Για τη μητέρα πατρίδα

 

Και τώρα τι κατάλαβες που από το άγγιγμα του λερωμένο σου χεριού,

νεκροταφεία ανθίζουν και θάνατοι γεννιούνται;

Παιδιά σφαγμένα άφησαν την τελευταία τους κηλίδα σε άγνωστη οδό,

σε τόπο που βρωμάει από τα χνώτα σου.

Εκείνο το καλοκαίρι κόχλαζε η γη από θυμό και η φύση εξοργίστηκε,

μα εσύ προσκόλλησες στο εθνικό σου χρέος.

Εις έναν φασισμό πιστεύεις και με τα τρία δάχτυλα συγχώρεση ζητάς,

νομίζοντας πως η νηστεία σου είναι αρκετή.

Το χρέος σου ξεπλήρωσες, τα χέρια σου τα μάτωσες, ώρα να κοιμηθείς.

Ζήτω η Πατρίδα, Ζήτω το Έθνος.

 

**********

 

Η μικρή σου κυψέλη

 

Ο ιδρώτας σου κυλάει σαν ποτάμι στο άτριχο κρανίο.

Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει και εσύ σκυλί πιστό,

που έμαθε να ακολουθεί αυτά που το προστάζουν.

Μάθε, λοιπόν, πως έχω σιχαθεί αυτά που κάνεις,

τον τρόπο που κανόνες τυφλά ακολουθείς,

ακόμη και τις μέλισσες που με τόση αγάπηεκτρέφεις:

Αναρωτιέμαι αν άκουσες ποτέ την γλώσσα που μιλάνε.

Και με την άσπρη σου στολή ευλαβικά δουλεύεις,

καθώς πια το κεφάλι σου βουίζει μεσ’ τον κίνδυνο.

Εσύ, διαστημάνθρωπε, για πες μου αν φοβάσαι,

το μακρινό φεγγάρι και τ’ άπειρο του σύμπαντος.

Θυμάμαι που λαχτάρησες τη μακρινή αυτή φυγή,

θυμάμαι πως όλα όσα αγάπησες χαθήκαν με τηλήθη.

Μικρέ μου άνθρωπε εσύ, με τη μικρή κυψέλη,

αναρωτιέμαι αν το μέλι σου φαίνεται αρκετό.