Ζωή μικρή

 

 στη Γιάννα Λ.

σαν ταινία του Βισκόντι

μα δες τους

καμαρώνουν πάλι

ξέρουν αυτοί

ρητορεύουν, φωνασκούν, αγωνίζονται

χάνουν, κερδίζουν

εδώ είναι πάντα

 

για το καλό

καλό δικό μας, όλων μας καλό

ξέρουν αυτοί

ξέρουν καλά, ξέρουν πολύ

γι αυτό είναι πάντα εδώ

 

κι εμείς? κι εσύ? κι εγώ?

γιατί μαζί δεν καμαρώνουμε?

γιατί είμαστε μικροί

και ζούμε ακόμα

 

ζωή μικρή, ζωή φτηνή, δειλά τραυματισμένη

ζωή που εκνευρίζεται

θυμώνει και θυμάται

 

ζωή που αναπνέει

 

ζωή μικρή, ζωή φτηνή

μα ουδέποτε εκπορνεύσιμη

λάφυρο ελάχιστο

λάφυρο πολύτιμο

 

ότι ποτέ δεν εκχωρήθηκε

ατόφιο μένει να πεθάνει

 

************

Μια πολυθρόνα κόκκινη

 

στον αδερφό μου, Γιάννη

 

μια πολυθρόνα κόκκινη

φτηνή, ζεστή, φθαρμένη

για να μιλώ με τους τρελούς

και νόημα να βγάζω

 

μια πολυθρόνα κόκκινη

ο κόσμος μου είναι όλος

 

τη σκέψη μου σαν ν’ άφησα

τον κόσμο να διατάξει

τον θάνατο να ξεγελώ

λιμάνι να μην πιάσει

 

γελούν μαζί μου οι άνθρωποι

και άδικο δεν έχουν

 

γελώ και ‘γω μαζί

και δίκιο δεν μου δίνεις

 

αλήτης ψεύτης είναι ο νους

με όμορφη γητεία

το χρόνο σα διεκδικεί

μικρή είναι η αμαρτία

 

τι θέλησα, τι ζήτησα

κανείς σας πια μη με ρωτήσει

γιατί μια πολυθρόνα θα βρει εκεί

αδύναμη να απαντήσει

 

μια πολυθρόνα κόκκινη

ο κόσμος μου είναι όλος

στα μάτια σας ελάχιστη

για μένα ουράνιος θόλος

 

*********

 

Παλιάτσοι του Εγώ

 

σιωπηλοί, όσοι μας κουβάλησαν ως εδώ

λέξη δεν είπαν ούτε μία

ούτε για τα χρωστούμενα, μήτε για τα υπεσχημένα

 

κι εμείς?

φωνακλάδες, ηχηροί και οχληροί

θαρρείς κι ο κόσμος μας χρωστάει

 

γεμίσαμε το νου μας θεωρίες

περισπούδαστα τίποτα

κάθε μας αμαρτία, να ντύσουμε ευθύνη

 

όλο το πέλαγος το Λιβυκό

δεν αρκεί

το ανεπαίσθητο να επιβαρύνει

τη σκιά τη δυσοίωνη της οίησης

να ξεπλύνει βίαια από το άπλετο σκοτάδι

 

εφεύραμε την ατέλεια

για να μπορούμε, δίχως ενοχή

να δείχνουμε τους άλλους

κι εκείνους ειδικά

που, πρόθυμοι βαστάζοι των ονείρων,

μας έφεραν εδώ

 

και τώρα σιωπή

επιτέλους σιωπή, παλιάτσοι του εγώ

οι μοίρες μας ακούνε

 

**********

Άστικτο Δυτικό

 

Όλα απατηλά κι ανείπωτα

να’ ναι η ζωή ενύπνιο;

 

και τότε που πάνε όλα αυτά;

έρωτες, πάθη, απώλειες

και σκέψεις  γλυκά θρυμματισμένες

 

κάτω εκεί στο Νότο

στο Δυτικό που σου μιλάει ο ήλιος

κι υφαίνει ο άνεμος ταξίδια ανεκπλήρωτα

 

μα, ναι

το ανεκπλήρωτο είναι που ξεγελάει μοναξιές και απάτες

σε ελεεί με όνειρα

με υποσχέσεις ντύνει του Χρόνου τις πλεξούδες

 

κι όταν τελειώσουν όλα αυτά

ανάσες, από πού θα πάρεις;

 

στη γενέθλια τη μοναξιά

όλο και κάποτε γυρίζεις

και τότε βαθιά είναι η ανάσα

να ξεγελά το μαυροφόρο επισκέπτη

 

ξέρω ότι θα έρθεις

απρόσκλητος κι απρόσδεκτος

μα πάντα επίμονος και τελεσίδικος συνάμα

δίχως στολίδια άτεχνα

ούτε κρυφά υπεσχημένα

 

μα ακόμα ζω

και στα κρυφά ονειρεύομαι

κι αυτό κανείς, δεν θα αφήσω να το πάρει

 

*******************

«Με την ποίηση, υποψιάζομαι ότι ψιθυρίζουμε αντί να μιλάμε. Κι η ηχώ του ψιθύρου είναι ανεπαίσθητη και ως τέτοια ευλογημένη. Ένα σχεδόν ψευδαίσθητο υποκατάστατο της ανθρώπινης κίνησης. Επιχειρώντας μια ακόμα απόδραση από τον Νότο, σκέφτηκα ότι το εγγύτερο στις ανθρώπινες κινήσεις είναι τα σημεία στίξης.
Αλλά όχι αυτά από μελάνι. Τα άλλα. Η σάρκινη προέκτασή τους. Ποτέ απροϋπόθετη, επίμονα αδιατίμητη…. Μας σαγηνεύουν οι ατέλειες και συγχρόνως μας τρομάζουν. Κι ίσως γι’ αυτό ανακαλύψαμε τα σημεία στίξης για να συμφιλιωθούμε με τη διάρρηξη κάθε καθολικής βεβαιότητας, με αυτό δηλαδή που λέγεται Ζωή. Μα μόνο γι’ αυτό άραγε;».
Νίκος Παπαδάκης, Αντι-προλογικό

**
«Επί της ουσίας, αυτό που αναδεικνύεται στην ποιητική κατάθεση του Νίκου Παπαδάκη είναι μια “περιεκτική” και εύθραυστη ευαισθησία που εξυψώνει την ανθρώπινη κατάσταση, την αποσπά από τη “γήινη” νομοτέλεια και ταυτόχρονα την καθιστά μαγική και ονειρική…. Ο Νίκος Παπαδάκης με τη συλλογή ποιημάτων του «Σημεία Στίξης» ποιεί ευθέως μια δημιουργική ανασκαφή μέσα στον ευγενή ορυκτό πλούτο μιας βαθιάς και σμιλεμένης εσωτερικότητας, που αποπνέει αλήθεια, ποιητική ένταση, εικόνες και αρώματα μιας διαρκούς υπαρξιακής περιπλάνησης. Ο ίδιος άλλωστε θα ανήκει πάντα στην ποίηση….».
Νίκος Φωτόπουλος, Πρόλογος στο βιβλίο