ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Πετάνε τα καπέλα απ’ τα μυτερά κεφάλια των αστών
Παντού οι ανέμοι μια κραυγή, η ίδια.
Πέφτουν, συντρίβονται στα δυό απ’ τις σκεπές τα κεραμίδια
Και η παλίρροια, λένε, σκεπάζει τα μήκη των ακτών.

Η καταιγίδα έφτασε, τα φράγματα χτυπούν
Οι άγριες θάλασσες, μαστίζουν τη γη μας ολοένα.
Από συνάχι οι πιο πολλοί νοσούν.
Από τις γέφυρες πέφτουνε πιά τα τρένα.

Η ΠΟΛΗ

Είδα το φεγγάρι και του αγριωπού
Αιγαίου πελάγους τ’ ολόλαμπρο θάμβος.
Τα μονοπάτια μου παλεύουν με τη Νύχτα.

Τη συννεφιά φωτίζουν όμως εφτά πυρσοί,
για κάθε νίκη έτοιμοι, που μου ‘ναι συνοδοί.

“Στο τίποτα να υπέκυπτα, των πόλεων να με βασανίσει,
των απέραντων, ο άνεμος ο κακός;
Στη ζήση αφού πιά τσάκισα την έρημη την μέρα!”

Χαμένες διαδρομές! Έχει περάσει πιά ο καιρός
που οι νίκες σας έχουν κιόλας τρεμοσβήσει.
Βιολιά ηχούν μάταια τη θλίψη μου και η στριγγή φλογέρα.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Της χώρας της χαράς μου τα χλωμά παιδιά,
όλα τα όνειρα, άραγε, ο ήλιος θα σκοτώσει;
Τόσο εκτυφλωτικές και ακίνητες γίναν οι μέρες πια,
φοβάμαι την σωτηρία μου πως θα χάσω,
η ολοκλήρωση με τραβά με πρόσωπα που’χουν θαμπώσει.

Σα να πηγαίνω το Θεό μου να δικάσω.

ΟΡΑΜΑ Η ΤΡΕΛΑ

Λάμπα μη στάζεις.
Ένα μπράτσο ξεπρόβαλλε απ’ τον τοίχο, γυναικείο, λεπτό.
Ήταν χλωμό, με γαλάζιες φλέβες.
Τα δάχτυλα φορτωμένα με δαχτυλίδια βαριά.
Καθώς της φίλησα το χέρι, τρόμαξα:
ήταν ζωντανό και ζεστό.
Μου ‘κανε στο πρόσωπο μιά γρατζουνιά.
Με το κουζινομάχαιρο έκοψα μερικές φλέβες.
Μια μεγάλη γάτα έγλειψε απ’ το πάτωμα το αίμα χωρίς ήχο.
Στο μεταξύ, ένας άντρας με σηκωμένα τα μαλλιά,
σκαρφάλωνε σ’ ένα σκουπόξυλο, αφημένο λοξά πάνω στον τοίχο.

 

Ο ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΕΝΟΣ

Γαλαζοπράσινη νύχτα, σιγοκαίνε τα χρώματα βουβά.
Τον απειλεί, μήπως, η κόκκινη λάμψη των λογχών
και των τεθωρακισμένων; Βαδίζουν οι ορδές του Σατανά εδώ;
Οι κίτρινες κηλίδες, που επιπλέουν στη σκιά,
είναι τα μάτια μεγάλων αλόγων, εξαϋλωμένων.
Το σώμα του είναι χλωμό και ανυπεράσπιστο, γυμνό.
Από τη γη αναβλύζει ένα ροζ σβησμένο.

AURORA

Για το σπίτι σερνόμαστε σκυθρωποί σα γεροντάκια,
η λαμπερή, κίτρινη νύχτα έχει ξεθωριάσει.
Βλέπουμε πως ο ουρανός, πάνω απ’ τα φαναράκια
σκούρος και κρύος, μας απειλεί, σα να’χει νευριάσει.
Τώρα οι δρόμοι, γρήγορα, ανοίγονται σκληροί
και λερωμένοι, στης μέρας την λάμψη την πλατιά.
Τη φέρνει εδώ η πανίσχυρη Αυγή
με κόκκινα, παγωμένα χοντροδάχτυλα, δειλά.

TRISTITIA ANTE

Πέφτουν χιονοστιβάδες. Κάθε νυχτιάς
μου η λάμψη κι ο κρότος εντείνονται.
Όλοι οι κίνδυνοι που μου’ταν ποθητοί, γίνονται
τώρα μισητοί, όσο ο Βοριάς.

Τον πόλεων την κάψα απεχθάνομαι αρκετά.

Σαν ξυπνούσα πρώτα και φλέγονταν αργά
τα μεσάνυχτα – ο ήλιος μέχρι που να βγει,
κι έπαιρνα των λευκών πορνών την αρχοντιά την τρυφηλή,
λες και θα μου ‘φερνε το λίγο αυτό την σωτηρία τελικά,

ποτέ δεν έβλεπα τόση λάμψη θλιβερή.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το ηλιοβασίλεμα ξέσκισε τα γαλανά ουράνια.
Αίμα στη θάλασσα. Κι άναψε ο πυρετός παντού.
Τρύπησαν οι λάμπες το βραδάκι.
Φώτα στους δρόμους και στα λευκά δωμάτια.

Γιατί τότε να’χουμε συρθεί έξω απ’ την μήτρα,
αφού ο καθένας να’ναι άλλος προτιμάει.
Κι ο καθένας τα μάτια σου τρυπάει
και στ’ όνειρό σου ξεδιάντροπα εισβάλλει
και τα μέλη του στα κόκκαλά σου πιάσαν φύτρα,
σα να μην υπάρχει θέση άλλη.

Κι ο άνθρωπος ακόμα δε θέλει να πεθαίνει
κι όπως το φεγγάρι, μοναχικά, τίποτ’ άλλο δεν λικνίζεται.
Κι αυτό ακόμα μόνο τον θάνατο σημαίνει.
Γιατί η αγάπη του με θάνατο πληρώνεται.

Κάτω μου βαθειά ξεψυχά άρρωστη η νύχτα.
Και το πρωί εγείρεται τρομακτικό.
Γοργά το Μαύρο καταλύει.
Άγρια, όπως και το Χτες, ο αδερφός του,
που τον κατάπιε το σκοτάδι.

Τρομπέτες ηχούν απ’ το καταραμένο το βουνό-
Γη και θάλασσα, πότε θα βυθιστούν μεσ’ στο Θεό;

Ο Γιάκομπ βαν Χόντις (αναγραμματισμός του Hans Davidsohn, 1887-1942) υπήρξε πρωτοπόρος στην διαμόρφωση του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Το ποίημα του «Το Τέλος του Κόσμου» (1911) θεωρείται το πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα εξπρεσιονιστικού ποήματος και το μιμήθηκε μια ολόκληρη γενιά ποιητών.
Ο βαν Χόντις εμπλούτισε την εσχατολογική θεματική των εξπρεσιονιστών με την παρατακτική τεχνική του, αναγγέλοντας κωμικοτραγικά το θάνατο του αστικού πολιτισμού μέσα από γκροτέσκες εικόνες Αποκαλύψεως. Η ποιητική του παραγωγή ουσιαστικά στέρεψε μετά τον πόλεμο, καθώς βρέθηκε έγκλειστος σε μια σειρά φρενοκομείων, μέχρι το θάνατο του σε κάποιο, άγνωστο, στρατόπεδο συγκεντρώσεως το 1942.