Αναστήθηκε αυτός που κοιμόταν καιρό,
αναστήθηκε από βαθύ υπόγειο, σκοτεινό.
Στο λυκόφως στέκει, τεράστιος, κανείς δεν τον ξέρει
και το φεγγάρι συνθλίβει στο μαύρο του χέρι.

Στον βραδινό αχό των πόλεων απλώνεται παντού
η σκιά και η παγωνιά ενός περίεργου σκοταδιού,
κι η αέναη δίνη της Αγοράς παγώνει, δε γυρίζει.
Σιωπή. Κοιτούν γύρω. Και κανείς δε γνωρίζει.

Στα σοκάκια κάτι απ’ τον ώμο ελαφρά τους αρπάζει.
Μια ερώτηση. Αναπάντητη. Το πρόσωπο χλωμιάζει.
Μια κλάψα από καμπάνες, στο βάθος, αχνά αραιώνει
και τα μούσια τρέμουν στο μυτερό τους σαγόνι.

Στα βουνά ψηλά, ήδη άρχισε ο δικός του χορός
και κραυγάζει: Πολεμιστές σηκωθείτε, όλοι εμπρός!
Κάθε που κουνάει το μαύρο κεφάλι γύρω αντηχεί,
όπως κρέμονται χιλιάδες κρανία, σ’ αλυσίδα ηχηρή.

Σαν πύργος ξεπροβάλλει απ’ τη στερνή τη στάχτη πέρα,
τα ποτάμια κιόλας γέμισαν αίμα, εκεί που φεύγει η μέρα.
Στα καλάμια ήδη απλωμένα αμέτρητα κορμιά,
χιονισμένα απ’ του θανάτου τ’ ανίκητα πουλιά.

Πάνω από κυκλικούς, στέκει αυτός, μπλέ πύρινους τοίχους,
πάνω από σοκάκια σκοτεινά ακούς των όπλων τους ήχους.
Πάνω απ΄τις πύλες, που’χουν σωριαστεί των φυλάκων τα σώματα,
πάνω απ’ τις γέφυρες, βαρειές με βουνά από πτώματα.

Ως τη νύχτα κυνηγάει τη φωτιά στ’ αναχώματα,
κόκκινο σκυλί με μιά λάρνακα απ’ άγρια στόματα.
Απ’ το σκοτάδι ο μαύρος κόσμος των νυχτών τινάζεται,
από ηφαίστεια το χείλος του φρικτά φωτίζεται.

Με χίλια, κόκκινα καπέλα, μυτερά, οι μακρυσμένες,
σκοτεινές πεδιάδες με σπιθοβόλημα είναι ραντισμένες
κι ότι στους δρόμους δεξιά η αριστερά ζυγώνει,
το ρίχνει αυτός μεσ’ στο σωρό, η φλόγα να ψηλώνει.

Το ένα μετά το άλλο δάσος οι φλόγες καταβροχθίζουν,
κίτρινες νυχτερίδες, που άγρια το φύλλωμα ξεσκίζουν.
Σα θερμαστής, το δαυλί του αυτός καρφώνει
στα δέντρα, η φωτιά να βρυχάται, να κορώνει.

Σε κίτρινο καπνό μια μεγαλούπολη βυθίστηκε,
στης Αβύσσου το στομάχι πήγε, ρίχτηκε.
Έτσι στέκεται γιγάντιος πάνω απ’ ερείπια λαμπαδιασμένα,
αυτός που στ’ άγρια ουράνια γυρνάει τη δάδα του ολοένα,

πάνω απ’ την αντανάκλαση στα σύννεφα με τις σχισμές
της καταιγίδας, στου πεθαμένου ζόφου τις κρύες τις ερημιές,
καθώς αυτός εμάρανε τη νύχτα με την πυρκαγιά,
πάνω στα Γόμορα πέφτει πίσα και φωτιά.

Ημερολόγιο 6 Ιουλίου 1910

Αχ, είναι τρομερό. Ούτε το 1820 δεν θα ήταν τόσο άσχημα. Πάντα τα ίδια, τόσο βαρετό, βαρετό, βαρετό. Τίποτα δε συμβαίνει, τίποτα, τίποτα. Ας συνέβαινε κάτι, που να ξεπερνάει αυτή την άνοστη γεύση της καθημερινότητας. Όταν αναρωτιέμαι γιατί έζησα μέχρι τώρα – δεν ξέρω την απάντηση. Τίποτ’ άλλο παρά μαρτύριο, βάσανα και μιζέρια (…) Ας συμβεί κάτι. Αν χτίζονταν πάλι οδοφράγματα, θα ήμουν ο πρώτος που θα τα υπερασπιζόμουν, θα’θελα να νιώσω την ορμή του ενθουσιασμού μου ακόμα και με μια σφαίρα στην καρδιά. Ας άρχιζε ένας πόλεμος, άδικος έστω. Αυτή η ειρήνη είναι λιπαρή και σάπια, σαν βερνίκι από ψαρόκολλα πάνω σε παλιά έπιπλα.