιά.
Άλλη μια άσκοπη κίνηση ενός στραβού χεριού, επάνω στη σκακιέρα της διαταγής, της αποστολής.
Άλλο ένα τέλος σαν όλα τα άλλα. Ακόμη τέλος δεν βρίσκεις, αρχή δεν βλέπεις.
Ακόμη μια απειλή. Ο γκρίζος άντρας παραμονεύει να κλέψει την αναπνοή που κρατάς δανική.
Άλλο ένα ποτήρι, άλλη μια απόπειρα να γεμίσεις το κεφάλι σου δηλητηριώδες σκέψεις.
Άλλο ένα ποτό, εν ονόματι « και τι έχει να λέει, και τι να πει; »
Μια ιστορία. Ένα παραμύθι.
Ένα ψέμα επιλογής προς τον αβοήθητο εαυτό σου,
άλλο ένα χάπι που θα απαλύνει τον πόνο, προσωρινά.

Όταν το χέρι κουραστεί και πάψει να γράφει.
Όταν η αγάπη μείνει στάσιμη, στο τελευταίο νησί της μοναξιάς σου
και τα καράβια της θα δεις να καίγονται,
επάνω στη ράχη της θάλασσας, πλάι από πελώριους βράχους.
Όταν η λέξη που περίμενες να ακούσεις χρόνια ατέλειωτα,
φτάσει στα μάτια σου, στο σχήμα μιας ημέρας γκρίζας.
Όταν θα πάψεις να χαρακώνεσαι, θα πάψεις να υποφέρεις για χάρη των παλιών καιρών.
Θα σκορπίσεις.
Κομμάτι, κομμάτι και μόνο τότες,
τότες θα κατανοήσεις τη δόξα του τέλους.
Χρειάζεσαι το αντικείμενο της ελπίδας, όχι την ίδια την ελπίδα μα, γιατί;
Ελπίδα σημαίνει πόλεμος.
Πόλεμος για κάτι το οποίο σε κρατά ζωντανό πάνω στο δρόμο της επιβίωσης,
γονατιστό ή όρθιο. Ανώνυμος ο σκοπός μα,
η θέληση προς ολοκλήρωση αρκεί για να σε πείσει να συνεχίσεις.
Ελπίδα δεν είναι το επιχείρημα που,
σαν κορώνα προσάπτουμε επάνω σε ψευδείς πεποιθήσεις.
Υπάρχεις ακόμα γιατί μάχεσαι.
Μάχεσαι γιατί αγαπάς να υπάρχεις ακόμα.
Να η ελπίδα και το αντικείμενο της,
στην απλότητα της, στην τελειότητα της.
Μη κυνηγάς το πόλεμο δίχως τη θυσία, δίχως το αίμα.
Αυτές οι μάχες θα σε οδηγήσουν μέσα στο ψέμα.

Δεν έχει σημασία η μορφή μιας απόφασης,
ενός προσώπου, μιας πράξης μα,
η φύση του κρατάει τη ουσία.

Αυτή η μέρα δε μου έδωσε τίποτα,
πέρα από τον ήλιο και το τραγούδι της,
πέρα από το φεγγάρι και τη σιωπή του.
Μου έδωσε όσα αρκούν για να ξεμείνω να ζητώ ακόμη λίγο,
ακόμα λόγο να μείνω κοντά στη φυσική συνοχή της.
Εθισμένος βρέθηκα να είμαι στην εικόνα της.
Εθισμένος στην ομορφιά της,
σαν το κορίτσι που με άφησε πίσω να μαζέψω θραύσματα,
για τα οποία δεν ευθύνομαι εγώ.
Μου λες πως θες να κρατήσεις σφιχτά στα χέρια σου αυτή τη στιγμή,
πως, ό, τι έμεινε και έχει μέσα του ζωή είναι αυτό που βλέπουμε.
Λες πως λαχταράς να κρατήσεις το άγνωστο μέλλον,
μέσα στις δυο θνητές παλάμες του χεριού σου, καλά κρυμμένο.
Όλα φεύγουν, όλα σκορπάν.
Μπροστά οδεύεις κι όσο πίσω κι αν κοιτάξεις, δε γυρνάν.

Το δώρο της ζωής. Το χάρισμα του πόνου.
Μια καταστροφική δύναμη φωλιάζει ανάμεσα στα χέρια μου.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να το αγγίξω, μονάχα να το νιώσω.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να το πιστέψω, μονάχα να το φοβάμαι.
Ο χρόνος κυλά. Περνάει από μέσα μου βιαστικά και εγώ,
εγώ μένω στάσιμος στη μέση ενός ονείρου,
στη μέση μιας πραγματικότητας σχηματοποιημένης.
Ότι και αν αγγίξω γίνεται στάχτη.
Τα χέρια μαυρισμένα, το μήνυμα σαφές.
Μονάχα θάνατο μπορείς για λίγο να κρατήσεις.

Προσπαθώ να διατηρήσω την εικόνα ζωντανή.
Την ανάμνηση γεμάτη και ολοκληρωμένη.
Στρέφω τα δάχτυλα μου επάνω στο πρόσωπο σου,
επάνω στο σώμα μιας σκιάς ξεχασμένης.
Τώρα εγώ είμαι ο πόνος σου, εγώ είμαι η μελωδία του κορμιού σου!
Ο θάνατος σου δικός μου, δική μου η δόξα που γεύτηκες,
όταν τον ήλιο κοιτούσες γεμάτη ηδονή και απορία.

Μαχαίρι έσκισε τη νύχτα.
Ακόμη η σιωπή να κοιμηθεί.
Ακόμη πλέει το όνειρο σε ανεξερεύνητα νερά.
Ακόμη κρατάς το πρόσωπο του θεού μέσα στις χούφτες σου.
Ακόμη να ξημερώσει η αλήθεια…