«Μία από τις πιο διάσημες φωτογραφίες του Μάη του ‘ 68» έγραφε σε ένα κείμενό του ο Οδυσσέας Ιωάννου, «είναι η φωτογραφία, από διαδήλωση στο Παρίσι, της πανέμορφης Μαριάν, στους ώμους του καλού της, κρατώντας την σημαία του Βιετνάμ. Το 1997 η εφημερίδα “Le Monde” αποκάλυψε πως η συγκεκριμένη φωτογραφία ήταν στημένη. Η Μαριάν ήταν μοντέλο, γόνος πλούσιας οικογένειας και είχε λάβει σαφείς οδηγίες από τον φωτογράφο για το ύφος και την πόζα της. Έπρεπε, πέρα από κούκλα, να δείχνει σοβαρή και αποφασισμένη».

Πενήντα χρόνια μετά, η φωτογραφία της Ουκρανής έξω από το μαιευτήριο, ακόμα κι αν είναι κατασκευασμένη, ακόμα κι αν έλαβε σαφείς οδηγίες από τον φωτογράφο, ακόμα κι αν ειναι φωτογενής (μοντέλο κι αυτή) απεγνωσμένη και πειστική, ακόμα κι αν η «αποκάλυψη» έγινε ταχύτατα, δεν ανήκει στην ίδια πλευρά της «προπαγάνδας».

Δεν ανήκει, όχι γιατί δεν υπερασπίζεται το ίδιο ιδανικό, έστω και από τον αντίθετο -αυτή είναι η «πρόοδός μας» – δρόμο. Δεν ανήκει γιατί εμείς, οι αποδέκτες της, είμαστε πια άλλοι.
Είμαστε αυτοί που όταν δίπλα μας αναπνέει μια τέτοια οδυνηρή πραγματικότητα, εκπνέουμε αυτοθαυμασμό που δεν πιαστήκαμε «κορόιδα».
Είμαστε αυτοί που δεν μπορούμε πια να πιστέψουμε σε κάτι ακόμα κι αν μάθουμε ότι για κάποιους λόγους «έπρεπε» να είναι fake.
Και «η τιμωρία του ψεύτη δεν είναι ότι δεν τον πιστεύουν, αλλά ότι αυτός δεν μπορεί να πιστέψει κανέναν» (George Bernard Shaw).