Γλάρος

Έκανα τη μοναξιά μου
παραθύρι στα όνειρα μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.
Μου `πε: κοίτα πως πετάω
κι από τα ψηλά κοιτάω
έτσι είδα τα όνειρά σου
κι είμαι τώρα εδώ μπροστά σου.

Μου `πε κι άλλα μου `πε κι άλλα
ώσπου άρχισε ψιχάλα…
έλα, μου `πε, πάμε τώρα
δε φοβόμαστε τη μπόρα…

Θα πετάξουμε παντού
έχω θύελλα στο νου
αστραπή μες στην καρδιά μου
ουρανό τα όνειρά μου.

Έκανα τη μοναξιά μου
παραθύρι στα όνειρά μου
κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος
και μου μίλησε με θάρρος.

 

 

*

Απόψε σιωπηλοί

Απόψε είμαστε κι οι δυο μας σιωπηλοί
ακόμα και οι λέξεις φοβήθηκαν τα χείλη
το ξέρω θα μου δώσεις ένα φιλί
και θα μου πεις να μείνουμε δυο φίλοι

Δε θέλω να `μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί
Θέλω να μη θυμάμαι
κι ούτε να ξέρω πού θα πας και ποια είναι αυτή
Θέλω ένα όνειρο μονάχα να `ναι
κι όταν ξυπνήσω το πρωί να είσαι εκεί
για να μου πεις να μη φοβάμαι

Δώσ’ μου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί
και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο
και φύγε μη γυρίσεις να με δεις
δε θέλω να με βλέπεις να πονάω

*
Δυο πίκρες συναντήθηκαν

Τα όνειρα κι οι προβολές,
ανάγκες, της ζωής, πικρές
όλες μου οι αναμνήσεις,
της καρδιάς, της καρδιάς μου οι ελλείψεις.

Δυο πίκρες συναντήθηκαν
και οι καημοί που δώσαν,
γαλάζια ήταν τα νερά,
πέσαν και δε γλιτώσαν,
πέσαν και δε γλιτώσαν.

Οι γνώσεις και οι συμβουλές
ξεχάστηκαν σε δυο στιγμές
όταν θέλεις ν’ αγαπήσεις,
τί τις θες, τι τις θες τις αναμνήσεις.

Δυο πίκρες συναντήθηκαν
και οι καημοί που δώσαν,
γαλάζια ήταν τα νερά,
πέσαν και δε γλιτώσαν,
πέσαν και δε γλιτώσαν.

Γαλάζια ήταν τα νερά,
πέσαν και δε γλιτώσαν,
πέσαν και δε γλιτώσαν.

*
Ένας άνθρωπος

Ένας άνθρωπος με μια κιθάρα
και με μια αρμόνικα,
πέρασε απ’ τη ζωή μας
όσο πιο πολύ μπορούσε αθόρυβα.

Σαν παιδί γελούσε,
σφύριζε και τραγουδούσε
κι όλα τα `δινε.
Να πάρει μόνο δεν μπορούσε,
τη μουσική του αγαπούσε
και τίποτα δεν κράτησε.
Ένας άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος μ’ ένα χαμόγελο
κι ένα τσιγάρο,
πήρε όλους τους καημούς μας
κι έφυγε αθόρυβα σαν γλάρος.

*

Οι φίλοι στο σπιτι

Αχ τι μας λείπει και τι ψάχνουμε να βρούμε
ένα τραπέζι, δύο φίλους και κρασί
οι μυρωδιές απ’ την κουζίνα κι ένα φιλί
κουβεντολόι και αγάπη είναι γιορτή
κουβεντολόι και αγάπη είναι γιορτή

Και όλα να τα ξέρουμε και όλα να τα λέμε
κι από τα γέλια τα πολλά τα μάτια μας να κλαίνε
γρήγορα η ώρα να περνά, η νύχτα να `ρχεται γλυκά
κι εμείς σαν τα παιδιά κι άλλα να λέμε

Αχ πως μ’ αρέσει οι να `ρχονται στο σπίτι
να μαγειρεύω και να μένουμε ως αργά
να κουβεντιάζουμε απ’ τα νέα ως τα παλιά
κι όταν θα φεύγουν, να με παίρνεις αγκαλιά
κι όταν θα φεύγουν, να με παίρνεις αγκαλιά

Και όλα να τα ξέρουμε και όλα να τα λέμε
κι από τα γέλια τα πολλά τα μάτια μας να κλαίνε
γρήγορα η ώρα να περνά, η νύχτα να `ρχεται γλυκά
κι εμείς σαν τα παιδιά κι άλλα να λέμε
κι εμείς σαν τα παιδιά κι άλλα να λέμε

*

Πετρολούλουδα

Μια μαύρη πέτρα κύλησε
και φύτρωσε σε μια καρδιά,
έβγαλε πετρολούλουδα
και πλήγωσε τη γειτονιά.
Έτρεξα κι εγώ να δω
κι έγινε το δάκρυ μου αρμυρό νερό.

Αχ, εκεί που πας, σαν χελιδόνι να πετάς
αθάνατο ήπιες νερό, εγώ ποτέ δε σε ξεχνώ,
είναι το δάκρυ μου πικρό.

Σαν κεραυνός σε χτύπησε
το πλήγωμα της μοναξιάς,
για την δική σου την καρδιά
ήταν ο κόσμος μαχαιριά.
Έφυγες μα είσαι εδώ,
στην καρδιά μου έμεινες άγιο φυλαχτό.

Αχ, εκεί που πας……

*
Τρελός Αύγουστος

Ουρανός γεμάτος αστέρια
και της Αμοργού τα γκρέμια
φύσηξε ένα βοριαδάκι
φούντωσε της καρδιάς το νταλκαδάκι
Ουρανός γεμάτο αστέρια
μέσα κι έξω μελτέμια

Εγώ στην Αμοργό
κι εσύ στη Σαντορίνη
μες στο κατακαλόκαιρο
ας δούμε τι θα γίνει

Αύγουστος τρελός ο μήνας
πήρα δρόμο απ’ την τρέλα της Αθήνας
μα όπου κι αν βρεθώ, κι αν πάω
μέσα μου σε κουβαλάω
Ουρανός γεμάτο αστέρια
μέσα κι έξω μελτέμια

*
Μοιρολόι

Ζήλεψε η πανσέληνος το φως σου
καθώς σε είδε αυτό το βράδυ στο μπαλκόνι.
Ήτανε πιο χρυσά από εκείνης τα μαλλιά σου
ήταν η λάμψη πιο μεγάλη η δικιά σου.

Σου είπε γλυκόλογα σε τράβηξε κοντά της
κι εσύ έκανες φτερά να πας στην αγκαλιά της.
Σου έκανε μάγια να μη σκέφτεσαι κανένα,
ούτε την αγάπη σου, ούτε και εμένα.

Πανσέληνο σε γέννησα και ήσουνα δικιά μου,
τρεις μέρες μέλι τάιζα τις μοίρες
να τις γλυκάνω για να μην ζηλέψουν, φως μου,
που απ’ τη Σελήνη τις χρυσές σου μπούκλες πήρες.

Κορίτσι μου, μην ήσουνα το ταίρι της Σελήνης
και δε σε άφησε κοντά μου άλλο εκείνη.
Εγώ που σκέπασα πηγάδια κι έκρυψα δηλητήρια
πώς να σε κρύψω απ’ της ζωής σου τα μαρτύρια…

Με μια σαΐτα μαγική τρύπησες την καρδιά σου
κι έριξες στο αίμα σου τη λησμονιά του κόσμου
κι όσο κι αν έκλαψα, κι όσο κι αν φώναξα δε μ’ άκουσες
μονάχη το ταξίδι αποφάσισες, κι έφυγες φως μου.