Εγώ λυγμών καρπός

Πίσω απ’ του νου μου το λευκό και την ηχώ του χρόνου
δίδυμη νύχτα το κακό, που πυρπολεί το φως μου
θειάφι μυρίζει το νερό, σκουριά κυλάει στο αίμα
το μόνο που `χω καθαρό είν’ το δικό σου βλέμμα.

Εγώ λυγμών καρπός, εγώ ματαίων κόπος
εγώ ο άκτιστος ναός, εγώ κρανίου τόπος
κι εσύ της γης πνοή το πρωινό του Απρίλη
με των ονείρων το φιλί μου γλύκανες τα χείλη.

Όλου του κόσμου τα δεινά νιώθω δικά μου χρέη,
σαν ασκητής που τυραννά το σώμα που δε φταίει
μ’ ακολουθούν βαριές σκιές και μια σιωπή που καίει
μόνο από τα χείλη σου ότι λες σαν αεράκι πνέει.

*
Γιατί πολύ σ΄ αγάπησα

Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα
και δίψασα και ρίζωσα.
και τίναξα τα φύλλα του
και τον κορμό του ασήμωσα.

Γιατί πολύ σ’ αγάπησα
γιατί δεν αγαπώ εμένα.
γιατί ζωή δεν κράτησα
κι αυτή την άφησα σ’ εσένα.

Στης μοναξιάς το δέντρο κάθισα
το χάραξα και μάτωσα.
περίσσευαν τα χέρια μου
και για κλαδιά του τα `δωσα.

Γιατί πολύ σ’ αγάπησα
γιατί δεν αγαπώ εμένα.
γιατί ζωή δεν κράτησα
κι αυτή την άφησα σ’ εσένα.

*
Ο μάντης Κάλχας

Κρύβεις τα μάτια σου ακήρυχτους πολέμους
νύχτες που ντύθηκαν χιλιάδες μυστικά.
Και καρτεράς ένα σημάδι απ’ τους ανέμους
να ξεκινήσεις για την Τροία βιαστικά.

Εγώ κι αν έγινα θυσία
του μάντη Κάλχα ένας οιωνός,
για σένα θα ‘μαι μια πατρίδα
ένας δικός σου πάντα ουρανός.

Μπρος στου ουρανού την πύλη μου ‘στησες καρτέρι
κι όλα τα σήμαντρα χτυπούν λυπητερά.
Μες στην παλάμη σου χορεύει το μαχαίρι
και στην Αυλίδα ο βωμός με καρτερά.

Εγώ κι αν έγινα θυσία
του μάντη Κάλχα ένας οιωνός,
για σένα θα ‘μαι μια πατρίδα
ένας δικός σου πάντα ουρανός.

Κρύβεις τα μάτια σου
ακήρυχτους πολέμους

*
Φορτηγά 

Μες στο καταχείμωνο, μεσάνυχτα και κάτι
μ’ εκκλησιάς αντίδωρο και λόγια του Σωκράτη,
καταμεσής στην άσφαλτο τραπέζι θα σου κάνω
το κάστρο σου το άπαρτο στα χέρια μου να πάρω.

Να περνούν τα φορτηγά δεξιά κι αριστερά
να στριγγλίζουνε τα φρένα και τα χείλη σου ένα ένα
κόκκινο κρασί σαν αίμα να μου δίνουν τα φιλιά.

Τα σύννεφα στην άσφαλτο βαρύ χαλί θα στρώσω,
και σαν χωράφι άσπαρτο το σώμα σου θα οργώσω.

Να περνούν τα φορτηγά δεξιά κι αριστερά
να στριγγλίζουνε τα φρένα και τα χείλη σου ένα ένα
κόκκινο κρασί σαν αίμα να μου δίνουν τα φιλιά.

Σκηνικό παράστασης θα μοιάζει του Φελίνι
και γιορτή ανάστασης στου φεγγαριού τη δίνη.

Να περνούν τα φορτηγά δεξιά κι αριστερά
να στριγγλίζουνε τα φρένα και τα χείλη σου ένα ένα
κόκκινο κρασί σαν αίμα να μου δίνουν τα φιλιά.

*
Των άστρων οι φωνές

Στην ερημιά κι αν προχωρώ και στα στενά
Η μοναξιά μες τους πολλούς με συναντά
Και προσπαθώ σαν τους τρελούς να κρατηθώ
Απ’ τον ιστό του φεγγαριού ψηλά να βγω

Ακούς, των άστρων τις φωνές ακόμα
ή πατάς κι εσύ γερά στο χώμα;
Δες, αδειάσαν του ουρανού οι δρόμοι
κι εγώ νιώθω μόνη
Ακούς, των άστρων τις φωνές ακόμα,
ή πατάς κι εσύ γερά στο χώμα;
Ποιος μου πήρε ό,τι αγαπάω,
πες μου πού να πάω…

Το γκρίζο φως της λογικής συνηθίζει εδώ
Σαν βουητό της εθνικής, σαν τον καπνό
Κι εγώ πετώ με της ψυχής τον αετό
Μες την ηχώ της εποχής να μη χαθώ

*

Δέκα μάγισσες

Στης καρδιάς στους διαδρόμους
στης ανατολής τους δρόμους
μ’ έμαθες να περπατώ

Και ζωγράφισα τη νύχτα
στο κορμί σου και την ήπια
πιο πολύ να ζαλιστώ

Δέκα μάγισσες τα δάχτυλά σου
δυο φωτιές τα χείλη τα γλυκά σου
ακροβάτες του ονείρου
ποταμόπλοια του Νείλου

Του κορμιού σου την πιρόγα
μες στου έρωτα τη φλόγα
μ’ έμαθες να οδηγώ

Το φιλί να μη σωπαίνει
κόμπους στο καημό να δένει
όνειρα να κυνηγώ

*
Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου

Βρεγμένο ρούχο η μοναξιά μου
Καθώς βαθαίνει η νύχτα
Την άλλη όψη της καρδιάς μου
Όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα

Βρεγμένο ρούχο η μοναξιά μου
Που το φορώ και στάζει
Το μόνο που έμεινε κοντά μου
Το δρόμο που ‘φυγες κοιτάζει

Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου
Και το `χεις πάρει μακριά
Φόρεσες τον ήλιο στο λαιμό σου
Κι εδώ δεν ξημερώνει πια

Στην ανεμόσκαλα του πόνου
Κι απόψε ανεβαίνω
Μια σπίθα στη βροχή του χρόνου
Πάλι ξεχνάς πως περιμένω

Στην ανεμόσκαλα του πόνου
Χωρίς φιλί και χάδι
Σε μια γωνιά αυτού του τόπου
Πώς να τ’ αντέξω το σκοτάδι