Σήμερα συμπληρώνονται 4 χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Ελευθερίου

`

Αποσπασματα

`

Τα πρώτα μουσικά ακούσματα του Μάρκου, το μπουζούκι του μπάρμπα και η γκάιντα του πατέρα
«Αυτό που με βασανίζει είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα σε κάθε άνθρωπο» -Σεντ Εξιπερί
Οι πρώτες μουσικές ακροάσεις των παιδικών χρόνων του Μάρκου Βαμβακάρη στη Σύρα είναι όσες άκουγε καθώς «τον έτρεφε γλυκά το γάλα της μητρός του». Είναι εικόνες και ήχοι πανηγυριών, γάμων, διασκεδάσεων και φυσικά οι θρησκευτικοί ύμνοι με το αρμόνιο στις εκκλησίες της Ανω Σύρας.

`

H Φιλαρμονική Μουσική Εταιρεία της Σύρου.
Ασφαλώς κράτησε πολλά από κείνα τα χρόνια. Υπολογίζω ότι εκεί στα πέντε του χρόνια θα τον κυρίευσε το πάθος της μουσικής χωρίς να το θέλει και χωρίς να το ξέρει, καθώς βρέθηκε ανάμεσα στην «πρωτόγονη» μουσική ερασιτεχνών συγγενών του και, λίγο αργότερα, στην «έντεχνη», είτε την άκουγε μέσα από τα στοιχειωμένα σπίτια της Ερμούπολη είτε από τα γραμμόφωνα και τις λατέρνες που είχαν κατακλύσει το νησί.
Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε οπωσδήποτε και όσα άκουγε, λίγο αργότερα, από τις μουσικές κομπανίες, και ιδίως από τις συναυλίες των «Φιλόμουσων Σύρου» στη μαρμάρινη μουσική εξέδρα της κεντρικής πλατείας της Ερμούπολης.
Τα πρώτα όργανα που ονομάζει στη σπαρακτική «Αυτοβιογραφία» του είναι η γκάιντα και το μπουζούκι. Γκάιντα έπαιζε ο πατέρας του και μπουζούκι κάποιος μπάρμπας του. Αμέσως μετά εμφανίζεται η φυσαρμόνικα. Επαιζε κάποιος συγγενής του. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν πια είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά, θα επαναφέρει στο μυαλό του το αρμόνιο, που βέβαια τις πρώτες του μελωδίες τις άκουσε στις συριανές καθολικές εκκλησίες της Ανω Σύρας.
Ο καημός του: «Είχαμε ωραία τροπάρια, καθολικά δηλαδή, όμως δεν μπόρεσα να τα μάθω, δεν πρόκανα να τα μάθω. Εφυγα». Μα δεν έφυγε μωρό. Εφυγε από τη Σύρα 14 -15 χρονών και είχε όλο τον καιρό να τα μάθει. Απλώς μαζί με όλα τα άλλα εγκατέλειψε και την εκκλησία. Πρόλαβε όμως να συνομιλεί με τους αγγέλους…

 

`

Πούλαγε εφημερίδες
… Αυτές όλες τις ομορφιές, την επίδειξη, τη σπατάλη και τον πλούτο ούτε τα είδε ούτε και θα τα ονειρεύτηκε ο Βαμβακάρης, αφού κανένας από τους γνωστούς του ή από τους συντοπίτες του, της Απάνω Χώρας, δεν παρευρέθηκε ποτέ σε τέτοια σύναξη. Και αμφιβάλλω αν την περίοδο, αργότερα, που πουλούσε εφημερίδες μικρό παιδί στην Ερμούπολη θα είχε την περιέργεια καθώς ξεκουραζόταν, όπως λέει, να διαβάσει στις εφημερίδες που του απόμειναν απούλητες τέτοιες απολαύσεις της συριανής κοινωνίας.
Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να τα διάβαζε και να τα ξέχασε αμέσως. Μέσα του όμως έμειναν για πάντα. Το είχε χωνέψει, απ’ αυτή την ηλικία, ότι άλλος ήταν αυτός ο κόσμος, κι ας βρισκόταν δίπλα του.
Δύο μήνες μετά τη γέννηση του Βαμβακάρη, και συγκεκριμένα την 1η Ιουλίου 1905, δημοσιεύεται και τούτη η συνταρακτική είδηση για κάτι που θα είχε αργότερα, και για πολλά χρόνια, άμεση σχέση με τη μουσική σταδιοδρομία του μεγάλου συνθέτη: «Από της παρελθούσης εβδομάδος έκαμε την εμφάνισίν του εις την πόλιν μας εν ωραιότατον και πολύ δυνατόν γραμμόφωνον”!”.
Το οποίον εμφανίζεται μόνο το εσπέρας εν τοις ξενοδοχείοις και μετά εν τη πλατεία. Παίζει δε πολλά και πολύ ωραία κομμάτια από μελοδράματα. Ατινα ευχαριστούσιν τους φιλόμουσους Συριανούς μας. Το δε δισάκι του πάντοτε είναι πλήρες από πεντάρες».

 

`

Οι παλιοί Συριανοί μουσικοί με τα στριφτάρια
Στην «Αυτοβιογραφία» του ο Βαμβακάρης αναφέρει μερικά ονόματα συριανών μουσικών, τα οποία δυστυχώς, είναι άφαντα, αφού δεν υπάρχουν ούτε στους Εκλογικούς Καταλόγους. «Στη Σύρα που ήμουνα παιδί (δηλαδή όταν ήταν τουλάχιστον δέκα χρονών, το 1915) επρόκανα τα στριφτάρια (”διά χορδάς μουσικού οργάνου”) που έπαιζε ο Στραβογιώργης (αναφέρεται στον τυφλό μουσικό Γ. Αθαν. Σπέλλα, τον οποίο θυμάμαι κι εγώ πολύ καλά, ως παιδάκι, να παίζει σε καφενεία μαζί με δύο άλλους γύρω στα 1948, και ο θάνατός του πέρασε στις ειδήσεις της εφημερίδας Θάρρος ως εξής: ”Την 1 Δεκεμβρίου 1952 απεβίωσεν ο συμπαθής τυφλός μουσικός Γεώργιος Σπέλλας”), ένας Μαούτσος (Νίκος, ο οποίος έπαιζε μπουζούκι και είναι περίεργο πώς δεν «ανακάλυψε» τότε ο Βαμβακάρης τη γλυκύτητα του μπουζουκού’ ο Νίκος Μαούτσος πέθανε στην Κατοχή, ήταν από τη γενιά των «καταραμένων ποιητών», απόκληρος και ολομόναχος, χωρίς οικογένεια, με συντροφιά μόνο δύο σκυλιά έμενε στην περιοχή της σημερινής Δόξας), ένας Μανόλης Στρατοδεσίου.
Τους πρόκαμα αυτούς με τα στριφτάρια. Αυτά ήταν τα τσιβούρια. Αυτοί είναι παλαιοί μπουζουξήδες. Επαίζανε, είχανε μια κομπανία, στις ταβέρνες γυρίζανε, όπως γύριζα και εγώ με τον πατέρα μου, Αλλοι τραγουδάγανε και άλλοι όχι». Την 1 Νοεμβρίου 1874 καταδικάστηκαν δυο μουσικοί από το δικαστήριο της Ερμούπολης διότι «έπαιζον τσιβούριον και ετραγώδουν αισχρά άσματα εις καφενείον». Και αργότερα πολλά παρόμοια περιστατικά: «Έπαιζαν μουσικά όργανα περιφερόμενοι εις τα οδούς της πόλεως», «εντός του κατά την θέσιν Βαπόρια οινοπωλείου», συνελήφθησαν αρκετοί πολίτες «πίνοντες και άδοντες…»

 

`

Δουλειά στο Κλωστήριο
Η μητέρα μου έπαιρνε 3,5 δρχ. την ημέρα και εγώ 3,5 δρχ. τη βδομάδα
Αυτοβιογραφία: «Έφτασε και το 1912. Τότε επήραν τον πατέρα μου στρατιώτη (ο Βαμβακάρης 7 χρόνων, που σημαίνει ότι τότε σταμάτησε το σχολείο). Με παίρνει εμένα η μάνα και πάμε να πιάσουμε δουλειά σ’ ένα κλωστήριο, του Δεληγιάννη (το σωστό: Κ. Δηληγιάννης & Χ. Μουχτόπουλος). Αρχισε τη δουλειά στο βαφείο του κλωστηρίου κι εγώ έκανα πακέτα τα νήματα. Η μάνα μου έπαιρνε τρισήμισι δραχμές την ημέρα κι εγώ τρισήμισι δραχμές τη βδομάδα»…
… Δεν ξέρουμε πόσα χρόνια εργάστηκε η μητέρα του στο εργοστάσιο Δηληγιάννη. Το εν λόγω εργοστάσιο όμως, όπως του Μουτζουρόπουλου, στο οποίο εργάστηκε για λίγο καιρό ο μικρός Βαμβακάρης, και τα υπόλοιπα που ανέφερα, πρέπει να ήταν σε άθλια κατάσταση από άποψη υγιεινής.
Η επιθεώρησή του στα ερμοπουλίτικα εργοστάσια έγινε τον Μάιο 1917. Είναι κι αυτό ένα ελάχιστο δείγμα όχι μόνο της ερμοπουλίτικης κοινωνίας, αλλά και όλων των ελληνικών βιομηχανικών πόλεων εκείνου του καιρού. Ακόμα και ως τις μέρες μας η κατάσταση εξακολουθεί να είναι σχεδόν ίδια. Ο «μικρός πρίγκιπας» που μας ενδιαφέρει δεν κάνει νύξη για τέτοιες καταστάσεις…

`

Παιδική εργασία και ξυλοδαρμοί παιδιών
Αυτοβιογραφία: «Στα 1915 (10 χρόνων) πήγα στο υφαντήριο του Μουτζουρόπουλου και με κράτησαν αμέσως για βοηθό μέσα».
Το εργοστάσιο του Πάνου Μουτζουρόπουλου ιδρύθηκε το 1904 και το 1917 απασχολούσε 78 εργάτες και εργάτριες. Η ημερησία παραγωγή του ήταν 50 τεμάχια, προφανώς τόπια υφάσματος. Οπως με πληροφόρησε η ιστορικός Χριστίνα Αγριαντώνη, την περίοδο 1912?1918 έγινε ριζική ανανέωση των αργαλειών του. Εκλεισε το 1937.
Το 1976 μια ηλικιωμένη κυρία, η Αννα Α., μου εξομολογείτο ότι, όταν εργαζόταν ως υπηρέτρια σε πλούσιο σπίτι της Ερμούπολης σε ηλικία οκτώ χρόνων, η «κυρία» της κλείδωνε με κλειδί το ψωμί σε συρτάρι της κουζίνας μην τύχει και το αγγίξει. Ώσπου το έμαθε ο σύζυγος, καθύβρισε τη γυναίκα του και μόνο τότε άρχισε η κυρία να της δίνει κανονική μερίδα τροφής και ψωμιού!
Θα μπορούσα να αναφέρω περιληπτικά το δυσώδες περιστατικό εις βάρος της ανήλικης «δούλης». Θα ‘μοιαζε όμως με ξεθυμασμένη μυρωδιά σ’ ένα μπουκαλάκι αρώματος. Προτίμησα τη δημοσιογραφική γραφή εκείνων των χρόνων, όπως σε πολλά άλλα κείμενα του παρόντος βιβλίου, δεδομένου ότι γράφτηκε εν θερμώ και με αγανάκτηση.
Ωστόσο κρύβει μέσα του και κάτι άλλο. Δείχνει και ένα άλλο μέρος της σήψης των ηθών δίπλα σε όλα τα άλλα που συνέβαιναν και στη συριανή κοινωνία. Να μη ξεχνάμε ότι ήταν χρόνια πολέμων, έλλειψη αγαθών ιδίως για την εργατική τάξη, η οποία αντιπροσώπευε το 80% του πληθυσμού, όπου ανάμεσά ους ήταν και η οικογένεια και ο ίδιος ο Μάρκος Βαμβακάρης. Δυστυχώς για κείνον η εφιαλτική στέρηση των παιδικών του χρόνων τον επισκέφτηκε ? κι αυτόν- αυτοπροσώπως και σε μεγάλη ηλικία, τουλάχιστον λίγα χρόνια πριν πεθάνει, το 1972, σε ηλικία 67 μόλις χρόνων. Ευτυχώς τα τελευταία του χρόνια εισέπραξε από τα τραγούδια του κάμποσα χρήματα κι δεν χρειάστηκε να γυρνάει ξανά στις γειτονιές του Πειραιά παίζοντας στις ταβέρνες μπουζούκι και ένα του παιδί να ζητάει με «πιατάκι» τον οβολό των θαμώνων…

`
**************************************************************
Ο Μάνος Ελευθερίου στήνει ένα καλειδοσκοπικό κείμενο στο οποίο συνδυάζει την προσωπική μαρτυρία του ίδιου του Μάρκου Βαμβακάρη για τα πρώτα νεανικά του χρόνια με πλούσιο αρχειακό υλικό (περιγραφές εφημερίδων για χορούς, αστυνομικές διατάξεις, δικαστικά έγγραφα, σπάνιες φωτογραφίες και ντοκουμέντα κ.ά.) ανασυστήνοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της συριανής κοινωνίας εκείνου του καιρού.
Έτσι, αναδεικνύεται η Σύρος των αντιθέσεων -όχι μόνο ταξικών-, λαμπερή και σκοτεινή ταυτόχρονα, σε μια περίοδο που το κομβικό λιμάνι παρακμάζει, δίνοντας τη σκυτάλη στον Πειραιά. Εκεί άλλωστε θα πλεύσει και ο νεαρός Μάρκος αναζητώντας την τύχη του. Η Άνω Χώρα με τους καθολικούς Φράγκους συνυπάρχει με την Κάτω Χώρα των ορθοδόξων. Από τη μια η ευμάρεια των πλουσίων, από την άλλη οι τεκέδες, τα πορνεία και οι κουτσαβάκηδες. Τα εφοπλιστικά πλοία και οι καρβουνιάρηδες, τα εργοστάσια και η παιδική εργασία… Όλα αυτά που πότισαν την ψυχή του μικρού Μάρκου κι έγιναν μουσική, στίχος, τραγούδι.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
*************************************************************

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Ο Μάρκος σε καίει… (ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΚΟΡΟΒΙΝΗ)
Η περιρρέουσα συριανή ατμόσφαιρα
Τα επαγγέλματα των εκλογέων στην Άνω Σύρα σύμφωνα με τον Εκλογικό Κατάλογο του 1910
Επίθετα και ηλικίες στην Άνω Σύρα του 1910
Στοιχεία από τον Εκλογικό Κατάλογο της Άνω Σύρας του 1910
Αστυνομική διάταξις του 1906
Οι μουσικοί της Ερμούπολης 19ος – 20ός αιώνας
Σύλλογος “Φιλόμουσοι Σύρου”
Ο κανονισμός της Φιλαρμονικής το 1870
Ο γενέθλιος τόπος
Η γειτονιά Σκαλί της Άνω Σύρας
Τα τοπωνύμια
Από τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Άνω Σύρας για το έτος 1905
Ο Μάρκος Βαμβακάρης μαθητής
Ο πατέρας στρατιώτης
Η μητέρα στο κλωστήριο
Η αστυνομική διάταξις της 17ης Αυγούστου 1913
Οι απεργίες εργατριών των εργοστασίων
Παιδική εργασία και ξυλοδαρμοί παιδιών
Ο πατέρας ανθρακεργάτης
Καταστατικά και κανονισμοί
Το ψωμί ψωμάκι
Αποκλεισμός, λαθρεμπόριο και αποκρύψεις τροφίμων
Αναμνήσεις από τη μηχανή του δικαστηρίου
Κουτσαβάκηδες, τεκέδες, καφενεία, χασισοπότες και μαχαιροβγάλτες
Η συριανή φασκομηλιά
Οι λατέρνες, τα οργανάκια και οι ορχήστρες των καφενείων
Ανήλικοι θαμώνες καφενείων, χαρτοπαίκτες και επαιτεία
Ξανά η επαιτεία και οι ανήλικοι επαίτες
Οι “κοινές” γυναίκες στην Ερμούπολη την περίοδο 1905-1920
Οι Απόκριες και τα ζεμπέκια
Οι Ζεϊμπέκ
Το συλλαλητήριο στην Ερμούπολη το 1917 εναντίον του βασιλιά Κωνσταντίνου
Διάφορα του τέλους του 1917
Διάφορα του 1918
Διάφορα του 1919
Διάφορα του 1920