Φωτογραφία:Ανδρέας Ν. Αλεξάνδρου

 

Τα πέντε ποιήματα που ακολουθούν έχουν πρωτοδημοσιευτεί σε αγγλόφωνα περιοδικά. Διαιρεμένα σε ισόστιχες στροφές ή δομημένα σε ελεύθερους στίχους, αποτυπώνουν μικροσκοπικά τον τόπο, παραθαλάσσιο ή ορεινό, ως εξώτεροκέλυφοςτης ανθρώπινης υπόστασης. Εκθέτοντας το πεπερασμένο της ύπαρξης, η αφηγηματική φωνή υπαινίσσεται, την ίδια ώρα, το μυθικό σθένος που προσλαμβάνει το πνεύμα, όταν το σώμα εξωθείται σε ακραίες χωρικότητες.

 

These five poems were first published in English-speaking journals. Either structured along tercets and couplets or mimicking natural speech, they microscopically describe space – a place by the sea or in the mountains – as an outer cover of human existence. While exposing the vulnerability of life, the poetic voicealludes to the mythical strength the spirit evinceswhen the body is submitted to extreme spatialities.

 

 

Ικαρία

 

Εδώ βούτηξε ο Ίκαρος από γαλανό σε θαλασσί, και στροβιλίστηκε

μέσα από στρώματα ωραίου, στυγνού φωτός, καθώς ο αγέρας

χτυπούσε το φοβισμένο βλέμμα του, ως κάτω στη φουσκοθαλασσιά

 

κι από τη δύσβατη ακτή με τα στιλπνά βράχια

βούτηξαν οι νησιώτες στον αναβρασμό, να σώσουν το αγόρι

που πάλευε και φώναζε ώσπου βυθίστηκε κάτω απ’ τον αφρό.

 

Ύστερα, σαν προσγειώθηκε ο Δαίδαλος με τα φτερά ανέπαφα,

και η θλίψη του τον σώριασε πάνω απ’ την ξέξασπρη ακτή,

έτρεξαν οι νησιώτες να τον χρίσουν βασιλιά —τον άντρα που έπεσε

 

εξ ουρανού κι επέζησε. Έτσι επέζησε κι ο θρύλος,

όπως τους εκατόχρονους που αναρριχώνται στις πλαγιές,

τιμώντας τις ανεμόδαρτες χορδές της ασημένιας θάλασσας,

 

τον στεναγμό της βραδινής παλίρροιας πριν την αναλαμπή.

Βασίλεψε σοφά και μετρημένα, λένε, ο Δαίδαλος,

και ήταν η νουθεσία του “πᾶν μέτρον ἄριστον”.

 

Μα όσο κι αν ζούσαν οι νησιώτες όπως τους δίδαξε ο Δαίδαλος—

τρυγώντας χόρτα του βουνού, αρμέγοντας κατσίκια, βόσκοντας

ήμερα κοπάδια σε μέρη όπου η ρίγανη κατρακυλά στη θάλασσα—

 

βάφτισαν Ικαρία το νησί τους στ’ όνομα του θεόπνευστου νέου

που κίνησε για τον ουρανό και αναλήφθηκε απαστράπτων,

με την καρδιά να φλέγεται απ’ το όνειρο της πτήσης.

 

***********

Ακρωτήρι

 

Εδώ, στην άκρη του κόσμου,

σ’ αυτή την προεξοχή που κάποτε ήταν νησί,

 

η θάλασσα καμπυλώνει, σπαρταριστή χορδή

γύρω από ηλιοκαμένα βράχια,

 

πάλλει την άμμο που θωρακίζει τ’ αβγά

της χελώνας από τα μάτια των παρείσακτων.

 

Φύκια μαλακά σαν σφουγγάρια

στάζουν σάμπως μίσχοι με ξέξασπρα μαλλιά

 

κρέμονται από νυσταγμένα προπύργια άμμου

καθώς πηγαινοέρχονται διάφανα τα έντομα,

 

πάνω από τις λεκάνες του ψαμμόλιθου

που αντιλαλούν αρχαία ζωή.

 

Κάτω στο ακρογυάλι, η κόρη μου σκύβει

και η μορφή της διαγράφεται στο φως,

 

έτσι όπως ψάχνει για ό,τι ζούσε πριν από

ένα εκατομμύριο χρόνια. Στην ανάπαυλα

 

τυλίγεται σαν όστρακο γύρω απ’ το μέλλον της:

προστατευμένη, προστατεύει.

 

Πίσω της, άρρηκτη παλίρροια ακοντίζει

προειδοποίησησ’ απροσμέτρητο ουρανό.

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Cadence: A Journal of Literature and the Arts in Cyprus

 

********************

 

Εξορία, Άκρη

 

Σπουδή πάνω στον πίνακα «Συριακή Εξορία» του Moustafa Jacoub

 

Ανηφορίζαμε στην κόψη του ξηραφιού.

Περπατούσαμε δίχως να ξέρουμε

πού πηγαίναμε ή αν θα φτάναμε ποτέ.

 

Καθένας μας κρατούσε κι από κάτι.

Μπόγο, σάκο, μια τσάντα με σπασμένα όνειρα,

ένα κλειδί κατάστηθα,

 

το μέλλον χιαστί στην πλάτη μας.

Βγήκαμε απ’ τη ζωή μας κι ανεβήκαμε στην άκρη

μιας λεπίδας από ελπίδα. Μέσα στο καταγάλανο,

 

ένα χάσμα έχασκε απ’ τη μια κι απ’ την άλλη.

Μας είπαν πως μπροστά υπήρχε καταφύγιο,

μα ο ορίζοντας ήταν αδειανός.

 

Το μονοπάτι ολισθηρό, κόκκινες ρίγες.

Ούτε που το προσέξαμε. Αργότερα θα υπήρχε

χρόνος για να επουλώσουμετις πληγές,

 

να πενθήσουμε τ’ ανεπούλωτα.

Περπατούσαμε με ήλιο και βροχή,

μέσα από φως και σκότος: το παρελθόν μέσα μας,

 

 

το παρόν να παραπαίει στην άβυσσο.

Φροντίστε να ισορροπήσετε, είπαμε στα παιδιά.

Μην κοιτάτε πάνω, ούτε κάτω, μονάχα ευθεία.

 

«Ματώσανε τα πόδια μας», διαμαρτυρήθηκαν.

Πράγματι. Σηκώστε τον μπόγο σας,

κοιτάξτεολόισιαμπροστά. Προχωράμε.

 

 

Πρώτηδημοσίευση:Matter: A (somewhat) monthly journal of political poetry and commentary, Τεύχος 16, Μάιος 2016.

 

********************

Κουβαλώντας τους νεκρούς

 

Οι νεκροί κουβαλούν τους νεκρούς στο μάκρος της άμμου, σέρνοντας τα πόδια τους για ν’ ανέβουν θεόρατους αμμόλοφους και ύστερα πάλι κάτω, γυρεύοντας τόπο αναπαύσεως. Η άμμος καταπίνει τον ήχο των πατημασιών τους, σκουπίζει τους ίσκιους. Σταματούν εν τέλει, ακουμπούν το φορτίο τους στο άνυδρο έδαφος. Σκύβουν, γεμίζουν τις χούφτες τους με άμμο, ραντίζουν τους κόκκους πάνω από σφαλισμένα μάτια, σηκώνουν τις γροθιές τους γεμάτες γυαλιστερά ψήγματα πάνω απ’ τις κεφαλές τους, κι αφήνουν τη σκόνη να γλιστρήσει στα μάγουλά τους όπως τα δάκρυα που δεν μπορούν να κλάψουν. Οι νεκροί, αποκαμωμένοι πια απ’ τον στεγνό λυγμό τους. Κουράστηκαν να γράφουν επιτάφιους στίχους πάνω στην άμμο, στίχους αλύπητα ανεμοσκορπισμένους. Θα ήθελαν να βάλουν ένα τέλος σ’ αυτό το ατέλειωτο σύρσιμο, να ακουμπήσουν όρθιους τους νεκρούς σ’ ανεμοδαρμένο δέντρο ή ξεραμένο θάμνο και να ξεκινήσουν μια νέα ιστορία. Μια φορά κι έναν καιρό, θα έλεγαν, πριν ακόμα γίνουμε νεκροί, προτού σπάσει ο κόσμος μας… Τότε λοιπόν θα κοντοστέκονταν κι ύστερα θα ξαμολούσαν ένα παραμύθι που θα προσήλωνε τους ακροατές, θα τους έκανε να γελούν με χαχανητά, να βγάζουν δυνατές κραυγές  για να ξυπνήσουν τους νεκρούς. Όμως αυτή είναι μια ιστορία που δεν πρόκειται να συμβεί. Και το ξέρουν καλά διότι είναι νεκροί, καιρό τώρα. Σκουπίζουν λοιπόν την άμμο απ’ τα μάτια τους, επωμίζονται το βάρος τους και αρχινούν πάλι να σέρνουν τα βήματά τους για ν’ ανέβουν τον αμμόλοφο κι ύστερα κάτω πάλι, υποκλινόμενοι στο βάρος μιας ερώτησης που δεν σηκώνει απάντηση.

 

Πρώτη δημοσίευση: Consequence: A Literary Magazine Addressing the Culture of War.

 

 

*****************

Αληθινά Ψέματα

 

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ακύμαντα

κι ευτυχισμένα. Ο πατέρας μου μεγάλωνε αγριοκάτσικα

σ’ ένα χωριουδάκι στα ορεινά, ακυβέρνητο,

που μοσχοβόλαγε θυμάρι. Η μάνα μου

έψηνε ψωμί πάνω στις πέτρες, έπλεκε κουβέρτες

από γιδότριχες, έστιβε τους κάκτους για κομπόστα.

Κάθε πρωί ξυπνούσα πριν να φέξει,

κι έφερνα νερό με την κανάτα

πάνω στο κεφάλι μου, ροβολώντας τα κατσάβραχα.

Τον χειμώνα ψήναμε κάστανα

στο τζάκι, λέγαμε ιστορίες γι’ αγρίους

για να κάνουμε χάζι, να περάσει η νύχτα που ήταν

μεγάλη και σκοτεινή. Ιστορίες σαν κι αυτήν εδώ.

 

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Banipal.

 

**************************************************************************************

Η Lisa Suhair Majaj είναι ποιήτρια, δοκιμιογράφος, κριτικός, επιμελήτρια εκδόσεων και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Με Παλαιστίνιο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα, γεννήθηκε στις ΗΠΑ και μεγάλωσε στην Ιορδανία. Αποφοίτησε από το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού. Είναι κάτοχος τριών μεταπτυχιακών τίτλων (δύο Μάστερ και διδακτορικού) από το Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν. Το έργο της έχει δημοσιευτεί σε διεθνή περιοδικά, και μεταφράστηκε ευρέως. Το 2008, η ποιητική της συλλογή με τίτλο Geographies of Light τιμήθηκε με το βραβείο Del Sol Press Poetry Prize.  Συνεπιμελήθηκε τιςεκδόσεις: Intersections: Gender, Nation and Community in Arab Women’s Novels,Etel Adnan: Critical Essays on the Arab-American Writer and Artistκαι Going Global: The Transnational Reception of Third World Women Writers. Έχει συμμετάσχει σε διεθνείς εκδηλώσεις όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Λονδίνου, το Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Παλαιστίνης και το Φόρουμ Γυναικών Κατά του Πολέμου στην Ινδία. Το 2016, ποιήματά τηςσυμπεριλήφθηκαν στηνέκθεση: Aftermath: The Fallout of War—America and the Middle East (Harn Museum of Art). Ζει στη Λευκωσία.