Αποτυχία

Δεν ήμουν ποτέ του κόσμου τούτου.
Δεν ξέρω πώς με πήρε το φως
και με πέταξε στη γη,
τι λόγο είχε.
Ξέρω μόνο ότι προσπάθησα
να ενσωματωθώ
με παταγώδη
αποτυχία.

Επί ξύλου

Κρεμόμασταν ανάποδα απ’ της ελιάς το μπράτσο,
ελιές κυλούσαν μες στο στόμα.
Δεν κάναμε αγώνα,
μόνο ερωτευόμασταν αισθήσεις.
Έτσι μας βλέπανε τα πουλιά και μας τσιμπολογούσαν·
ώριμα σύκα.

Ορειβασία

Ορειβάτης στης απουσίας σου τον θόλο,
το φθαρμένο μου σκοινί τραβώ και πάω
στη φωλιά με τα ολόλευκα πουλιά.
Μην είναι άνοιξη και σε βρω ζευγαρωμένο;
Μην είν’ χειμώνας κι απ’ τη φωλιά μου έχεις πέσει;
Μισό λευκό μισό θανάτου χρώμα·
χελιδόνι θα σε πω,
μόνο μην ειν’ φθινόπωρο και μόλις μου ’χεις φύγει.

Ευχαρίστηση

Να ευχαριστιέσαι το φαγητό σου
όσο είναι ζεστό·
κάθε μπουκιά, κάθε στιγμή,
γιατί όταν κρυώσει
θα σηκωθεί και θα φύγει
απ’ το τραπέζι.

Έξι χαϊκού

Τα ηφαίστεια
σε χρόνια παγετώνων
λαγοκοιμούνται.

Τρία δάχτυλα
χιονισμένου εγκλεισμού
γράφουν άνοιξη.

Αχτίδες φωτός·
ίχνη εγκαρτέρησης
ξεχειμώνιαζαν.

Το ξημέρωμα
σιδερώναμε μνήμες
ως υπνόσακους.

Τόση πρόοδος·
ιός εξανέμισε
έναν πλανήτη.

Δύση στο πιάτο·
βροχή από πέταλα
σοφών αλόγων.

Τολό

Νησί-πλοίο του Θεού στάθηκε
ακίνητο στην είσοδο του κόλπου
αιώνες τώρα
ακοίμητος φρουρός του ανθρώπου.
Σ’ αυτήν την ήρεμη ακρογιαλιά
που τα μεσημέρια αγριεύει
για να ησυχάσει πάλι, μετά το δείλι
ξεπροβάλλουνε οι μέλισσες
μέσα από την άμμο
και τα όστρακα στη γλάστρα
της γιαγιάς
έχουν λουλούδια
τα μοτοσακό
χταπόδια τα σχολεία
κι ο ξένος που έρχεται
και φεύγει παίρνει λεία
μία ανάμνηση πολύβουης σιωπής.
Τα σύννεφα δεν ξέρουν πώς ριζώνουν
τα δέντρα γενναιόδωρα καρπίζουν
τα πουλιά συντροφεύουνε τα ψάρια
κι ο ήλιος αναπαύεται στα ρηχά νερά.
Ένα παράθυρο στο πέλαγο ανοιχτό
μ’ ελευθερώνει και με φυλάει απ’ τον αφρό
στο κάλεσμα της νύχτας,
τι να πω;
στα στόματα που φτύνουνε ιό;
Αύριο το σώμα αναχωρεί,
μα η σκέψη δεν υποχωρεί.
Εικόνες στην απόχη μου θα σπαρταρούν
ολάκερο χειμώνα.

Ζωή εν τάφω

Ένα μου χέρι βγαίνει απ’ τον τάφο
να περιγράψει ζωή εν τάφω·
το ό,τι γίνεται στην οικουμένη
για εκεί που πάμε, πίσω ουδείς μένει…

Τ’ όραμα που ’νιωσα δεν είν’ το μόνο
για όσ’ αγάπησα δεν μετανιώνω
μόνη κι ας βίωσα την κάθε αγάπη
ό,τι κι αν έδωσα έλειπε κάτι

κι έγινε ξύλο μου μέσα στο χέρι
να γράφει κόβοντας εμέ σαν μαχαίρι
κι ύστερα τάχατε με πόση χάρη
οι άλλοι λέγανε: φέγγει ως φεγγάρι!

Σε νύχτα έζησα και καταιγίδα
ίσως να ήτανε τέλεια η παγίδα
μα πάντα ήξερα ότι ο σταυρός μου
Χάρη πως ήτανε και οδηγός μου…

Στον κόσμο ό,τι αγάπησα φάνηκε ψέμα·
βαθιά η άλωση, νερένιο το αίμα
κι αν κάτι πίσω μου μένει ως ελπίδα
είν’ που ανέθρεψα βλέμμα πυξίδα.

Ανοησία

Οι μέρες να στάζουν σαν νερό
από τις χούφτες της
κι εκείνη να λυπάται που
δεν μπορεί να γράψει ποιήματα.