Ήτανε κάτι που το φοβόντανε. Τρέμανε μάλιστα την ώρα που ήτανε να γίνει. Στο μεταξύ τούς παρηγορούσε η αοριστία της αμφιβολίας. Ο πατέρας, πριν πεθάνει, τους έλεγε πάντα πως το κακό θα ’ρχόταν απ’ εκεί κάτω. Απ’ το μπροστινό μαγαζί, σαν αυτός που το κράταε αποφάσιζε να σηκώσει ανώγι απάνωθέ του, έτσι που να κλείσει το φως και τον αέρα της βεράντας του σπιτιού. Κι όταν λέγανε σπίτι, αυτήν εννοούσαν.

Απάνω την σκέπαζε η ψήλη στέγη, που ’σβηνε μπρος στην κάμαρα με τις κολόνες στα πλαϊνά. Κάτω χαμηλά την προστάτευε το φαρδύ πεζούλι με τις γλάστρες των λουλουδιών και τα δοχεία με τον δυόσμο και τον μαϊντανό. Ένα πουλάκι στο κλουβί του, γέμιζε τη μέρα με χαρούμενους τόνους κι από το άνοιγμά της ερχόταν το φως κι η δροσιά κι αγνάντευε κανείς τα σπίτια και πέρα τον κάμπο, με τα περιβόλια και τ’ αμπέλια.

Καθόντανε εκεί τα βραδάκια του καλοκαιριού και τρώγανε. Έτσι που το φανάρι της μέσης φώτιζε αχνά, μπορούσαν και ξεχώριζαν τ’ αστέρια στον ουρανό κι απολαύανε τις δροσερές αύρες, που φτάναν από κάτω. Στην επίγειαν ευδαιμονία της ώρας εκείνης, ο καθένας ξανοιγόταν σε χαρούμενες κουβέντες, έκανε σκέψεις, κι άθελά του έφτανε σε συμπέρασμα για τον ρόλο της βεράντας στην ξεκούραση της ζωής, ενώ σύγκαιρα η μελαγχολική σκέψη της στέρησής της, όσο μακρινή και απίθανη κι αν φαινόταν, τους κεντούσε ενοχλητικά την καρδιά. Στην αρχή το συζητούσαν μεταξύ τους δειλά. Μετά, σαν από μια σιωπηρή σύμβαση, αποφασίσανε να μην το εμπιστεύουνται ο ένας τ’ αλλονού. Θα θέλανε μάλιστα να μην το σκέφτουνται καθόλου, μόλο που ’ρχόταν και πιότερο στη σκέψη τους.  Και μονάχα ο γερο-θείος, που βρισκόταν εκεί ανάμεσα τους, φαινόταν, έτσι παράδοξα, να μην συνωρίζεται  κάτι από τα νοήματά τους. Αποτραβιόταν νωρίς από το φαγητό στη φαρδιά, χαμηλή καρέκλα της άκριας κι εκεί, μέσα από τα θαμπά του μάτια, αφηνόταν σε μια ξέγνοιαστη ρέμβη.

Ωστόσο με το πέρασμα του χρόνου η έγνοια, όταν τους ερχόταν, ήτανε και πιο έντονη. Ο δρόμος έγινε πιο περαστικός κι η κίνηση του μπροστινού μαγαζιού, που δούλευε τώρα σαν ταβέρνα, ζωηρότερη. Τα παιδιά του ταβερνιάρη ξεσκολίσανε κι άντρες πια μπαινοβγαίνανε όλη τη μέρα εκεί μέσα, έτσι που φαινόταν να μην τους χωράει άλλο. Ο κίνδυνος μιας κάποιας αλλαγής ήταν ολόγυρα τρομερός. Και την άλλη μέρα, όταν ο Κώστας, ο μεγάλος γιος της οικογένειας, γυρνώντας απ’ τη δουλειά το μεσημέρι, έβαζε το κλειδί στην ξώθυρα, έτοιμος να μπει στο σπίτι του, αυτό που πρόφταξε να πάρει το μάτι του στο πεζοδρόμιο της ταβέρνας, τον έκανε να ξεροκαταπιεί στενοχωρεμένος. Ήτανε εκεί δα, απ’ όξω στοιβαγμένα τώρα αρκετή άμμος, ασβέστης, τούβλα. Κύριέ μου! Να ’ταν αυτό ένα σημείο απ’ ό,τι φοβόνταν; Κι όσο κι αν μπόρεσε να κυριαρχήσει τις σκέψεις του, ανέβηκε τη σκάλα με θαμπό μυαλό. Κάθισε στο τραπέζι σκεφτικός, κοιτώντας κάπου κάπου λοξά τον αδελφό του που, σίγουρα κι εκείνος, στενοχωρεμένος από την ίδια έγνοια, δεν γυρνούσε καν να του μιλήσει εκείνη τη μέρα. Και το δειλινό, όταν η μητέρα με την αδελφή του τραβήξανε για τα γειτονικά καταστήματα, κάτι τέτοιο θα νιώσανε σαν αντικρίσανε ξαφνικά τις ετοιμασίες για οικοδομή απ’ όξω απ’ την ταβέρνα. Μα πολύ έξυπνα σπεύσανε να πείσουνε η μια την άλλη.

– Κάτι κουτσοδούλια θα ’χει πάλι ο ταβερνιάρης.

– Καιρός ήταν να διορθώσει κάπως το σαράβαλό του· είπανε και προσπεράσαν.

Το βράδι όμως φαινόντανε όλοι οριστικά άκεφοι και μέσα από τις καχύποπτες ματιές π’ ανταλλάζανε ζητούσανε να ξαλαφρώσουνε από την αγωνία που τους έδερνε. Η μητέρα, μάλιστα, σε μια στιγμή, κάτι ξεκίνησε να πει, όταν ο μεγάλος αδελφός, που νοιάστηκε την πρόθεσή της, μίλησε απότομα για το φαγητό κι η κουβέντα κόπηκε στη μέση.

Και το πράμα θα είχε καλμάρει ξανά για λίγο, αν σε δυο μέρες, νωρίς το πρωί, δεν ακουγόντανε από κάτω, από το πάτωμα του σπιτιού, εκείνοι οι φοβεροί κρότοι που τόσο τους είχανε ταράξει. Αληθινά ήταν τόσο υπόκωφα έντονοι και τόσο συνταιριάζανε με τους κρυφούς τους φόβους που, μέσα στην αλαφράδα του πρωινού ύπνου, τους δεχτήκανε με τη φρίκη του πανικού.

Η αδελφή σηκώθηκε απότομα απ’ το κρεβάτι, για ν’ ανταμώσει τη μητέρα της, κι αγκαλιασμένες οι δυο, αλληλοκοιταζόντανε σε μια βαθιάν απελπισιά, όπως μπροστά στ’ αναπόφευχτο μοιραίο.

Τα δυο αδέλφια τραβήξανε, σαν από σύνθημα, έξω στη βεράντα για ν’ ανταμώσουν τον κίνδυνο ή να πολεμήσουνε την ύπαρξή του. Απομείνανε σαν ανίδεοι για μια στιγμή. Τέλος ο ένας μίλησε στον άλλο: – Αυτό πρέπει να ’ναι! – Ίσως αυτό να είναι… Σιωπή.

– Απ’ εκεί θ’ αρχίσουνε;

– Από τη στέγη θ’ αρχίσουνε… Σιωπούν. Στο μεταξύ οι δυο γυναίκες, με δάκρυα στα μάτια, τους ανταμώνουν.

– Μ’ αυτό είναι κάτω από τη βεράντα π’ ακούγεται!…

– Θα χαλάσουνε και τη βεράντα;

– Όχι, αυτό π’ ακουμπάει στη βεράντα…

– Πάει η βεράντα… Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Οι καρδιές βολοδέρνουν. Οι αναπνοές σταματούν. Σκέφτουνται: Είναι κάτι που χρειάζεται άμεση δράση ή υπομονή;

– Αν πηγαίναμε να δούμε τι γίνεται;…

– Είναι χειρότερα. Είναι στριφνός και θα κακιώσει πιότερο.

– Αν του μιλούσαμε; Αν του τάζαμε λεφτά για να μη χτίσει;

– Όχι, όχι –λεν οι άλλοι– θα του δίναμε να καταλάβει τη σημασία που έχει για μας το ανώγι και θα το ’χτιζε μιαν ώραν αρχύτερα…

– Όχι, όχι, σιωπή… Όλοι σιωπούν κι αφουγκράζουνται τα χτυπήματα που ’ρχονται από κάτω και κάνουνε το πάτωμα να τρεμοπαίζει. Είναι δυστυχισμένοι. Είναι βυθισμένοι σε μιαν απελπισμένην αγωνία. Κάποιος τούς υπονομεύει την ίδιά τους την ύπαρξη. Ο γερο-θείος, που είναι απ’ ώρα σηκωμένος και παίρνει τη δροσιά του πρωινού στην άκρη της βεράντας, σιωπά γι’ αρκετό στην αρχή. Μα σε λίγο, σαν νοιάζεται την ασυνήθιστη τούτη κίνηση, ξεκινάει να ρωτά: – Μα τι είναι παιδιά μου; Τι γίνεται; Μήπως καίγεται κάτι; Τραβούν όλοι προς τη γωνιά του. Δεν ξέρουν πώς να του το παραστήσουν. Θα λυπηθεί πολύ. Μα πρέπει να πονέσει κι αυτός μαζί τους. – Η βεράντα μας, θείε…

– Ναι… – Θα της κόψουν τον αέρα και το φως!…

– Πώς;…

– Θα χτίσουνε!…

Ο γέρος σιωπά για λίγο. Φαίνεται να στοχάζεται. Και πίσω:

– Δεν καταλαβαίνω, πώς μπορούν να γίνουν όλ’ αυτά και τι μπορούν ν’ αλλάξουν, λέει αργά και με δισταγμό παραμερίζοντας κάτι που τον εμποδίζει στο λαιμό. Και προσθέτει, σα να ονειρεύεται: Κάποια σάπια δοκό πάνε ν’ αλλάξουν. Κάποια σάπια δοκό… Νευρώνουν όλοι. Θυμώνουν με την υπομονή και τη μοιρολατρία του. Τι μπορεί άλλωστε να καταλάβει ένας άνθρωπος με βουλιαγμένη την όραση και την ακοή; Η καταστροφή έρχεται σύντομα, τους πήρε από πίσω. Τον παρατούν εκεί μονάχο στην καρέκλα του, κι αποτραβιένται μέσα, στο υπόλοιπο σπίτι. Νομίζουνε μάλιστα πως μιαν αλαφρή καταχνιά άρχισε να πέφτει στη βεράντα κι η πνιγούρα, όσο πάει, γίνεται ανυπόφερτη. Το πουλάκι έπαψε να κελαηδά ίσως φοβισμένο από τους κρότους που ’ρχονται από κάτω. Μα ωστόσο παντού είναι κατάδηλη η βαρυθυμιά. Η μητέρα γλιστράει προς την κουζίνα βιαστικά, σα να την κυνηγάει το ξεροβόρι. Η Ροζίνα, η αδελφή τους, δεν στέκεται άλλο να δροσίσει τα λουλούδια κι ούτε να κοιτάξει κατά τον κάμπο. Τι να κάνει κανείς με κάτι που θα χαθεί, που ’ναι χαμένο; Τις βραδιές δεν τρώνε έξω. Παντού νομίζουν πως έχει ξαπλωθεί ο κουρνιαχτός από τα χαλάσματα κι η ζέστη του καλοκαιριού τους κόβει την ανάσα! Έτσι ήταν, όταν την άλλη μέρα το μεσημέρι, εκεί που καθόντουσαν στο τραπέζι, ακούστηκε να χτυπά η ξώθυρα. Η Ροζίνα έτρεξε και τράβηξε το σκοινί. Ο ταβερνιάρης που πρόβαλε στο άνοιγμα, ρωτούσε αν ήτανε στο σπίτι η μητέρα και τα παιδιά. Ήθελε να τους μιλήσει. Όταν γύρισε μέσα να τους αναγγείλει την παρουσία του, όσοι τρώγανε σταματήσανε με τις μπουκιές στο στόμα κι οι άλλοι απόμειναν άναυδοι. Τα πιρούνια στα πιάτα. Αυτός ο μαύρος άνθρωπος, που έπαιζε την ευτυχία τους στα χέρια του, ήταν ανάμεσά τους! Ο μεγάλος αδελφός έγνεψε να κάτσουν στη θέση τους, γιατί αυτός ήτανε να πάρει τον λόγο. Μα κανείς δεν υπάκουσε. Η Ροζίνα τον ακολούθησε. Η ταραχή της ήταν μεγάλη. Ξεκινά μετά ο μικρός αδελφός. Τελευταία η μητέρα. Ο ταβερνιάρης στο μεταξύ ανεβαίνει τις σκάλες, αγκομαχώντας στο κάθε σκαλί. Ο μεγάλος γιος τον περιμένει στο κεφαλόσκαλο. Η καρδιά του είναι σφιγμένη. Ο κάπελας  γυρνάει και τον χαιρετάει:

– Είμαι γέρος πια, κι είναι δύσκολες αυτές οι δουλειές για μένα, λέει αχνά μέσα στην κούρασή του. Μα έλα, που ήταν ανάγκη να σας ιδώ. Ο μεγάλος γιος σιωπά. Η Ροζίνα από πίσω δεν κρατιέται και του κεντάει νευρικά το χέρι:

– Πες του, πως είναι ένα τέρας! Ο αδελφός τής γνέφει να σιωπήσει.

– Πες του, πως είναι ένας ληστής, προσθέτει ο άλλος αδελφός με πυρωμένη ανάσα.

– Μην του δώσεις καιρό για κουβέντες, συμπληρώνει η μητέρα. Ο ταβερνιάρης κοντεύει στο μεταξύ ν’ ανεβεί. Φαινότανε ταπεινός, γλυκομίλητος. Ήτανε καιρός να τον κοιτάξουνε από κοντά. Ο φόβος κι η απόσταση τον κάνανε φρικτό στα μάτια τους. Κάθονται εκεί πρόχειρα σε μια καρέκλα. Μιλάει με περιστροφές. Δεν μοιάζει να ’ναι ο μαύρος τύραννος που θα τους καταστρέψει τη ζωή, κλείνοντας τ’ άνοιγμα της βεράντας. Δεν είναι τίποτα, μα τίποτα απ’ όλα αυτά. Κι ούτε πρόκειται γι’ ανώγι και νέα χτισίματα. Καταλήγει:

– Θα ’πρεπε να μη σας χαλούσα την ησυχία, τέτοιαν ώρα. Μα έτσι που ήρθαν τα πράγματα, ήτανε ανάγκη ν’ αλλάξουμε μια δοκό στη στέγη της ταβέρνας κι εκεί στη δουλειά απάνω φανερώθηκε πως ο τοίχος της βεράντας ήταν κι αυτός σάπιος κι ήταν φόβος να γκρεμίσει και να σας γίνει ζημιά. Γι’ αυτό θα ’θελα να σας ειδοποιήσω να μου παρασταθείτε λιγάκι στους κόπους και τα έξοδα. Γέρασα πια, κι οι δουλειές δεν είναι περίφημες. Ακόμη σκέφτομαι να το κλείσω και ν’ αποτραβηχτώ. Κι αν ήταν ως τότες να κάναμε καλά και να σας το ’δινα… Ένα φορτίο σηκώνεται από τα κρατημένα στομάχια. Ένα πονηρό χαμόγελο γλιστράει στα πρόσωπα. Πόσο ανόητα βιαστικοί είναι οι άνθρωποι κι οι εντυπώσεις τους! Ο κάπελας ήτανε τόσο καλός. Και, τώρα που φεύγει, ο μεγάλος αδελφός τον ακολουθεί. Μελετάει κάτω στην ταβέρνα την υπόθεση του σάπιου τοίχου. Συμφωνούν. Όλα κανονίζουνται. Όταν γυρνάει απάνω, βγαίνουνε όλοι μαζί στη βεράντα. Το φως κι η δροσιά που ’ρχεται από πέρα τους κάνει να μιλούν ζωηρά. Κοιτάνε λεύτερα, κουβεντιάζουν ο ένας στον άλλο. Ήταν σαν να είχανε καιρό να ιδωθούν. Ζυγώνουνε όλοι το γερο-θείο, να του πούνε τα τρεχούμενα, να του μεταδώσουνε τη χαρά τους. Μ’ αυτός από την παντοτινή του θέση και τη γαλήνη που τον τυλίγει, δεν φαίνεται να πολυνοιάζεται. Κι αφού τους ακούσει, κάνει πίσω αργά:

– Δεν καταλαβαίνω πώς μπορούσαν να γίνουν όλ’ αυτά και τι ήτανε ν’ αλλάξει. Κι ύστερα η βεράντα ήτανε πάντα τόσο φωτεινή, τόσο ευχάριστη.

 

 

***************

O Θεόδωρος Μαρσέλλος (Λάρνακα, 1907 – Πυργά, 1991) σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1927-1933) και συνέχισε για ένα χρόνο στη Γαλλία. Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-41) έφυγε από την Κύπρο (όπου είχε επιστρέψει από το 1934 για να ασκήσει το ιατρικό επάγγελμα) και κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση (1941-44) εντασσόμενος ως γιατρός στο Ε.Α.Μ./ Ε.Λ.Α.Σ. Το 1944 επέστρεψε στην Κύπρο. Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα θα γίνει πολύ νωρίς με την ποιητική συλλογή Πρώτοι έρωτες (1921), ωστόσο μεταπολεμικά θα στραφεί στην πεζογραφία. Έκδηλος είναι ο αυτοβιογραφικός τόνος στο πρώτο του πεζογράφημα Χρυσά Βουνά (1947), όπου αποτυπώνονται οι εμπειρίες του από τη συμμετοχή του στα αντάρτικα σώματα στην περιοχή του Πηλίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η ψυχολογική διείσδυση στους ήρωες θα γίνει εντονότερη και πιο πειστική στο επόμενό του βιβλίο, τη νουβέλα Ο καντηλανάφτης (1958). Και στα υπόλοιπα πεζά του, όμως, κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα θολή, κάποτε μάλιστα εφιαλτική, και δίνεται προτεραιότητα στην αναπαράσταση, μέσω μιας νεοτερικής γραφής, του ιδιαίτερου ψυχισμού των προσώπων. Συνεργασίες του δημοσιεύτηκαν σε ποικίλες κυπριακές εφημερίδες και περιοδικά.