Μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε

Ιχνηλάτη των ονείρων
σκύψε,
το αυτί σου
με αρχέγονο μυστικό να χαϊδέψω.
Καλοκαίρια το φιλντισένιο δέρμα
θα στεγνώσουν
και βροχές ξανά τη σκέψη
θα ποτίσουν.
Ποιος τάχα το γνωρίζει
ποια εποχή θα ανθίσει η ψυχή
και πότε σαν μήλο της Εδέμ
θα σε κόψει για να σε γευτεί
ένας μεγάλος Θάνατος.
Δική σου δεν θα ναι για πάντα
η άνοιξη.

Πολέμιον ανθρώποις αυτοί εαυτοίς

Α.Η μάχη εκείνου

Για την φτώχεια φταίει ο Διπλανός
με πλούτη αναστήθηκε
και στέφθηκε ο κόσμος με αδικία.
Για τον χαμένο έρωτα
η καλοσύνη μου φταίει,
αυτή η άσπονδη ερωμένη.
Φταίει ο κάθε ανόητος
για τον θυμό χωρίς πυθμένα,
αφού οι γύρω ντύνονται εξουσία.
Για το σκοτάδι ένοχη η σιωπή.
Για την δειλία ένοχη είναι εκείνη.
Ένοχη κι εγώ αθώος
Πάντα ατρόμητος ενώπιον εαυτού!

Β.Η μάχη εκείνης

Μακρύ φόρεμα η ανασφάλεια
μαζί με ατέλειες
όλες τις αρετές μου κρύβει.
Μια άλλη με ξίφος γυάλινο
στον καθρέφτη μου αναμένει,
το τελευταίο κομμάτι
εαυτού να κατακτήσει.
Ίσως αν της πω “σε εκτιμώ”
σιωπηλά να αποχωρήσει.

Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον

Ομάδα αίματος δεν επέλεξα
ούτε το νερό που με βάφτισε.
Κι αν τώρα διαφωνώ,
επιλογή καμιά δεν δόθηκε
εκ του Δημιουργού.
Καθώς όριζε τον φροντιστή,
έπλεα σε πελάγη ανυπαρξίας.
Σαν μαριονέτα από ξύλο καρυδιάς,
έτυχα προέλευσης ελληνικής
και προορισμού βαθύ σκοτάδι.
“Παράπονα δεν δεχόμεθα”
έγραφε ο Πρωτομάστορας.
Γενετικό δεδομένο
θα πει σφραγίδα ανεξίτηλη,
συμβόλαιο εις την αιωνιότητα.
Το δέχεσαι δεν το δέχεσαι,
κάποια ομάδα να επιλέξεις
έχεις την ψευδαίσθηση,
μόνο εκ των υστέρων.
Πεπρωμένο πάντα σου αναλογεί,
μέχρι να γίνει πεπραγμένο.