Έγινε ευρύτερα γνωστός στην Ελλάδα ως «γκουρού των αρνητών της πανδημίας», αφού εξέφρασε ευθύς εξαρχής την αντίθεσή του στα οριζόντια απαγορευτικά (άρα στεκόταν απέναντι από τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις), δεν έδινε σύσταση για τον εμβολιασμό των παιδιών και των νέων, αλλά των ηλικιωμένων και των ευπαθών ομάδων (άρα στεκόταν απέναντι στις σύγχρονες εικονομαχίες με φόντο τα εμβόλια), δεν προσέβαλε τους αρνητές, όπως πολλοί συνάδελφοί του, αλλά στόχευε απερεγκλίτως με τις παρεμβάσεις του στην αποπόλωση του πανδημικού κλίματος─ και, φυσικά, τα μέσα και οι καλοθελητές, αντί να εκτιμήσουν τις δημόσιες παρεμβάσεις του και την έντονη ερευνητική του δραστηριότητα στα ζητήματα της πανδημίας, φρόντισαν να διαστρεβλώσουν τις τοποθετήσεις του και να τις εργαλειοποιήσουν για την εξυπηρέτηση ταπεινών κινήτρων. Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που έλαβα από τον Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη το απήλαυσα περισσότερο από το πρώτο, αφού προς μεγάλη μου χαρά διαπίστωσα ότι ο λόγος του ποιητή είναι εξίσου διατρητικός με το λόγο του επιστήμονα.

-Aν το πόσους και σε ποιο βαθμό συγκινεί ένα ποίημα μπορεί να μετρηθεί με τη βοήθεια της νευροφυσιολογίας και της στατιστικής, μπορεί να ποσοτικοποιηθεί η αισθητική;

Ευτυχώς όχι. Βέβαια η επιστήμη με την περιέργειά της δεν αφήνει πέτρα αγύριστη, άρα τα έχει βάλει και με την ποίηση για να την αποδομήσει. Για παράδειγμα, μια μελέτη χρησιμοποίησε 13 εθελοντές, καθηγητές και σπουδαστές στο τμήμα αγγλικής φιλολογίας, και τους έβαλε να διαβάσουν ετερόκλητα πράγματα: ένα άχαρο τεχνικό εγχειρίδιο, αποσπάσματα από μυθιστορήματα, σονέτα, καθώς και το αγαπημένο τους ποίημα. Οι ερευνητές παρακολουθούσαν την εγκεφαλική λειτουργία με fMRI. Όλα τα κείμενα ενεργοποιούσαν περιοχές που σχετίζονται με την ανάγνωση, αλλά στα συναισθηματικά φορτισμένα κείμενα «ανάβανε» και άλλες περιοχές, αντίστοιχες με εκείνες που διεγείρονται όταν ακούμε μουσική και μας πιάνει ανατριχίλα. Όμως η ποίηση ερέθιζε ειδικότερα περιοχές στον έσω κροταφικό λοβό και στον οπίσθιο φλοιό της έλικας του προσαγωγίου, εντοπίσεις που έχουν συνδεθεί και με την ενδοσκόπηση. Μια άλλη μελέτη μέτρησε πόσες φορές εθελοντές εμφανίζουν ανόρθωση τριχών ακούγοντας ένα ποίημα. Αν το ερευνητικό θέμα σας προκαλεί θυμηδία, θα πρέπει να απολογηθώ ότι στην επιστήμη συχνά ασχολούμαστε με όλων των ειδών τις τρίχες. Μάλιστα επιστήμονες παντοειδώς Τριχολόγοι απολαμβάνουν μεγάλης αναγνώρισης, τόσο ακαδημαϊκής όσο και ─ ειδικά στις σκοτεινές μέρες της πανδημίας ─ ευρύτερα τηλεοπτικής.

Κλείνοντας αυτή την αναγκαία παρέκβαση, λοιπόν, η ηλεκτρονική καταγραφή έδειξε ότι οι τρίχες κινητοποιήθηκαν και στους 27 εθελοντές με ποικίλο ρυθμό, από 0,27 μέχρι 3,64 ορθώσεις ανά λεπτό ποίησης. Σε άλλο πείραμα νευρο-απεικόνισης κατά τη διάρκεια ποιητικής ενασχόλησης, οι περιοχές που διεγέρθηκαν ήταν κυρίως εκείνες που σχετίζονται με το νευρωνικό σύστημα επιβράβευσης. Είναι το ίδιο σύστημα που κάνει και τα ποντίκια-πειραματόζωα να χαίρονται όταν επιβραβεύονται για τη συμπεριφορά τους με λιχουδιές ή ό,τι άλλο το λιμπίζονται και το λιγουρεύονται. Ειδικά ενεργοποιήθηκε ο επικλινής πυρήνας του διαφανούς διαφράγματος. Υπάρχουν πολλές τέτοιες μελέτες. Ευτυχώς ή δυστυχώς όμως η επιστήμη μπορεί (και πρέπει) και να αυτοκαταστρέφεται. Εξετάζοντας αυτές τις νευροφυσιολογικές, νευροαπεικονιστικές και συμπεριφεριολογικές μελέτες από στατιστικής και μεθοδολογικής πλευράς, τα συμπεράσματά τους είναι αμφίβολης αξιοπιστίας. Και σίγουρα είναι απλώς επιδερμικές, απέχουν παρασάγγας να συλλάβουν την ατομική εμπειρία της ποίησης, κάτι εντελώς προσωπικό. Από αυτές τις επιστημονικές μελέτες κρατάω περισσότερο ορισμένες χαριτωμένες λέξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στην ποίηση. Για παράδειγμα: «Οπίσθιος φλοιός της έλικας του προσαγωγίου» ή «επικλινής πυρήνας του διαφανούς διαφράγματος» ─ δεν βρίσκετε άκρως ποιητικούς τους όρους; Εμένα μου σηκώνεται η τρίχα!

-Ποια αναγκαιότητα θεωρείτε ότι ωθεί έναν γραφιά να εκφραστεί με στίχους και όχι με πεζό κείμενο;

Προσωπικά έχω χάσει τα όρια πεζού και ποιητικού λόγου. Όλο και περισσότερο, τα κείμενα που βρίσκω πιο ενδιαφέροντα βρίσκονται σε μια πλατιά συνοριογραμμή, σε σύμμικτο είδος, με το ένα χέρι χαϊδεύοντας την ποίηση και με το άλλο χέρι ακουμπισμένο στο βαρύ και τραχύ πηδάλιο της πρόζας. Κάθε γραφιάς έχει μια γκάμα, ένα εύρος που μπορεί να κινηθεί, όπου είναι καλός, άριστος – ή κακός, χείριστος. Νομίζω ότι δεν είναι ζήτημα αναγκαιότητας. Είναι ζήτημα τεχνικής κατάρτισης, γνώσης του υλικού, των μεθόδων, των δυνατοτήτων του εκφραστικού μέσου, «τέχνης» σε τελική ανάλυση. Με στίχους, ένας γραφιάς είναι πιο εύκολο να ρεζιλευτεί. Με πεζό κείμενο είναι πιο εύκολο να γίνει θανάσιμα βαρετός. Δεν ξέρω ποια καταδίκη είναι χειρότερη. Φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρετικές στιγμές. Αλλά στη μάζα της παραγωγής απερίγραπτου γραπτού υλικού, αυτές είναι σπάνιες – και σε στίχους, και σε πεζά και σε ό,τι ανάμεσό τους.

-Παρά τη νωθρότητα που χρεώνουν ορισμένοι στο κοινό, το οποίο κατά τους ίδιους αρέσκεται σε αποχαυνωτικές εμπειρίες στην τέχνη, τα ογκώδη πεζογραφήματα έχουν αναγνώστες, ενώ το περιορισμένο, συνήθως, σε έκταση ποιητικό βιβλίο δεν έχει. Πώς το ερμηνεύετε;

Δεν ξέρω αν ο αριθμός αναγνωστών είναι το ζητούμενο ή αν λέει οτιδήποτε για ένα έργο. Αν εξαιρέσουμε θρησκευτικά βιβλία, τη Βίβλο και το Κοράνι (που έχουν κομμάτια πολύ αξιόλογης ποίησης), το πλέον διαβασμένο πεζό βιβλίο σε παγκόσμιο επίπεδο είναι τα Αποφθέγματα του Μάο (το Μικρό Κόκκινο Βιβλίο) και ακολουθεί το λεξικό Xinhua Zidian του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Έτσι που παραπαίει η δημοκρατία στην μετα-κορωναϊκή εποχή μας, σύντομα αντίστοιχα βιβλία εξωραϊσμένου πειθαναγκασμού θα γίνουν μάλλον ανάρπαστα και στη Δύση. Φαντάζομαι ήδη τους τίτλους: «Η ελευθερία σκοτώνει», «Σκλάβος από πεποίθηση», «Κλείστε με μέσα για πάντα, παρακαλώ», «Δεν θέλω να κάνω τίποτα» ─ και πάει λέγοντας. Ανάμεσα στα πλέον διαβασμένα μυθιστορήματα στη Δύση για την ώρα βρίσκει κανείς κυρίως τίμιες μετριότητες όπως ο Dan Brown και ο Stephen King. Πρόσφατα διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο στο Scientific American από τον Henry Gee, έναν παλαιοντολόγο και εξελικτικό βιολόγο, που παραθέτει φαρέτρα επιστημονικών επιχειρημάτων ότι ο Homo sapiens sapiens σαν είδος βρίσκεται σε σίγουρη πορεία προς την εξαφάνισή του. Το άρθρο δεν ανέφερε κανένα λογοτεχνικό επιχείρημα, και το βρήκα πολύ υπερβολικό στη βεβαιότητά του. Όμως αναλογιζόμενος τι μυθιστορήματα διαβάζουν οι περισσότεροι άνθρωποι (και ότι οι περισσότεροι δεν διαβάζουν τίποτε), ίσως προστίθεται άλλο ένα επιχείρημα ότι ως είδος οδεύουμε όντως ντουγρού προς τον ολικό αφανισμό. Λέτε να έχει δίκιο ο παλαιοντολόγος τελικά; Ίσως πάλι τα μηρυκάζω όλα αυτά από κόμπλεξ, γιατί δεν διαβάζονται αρκετά τα έργα μου. Πρέπει να το εξομολογηθώ: προσωπικά δεν διαθέτω μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και τι δεν θα έδινα, αν έστω και λίγοι από τα εκατοντάδες εκατομμύρια καλοί καγαθοί άνθρωποι που τρώγονται και μαλλιοτραβιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης π.χ. για το κορωνοέπος, ενδιαφέρονταν να διαβάσουν κάποια βιβλία μου. Μια βάση δεδομένων έχει καταγράψει 2,2 δισεκατομμύρια διαφορετικά κείμενα tweets με αναφορά στον κορωνοϊό. Αυτά είναι πλέον τα ποιήματα του 21ου αιώνα, σπαράγματα και αλληλοσπαραγμοί. Ίσως είναι αλήθεια λοιπόν, μάλλον χανόμαστε.

-Στην Ελλάδα έχει αναβιώσει τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τη σχέση της μορφής με την ουσία της ποίησης. Πόσο έχει ανάγκη το ποίημα από το μέτρο και την ομοιοκαταληξία;

Επανέρχομαι σε αυτό που ανέφερα παραπάνω. Με στίχους ένας γραφιάς είναι πιο εύκολο να ρεζιλευτεί. Με στίχους με μέτρο και ομοιοκαταληξία οι πιθανότητες ρεζιλέματος αυξάνονται κατά 394% (εδώ έκανα ακριβή επιστημονική μέτρηση με τριχοποιητόμετρο), σε σχέση με τον ελεύθερο στίχο. Η μορφή είναι σημαντικό να συνάδει με την ουσία, ή ορθότερα να βρίσκεται σε μια σχέση αλληλοσυμπλήρωσης. Συνεργιστική ή ανταγωνιστική – αρκεί να δουλεύει τελικά η σχέση ή η διαπάλη τους. Δεν υπάρχει κανένας απόλυτος κανόνας για το αν το μέτρο (και ποιο μέτρο) και η ομοιοκαταληξία βοηθάνε ή όχι. Είναι σαν να χρησιμοποιείς διαφορετικά όπλα. Αυτό που έχει σημασία είναι να είσαι καλά εξασκημένος πριν τα χρησιμοποιήσεις δημόσια. Κλασικά μέτρα και ομοιοκαταληξίες είναι σαν να χειρίζεσαι ένα δαμασκηνό σπαθί. Ο ελεύθερος στίχος είναι περίπου σαν περίστροφο ή άλλο ευθύβολο πυροβόλο όπλο. Αν θεωρείς ότι είσαι καλός στο να χειρίζεσαι το δαμασκηνό σπαθί με τα αραβουργήματα στη λαβή και την κόψη που την έχεις ακονίσει πέντε ώρες στο αμόνι – ε, τότε καλή επιτυχία στις σπαθιές. Το γλυκό καρπούζι, τον κακό γρουσούζη, η θεά που λούζει, Ο my dear Suzie, πλούσιοι Αλαφούζοι, οι πολέμιοι Ούζοι, γενικώς κομφούζι-ο. Παντως υπήρχαν πολλοί άριστοι ποιητές στο παρελθόν που ήταν πιο καλά εξοικειωμένοι με αυτά τα έντιμα, αρχαία, κοφτερά όπλα. Το μέτρο και η ομοιοκαταληξία στα χέρια τους ήταν αβίαστα, τέλεια. Για να μείνω στην αναλογία του δαμασκηνού σπαθιού, ένας θρύλος λέει ότι κάποτε ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος περηφανεύτηκε στον Σαλαντίν και, για επίδειξη, έδωσε μια με το ξίφος του και τσάκισε ένα σιδερένο δοκάρι. Ο Σαλαντίν πέταξε ένα μεταξωτό μαντήλι στον αέρα και το άφησε να πέσει απαλά πάνω στο ακίνητο σπαθί του. Το μαντήλι έγινε κομμάτια. Μπορείς να γράψεις κοφτερή ποίηση έτσι ακίνητος; Εδώ σε θέλω. Στις μέρες μας πλέον, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ρουτίνα του περίστροφου του ελεύθερου στίχου είναι πιο πρακτική λύση. Παρακαλώ να μην θεωρήσετε ότι υποστηρίζω τη National Rifles Association. Όμως οι περισσότεροι ποιητές θεωρούν τους εαυτού του κάτι σαν Indiana Jones που καθαρίζει μπάμ-μπάμ-μπάμ χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Και τελικά τα πυροβόλα όπλα του ελεύθερου στίχου μπορούν να κάνουν αθροιστικά περισσότερη ζημία. Κόσμος και κοσμάκης σκοτώνεται άδικα. Όποιος νομίζει ότι ο ελεύθερος στίχος δεν έχει κανόνες, πλανάται πλάνην οικτράν. Έχει περισσότερη ευελίξία, αλλά και περισσότερους κανόνες. Τελικά, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς σε ό,τι κάνουμε και ό,τι γράφουμε και να αποτιμούμε έντιμα τις δυνατότητες που έχουμε και πού υστερούμε. Να μην ξεχάσω: με στίχους και ομοιοκαταληξίες βέβαια αυξάνει η πιθανότητα να σου προσάψουν και μουσική και να γίνεις τραγούδι, να τραγουδηθείς. Οπότε κινδυνεύεις πολλές φορές από χειρότερη κατάρα: να μην καταλαβαίνει κανένας τι είναι αυτό που τραγουδάει. Δεν ξέρω τι να πω. Πόσοι ποιητές μπορούν με ειλικρίνεια να τραγουδήσουν πλέον; Ακόμα και το να κλάψεις είναι πλέον ακατόρθωτο. Ακόμα και απλώς να ανασάνεις έχει γίνει άκρως δυσχερές.

-Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι, παρά τις διαφορές τους, όλοι οι ποιητές υποκινούνται από τη ματαιοδοξία για να γράψουν. Είναι η ματαιοδοξία το κοινό κίνητρο όλων των γραφιάδων;

Αναμφίβολα, η ματαιοδοξία είναι ισχυρότατη. Σήμερα το πρωί έβλεπα τις ξυλογραφίες του Albrecht Duerer. Υπάρχει μια έξοχη απεικόνιση της ματαιοδοξίας, «Ο Δαίμονας και η Κοκέτα». Η κοκέτα χτενίζεται ενώ ο αποκρουστικός δαίμονας την παρατηρεί. Οι συγγραφείς πολύ συχνά χτενιζόμαστε – πάλι για τρίχες βλέπετε σας μιλάω. Σημασία έχει να μπορούμε πότε-πότε να αποκτούμε ενσυναίσθηση και να απαγκιστρωνόμαστε από τον δαίμονα, μήπως και σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

-Συγκρούεται ποτέ μέσα σας η οπτική του επιστήμονα στα πράγματα με την οπτική του ποιητή;

Όπως μάλλον θα είδατε από αρκετές απαντήσεις μου παραπάνω, ενυπάρχει όντως αυτός ο σκυλο-γατο-καυγάς μέσα μου ανάμεσα στον επιστήμονα και στον ποιητή. Δεν ξέρω ούτε καν ποια είναι η γάτα και ποιος είναι ο σκύλος. Προσπαθώ να μην αδικήσω κανέναν, αλλά τελικά η σολομώντεια προσέγγιση αφήνει συχνά και τους δυο ανικανοποίητους. Ένα πλεονέκτημα είναι ότι αυτός ο δυϊσμός με βοηθάει μερικές φορές ίσως να καταλαβαίνω λιγάκι γιατί πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν καθόλου τους άλλους. Εδώ παλεύω τόσο καιρό ανεπιτυχώς να καταλάβω τον εαυτό μου.

-Αν το μεγάλο σύνολο της ποίησης που εκδίδεται σήμερα δε γίνεται γνωστό, αφού ούτε οι λόγιοι ούτε το κοινό ασχολούνται μαζί του, είναι μοιραίο να θεωρηθεί ως ποίηση του καιρού μας ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ ολίγων που έτυχε να έχουν προσβάσεις σε μηχανισμούς εξουσίας;

Αυτό ισχύει. Η επίσημη ποίηση έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό μια άσκηση δημοσίων σχέσεων. Κακόγουστη μάλιστα. Μια άσχημη φάρσα. Μια συνεχής διαπόμπευση της αισθητικής, μια παρέλαση καλοδικτυωμένης μικρότητας. Συνοδεύεται από πολυμελή ορχήστρα, ένα χύμα κρουστών και κακόφωνων τρομπονιών. Να μην τα ψάχνουμε άλλο, γιατί να στεναχωριόμαστε;

-Διδάσκετε την ποίηση και την επιστήμη στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Ποιο από τα δύο απολαμβάνετε περισσότερο και γιατί;

Δεν νομίζω ότι διδάσκω αυτά τα αντικείμενα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Περισσότερο βρίσκω τα μαθήματα σαν μια ευκαιρία για αναλαμπές αυτοκριτικής – δηλαδή να ξυπνάω την ώρα που τα διδάσκω και να σκέφτομαι «Μα τι λες τώρα; Καλά, το πιστεύεις αυτό το τερατούργημα που διδάσκεις; Μήπως δεν είναι έτσι;». Για παράδειγμα, διαβάζεις κάτι που όλοι λένε πως είναι σπουδαίο έργο και ενώ πας να το επαινέσεις (όπως το επαινούσες κι εσύ και πέρυσι και πρόπερσι), νιώθεις ξαφνικά να αυτοχαστουκίζεσαι. Το έργο έχει λιώσει στην παλάμη σου σαν χαλασμένο παγωτό και τα δάχτυλά σου κολλάνε άθλια ζουμιά. Ή αντιθέτως διαβάζεις κάτι και νιώθεις ξαφνικά μια συγκίνηση που δεν την είχες ξανανιώσει, γιατί συνειδητοποιείς επιτέλους πώς πρέπει να διαβαστεί – όχι απλώς να σηκώνονται οι τρίχες. Τα μαθήματα είναι επίσης και μια ευκαιρία να με κολλήσουν οι μαθητές μου στον τοίχο, να μάθω από αυτούς, και να πάμε ένα βήμα παραπέρα, αν είναι δυνατόν. Πάντως απολαμβάνω και τα δυο στο υψηλότερο δυνατό σημείο. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα τα δίδασκα.

-Αν έπρεπε να σώσετε ένα ποίημά σας, ποιο θα ήταν αυτό;

Αν ισχύει αυτό που λέγαμε παραπάνω και η ανθρωπότητα εξαφανιστεί, ό,τι και να κάνω και ό,τι και να σώσω θα είναι μάταιο. Ή μπορεί να ανακαλύψει το ποίημα κάποιο άλλο εξωγήινο είδος που δεν θα ξέρει τι να το κάνει, οπότε, αφού το γλείψει και το μασήσει δοκιμαστικά, θα το υποβάλλει σε (τι άλλο): σε νευροφυσιολογική και νευροαπεικονιστική εξέταση. Οπότε κι οι εξωγήινοι οι καημένοι με τη σειρά τους θα πάνε για εξαφάνιση. Ειλικρινά, με τρομάζει ότι όλα τα έργα μου μπορεί να χαθούν οριστικά, δεν μπορώ να το ξεπεράσω εύκολα αυτό, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο. Με αυτό το «σχεδόν» αυτο-εξαπατώμαι. Αρκετά ποίηματά μου μιλάνε για χαμένα έργα, για παράδειγμα τα χαμένα ποιήματα της Σαπφούς ή χαμένα μουσικά έργα του Γιόχαν Πάχελμπελ. Σας παραδίδω εδώ λοιπόν για φύλαξη την Παραλλαγή 78 από τις «Παραλλαγές πάνω στην τέχνη της φυγής και ένα απονενοημένο ριτσερκάρ» μήπως και τυχόν χαθούν όλα τα κείμενα, έντυπα και ηλεκτρονικά, εκτός από το περιοδικό Ποιείν. Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Το βιβλίο δημοσιεύτηκε από τον Κέδρο το 2014. Έγραψα το βιβλίο και στα ελληνικά και στα αγγλικά, και περιμένω σύντομα να δημοσιευτεί πάλι από τον Κέδρο και η αγγλική γραφή του βιβλίου σε e-book. Προσέθεσα στην αγγλική έκδοση εκτεταμένες Επισημειώσεις (Annotations), σχεδόν ίσες σε όγκο με το κείμενο το αρχικού ελληνικού βιβλίου, για όσους ενδιαφέρονται να κάνουν άλλη μια προσπάθεια να προσεγγίσουν τι θέλω να πω. Η Παραλλαγή 78 ειδικά μας μεταφέρει αρχικά σε μια εποχή όπου οι επιδημίες σκοτώνανε περίπου το 50% του πληθυσμού.

Παραλλαγή 78: Χαμένα έργα του Johann Pachelbel
Όλοι αυτοί που χρησιμοποιήσανε τον κανόνα του Ιωάννη Πάχελμπελ για γαμήλιο εμβατήριο, απλοί πληβείοι κι επίμονοι παραθεριστές του σύγχρονου lifestyle, ανέμελοι επιχειρηματίες επενδυτές και βασιλικά ζεύγη – δε σκέφτηκαν ποτέ την πανούκλα ως basso ostinato του σύγχρονου πολιτισμού, δεν ήταν προσκεκλημένοι στην Ερφούρτη το 1683, δεν έκαναν απεγνωσμένα και συστηματικά έρωτα με τη νεκρή νεαρή γυναίκα για τρεις μήνες μετά τη σαπωνοποίησή της, δεν είδαν το λευκό της σώμα μέσα στη σιωπή της νύχτας πιο όμορφο και πιο θελκτικό απ’ τον πλάγιο έξω υποθάλαμο και την αμυγδαλή των αμνησιακών γάτων, δεν έθαψαν το παιδί τους με τα ίδια τους τα ακροδάκτυλα, με τις ίδιες τους τις βλεφαρίδες, με τα γερά φατνία των άριστα λευκασμένων δοντιών τους, αποδεκατίζοντας τα πιστοποιητικά γεννήσεως και βαπτίσεως μετά τους βομβαρδισμούς της RAF, δεν έκαψαν ποτέ στο τζάκι για προσάναμμα τις σημαντικότερες αδιανόητες παρτιτούρες που έγραψε ποτέ η χαρίεσσα λήθη, δεν ένιωσαν ποτέ πως είχαν πεθάνει οριστικά πριν τέσσερις αιώνες και κατά συνέπεια έπρεπε να επιζήσουν άλλα είκοσι τρία χρόνια και κάτι μέρες με μεγάλη διακριτικότητα, δεν πέρασαν στην ιστορία καταξιωμένοι για αυτό που δεν τους ενδιέφερε και για αυτό που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν

Variation 78: Lost works of Johann Pachelbel
All those who utilized the Canon of Johann Pachelbel as a wedding march – ordinary plebeians and persistent holidaymakers of modern lifestyle, carefree entrepreneurs, investors and royal pairs – all of them never conceived of the bubonic plague as a basso ostinato of modern civilization, they had not been invited to Erfurt in 1683, they did not make love desperately and systematically with the dead maiden for three months after her saponification, they did not see her white body in the silence of the night more beautiful and more charming than the anterior median hypothalamus and the amygdala of amnestic cats, they did not bury their child with their own fingertips, with their own eyelashes, with the strong alveolar bone of their own perfectly whitened teeth, decimating the birth certificates and baptismal records after the RAF bombings, they did not burn as tinder in the fireplace the most important unimaginable musical scores that nice-looking oblivion had ever composed, they never felt that they had died conclusively four centuries ago and therefore had to survive another twenty three years plus a few more days with great tact, they did not pass into history acclaimed for whatever they were not interested in and for whatever they definitely were not

Annotations
Canon of Johann Pachelbel: The Canon and Gigue for 3 violins and basso continuo is the best- known work of Johann Pachelbel (1653-1706). It is unclear when it was composed, with a proposed range between 1680 and 1706. There are also competing theories on the reasons behind its composition. Fallen into oblivion and practically lost for over two centuries, it was rediscovered in the twentieth century and published in 1919. Eventually it became one of the most popular but also embarrassingly misused pieces of classical music.

they had not been invited to Erfurt in 1683: The 23-year old Barbara Pachelbel (1660-1683), the wife of Johann Pachelbel, died in the autumn of 1683. Their only child shared the same fate. Their death was due to the plague that devastated much of Europe in 1679-1683, killing close to 50% of the population in some central European cities. For example, Vienna had 76,000 casualties and Prague 83,000. The neighboring city of Halle in Saxony counted 4,397 deaths in a total population of around 10,000. It is possible that the death toll was as high also in Erfurt. The 30-year old Johann Pachelbel published his first work in Erfurt in that same year. The title of this composition was Musicalische Sterbens-Gedancken (Musical Thoughts on Death) and its composition may have been driven by these deaths. The manuscript of this work has been lost, much like several other works by Pachelbel. A more detailed list of at least 34 lost works can be scrutinized in https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_compositions_by_Johann_Pachelbel#Lost_works. It is also speculated that the Musicalische Sterbens-Gedancken included 4 sets of chorale variations and efforts have been made at reconstructing the work based on other works by the composer on the same genre. The four sets were titled Christus, der ist mein Leben (Christ, who is my life), Alle Menschen müssen sterben (All men must die), Herzlich tut mich verlangen (Gladly do I desire [a blessed end]), and (most tentatively of all) Was Gott tut, das ist wohlgetan (What God ordains is always good).

after the RAF bombings: Between 1944 and 1945 there were 27 air raids by British (RAF) and American bombers against Erfurt, with a total of 565 bomber airplanes and 1,100 tons of bombs dropped on the city. There were 1,600 casualties, mostly women and children. For details, see https://second.wiki/wiki/luftangriffe_auf_erfurt.