Ποιητής από τους πιο ιδιαίτερους της σύγχρονης γερμανόγλωσσης λογοτεχνίας, γνωστός για την τρυφερή ειρωνεία και την αγάπη του για τη φύση, ο Thomas Rosenlöcher γεννήθηκε το 1947 στη Δρέσδη. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Λογοτεχνίας «Γιοχάννες Μπέχερ» της Λειψίας. Υπήρξε ακόμη δοκιμιογράφος, μεταφραστής και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Βραβεύτηκε επανειλημμένα. Πέθανε τον Απρίλιο που μας πέρασε, την 13η του μηνός, στην Κράισα, κωμόπολη της Σαξωνίας μετά από βαριά ασθένεια.

~.~

Το εργαστήριο της Εδέμ

Θάμνος βαθύς. Ο καλός Θεούλης όλα τα βλέπει.
Ο καλός Θεούλης; Μα ποιος πιστεύει σήμερα σ’ αυτόν,
μου έκανε, καθώς ξαπλώναμε κατάχαμα επιτόπου
κι εγώ με μπατονέτα ιατρική, άου, σε πονάω;
σαν να ’μουν σ’ εργαστήριο κλινικής τής έψαυα τα ενδότερα.
Ένα κουμπάκι κόκκινο μες στο απαλόχρωμό του κάδρο.
Το αίνιγμα το πιο βαθύ της ιστορίας.
Ώς και το ξύλο ανέδιδε άρωμα μετά.
Δίπλα μας βάλθηκε ένας πετεινός να κακαρίζει,
ώσπου έπιασε σωστό κρεσέντο
και η φυλλωσιά η κρυψώνα μας από το πρώτο φως
αντί για νυχτοπράσινη βάφτηκε χρυσαφιά.
Μα τότε επάνω μας, σαν να μας έβλεπε στ’ αλήθεια ο Θεός,
έπεσε ξαφνικά ένας ίσκιος: Σταμάτα, η μαμά μου.
Στα γόνατα πεσμένη, τα θάμνα παραμέριζε
κι όλο τραβούσε εμπρός, μέχρι που βρέθηκε
να μας κοιτάζει σοβαρά με τα γυαλιά της:
Τι κάνετε εδώ κάτω μες στους θάμνους, κτήνη!
Αμέσως, τσακιστείτε, βγείτε έξω! – Αχ, πως συρθήκαμε
μπροστά της, με την ουρά στα σκέλια σαν σκυλί:
Όσο για εσένα, ακούς, να μη σε ξαναδώ εδώ πέρα!
Ήταν το χέρι αυτό, τ’ άτεγκτο κι αυστηρό,
που απ’ το εργαστήριο της Εδέμ με πέταξε έξω.

~.~

Χορός κτηματομεσιτών

Παρκαρισμένα στο λειβάδι τροχοφόρα. Οι κύριοι
κάνουν τρία βήματα εμπρός, σηκώνουν το κεφάλι
μες στων πουλιών το ουρλιαχτό. Ζούγκλα
κανονική έτσι; Άντε μετά να υπολογίσεις. Πόσο
το κάνεις; Άμα βγαίνουν τα νούμερα κράτα μου
ένα κομμάτι, και πάλι τρία βήματα εμπρός,
α στην Τοσκάνη, ένα κλαδί βατομουριάς
ακροβατεί πάνω στο παντελόνι, ξέρουν να ζουν,
η κερασιά πρέπει να πάρει δρόμο, εδώ
θα βγει το υπόγειο γκαράζ – γραβάτες κυματίζουν
στον αέρα, το ουρλιαχτό απ’ τα πουλιά χαράζει κύκλους
στα τετραγωνισμένα τους μυαλά, κάνουν τρία
βήματα εμπρός ξανά, σκοντάφτουν, SOS στέλνει ο ένας
με το κινητό, και ω θαύμα στην Τοσκάνη. Χείμαρρος
οι ανθοί της κερασιάς. Τους πνίξανε εντελώς.

~.~

Ο Ίκαρος του Μπρέγκελ*

Ναι, το περήφανο καράβι συνεχίζει την πορεία του απερίσπαστα.
Ο οργωτής τον χορό του. Ωστόσο, έτσι όπως των προβάτων οι ουρές
ζυγιάζει η μια την άλλη, ό,τι κοιτούσε πριν αλλού τώρα γυρνάει σ’ εσένα.
Σε πλάνο δεύτερο, των βράχων οι απλανείς πτυχώσεις.
Του ήλιου η αποχαιρετιστήρια ματιά πάνω απ’ τις πόλεις, η θάλασσα.
Ώς και στους θάμνους ο νεκρός, μες στα πολλά ένα
βλέμμα. Με χίλια μάτια η φυλλωσιά
βλέπει αυτό που βλέπεις, καθώς σκύβεις μπροστά: αχά,
η πτώση του Ίκαρου. Και πάνω εκεί που βηματίζεις, σταματάς:
Φορώντας εννοείται παντελόνια, ένα ρολόι στον καρπό.
Ναι, ώς και τα ολόγυμνα εκείνα ποδαράκια που λακτίζουν το κενό
μες στον χαμό τους στρέφονται καθαρά σ’ εσένα,
καθώς συνεχίζεις την πορεία σου απερίσπαστα από πίνακα σε πίνακα.
Μονάχα το κεφάλι κάτω απ’ το νερό αδιαφορεί εντελώς.

*Αναφορά στον γνωστό πίνακα του Pieter Bruegel του Πρεσβύτερου, Τοπίο με την πτώση του Ικάρου (1558) αλλά και σχόλιο στο σχετικό διάσημο ποίημα του Γ. Χ, Ώντεν.