I

[Κατακορύφως]

 

Δύσκολη νύχτα ἀπόψε. Ὅλα γκρεμισμένα.

Μονάχος μὲς στὸ πατρικό μου σπίτι, νυχτοπούλι,

πεθύμησα ἕνα δέντρο νά ’χει φύλλα καὶ γιὰ μένα

λαχτάρισα δέντρο παληό, πόθησα ὣς τὸ μεδούλι.

*

Τὶς ὧρες τὶς μικρές, ὅταν ἀνοίγουν τὰ ντουλάπια

καὶ φτερουγίζουνε τα ροῦχα τῶν νεκρῶν στὸ σκότος

σὰν νυχτερίδες ἀναμνήσεων, σὰν ράκη κάποια

νεφῶν, βροχῶν καὶ λιοπυριῶν -ἄκου!- ἕνας κρότος

*

στάζει στὸ λάδι τῆς σιωπῆς, τρίζει κι ἀνασαίνει

μετέωρο στὰ πυκνὰ σκοτάδια μέ τυλίγει

ἀδειάζουνε οἱ αἰσθήσεις, τὸ κορμὶ φυραίνει

κι ἀλλόκοσμο ἀεράκι τὸν λυγμό μου πνίγει.

*

Κι εἶμαι ξανὰ στὸ παιδικό μου τὸ δωμάτιο

τοῦ Αὐγούστου ἔναστρος θόλος τὸ ταβάνι

καθὼς ἁπλώνεις κλάδους, δέντρο-συντριβάνι

μὲ ρίζα μὲς στὰ σωθικά μου ἀκάτιο.

 

*****

II

[Σκοπὸς στὸν τζουρὰ]

 

Ἐμένα μ’ ἀρέσει ὁ Παπαδιαμάντης. Δὲν ξέρω γιατί. Μ’ ἀρέσει ἡ καθαρεύουσα. Καὶ εἶναι ἁπλὰ πράμματα. Δὲ λέει γιὰ σύννεφα καὶ οὐρανοί, ἀλλὰ λέει γιὰ ἀνθρώπινα. Καὶ μ’ ἀρέσει πολύ. Ἔχω διαβάσει τὴ Φόνισσα, τὰ Δύο Κούτσουρα καὶ ὅλα τ’ ἄλλα του. Διάβασα καὶ τὰ Λόγια τῆς Πλώρης τοῦ Καρκαβίτσα, ἀλλὰ τὸν Παπαδιαμάντη δὲν μπορεῖ νὰ τὸν πιάσει.

Γιῶργος Μουφλουζέλης,  Ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά

 

Κάποτε βλέπω τὸ παλτό σου, χάνεται στὴν γωνιὰ

κι ἔρχεται ἡ εὐωδία ἀπὸ σχοῖνο καὶ θυμάρι

κάποτε ἀκούω τ’ ἄρβυλά σου στὸν γιαλὸ τῆς λησμονιᾶς

καὶ ἴσκιος ἀνατέλλεις στὸ βαθὺ φεγγάρι

*

ἀδειάζοντας τῶν δέντρων τὶς σκιὲς καὶ τῶν σπιτιῶν.

Ἀκούω τὸ μούρμουρο, τὸ κῦμα τῆς ψυχῆς σου

-κι ὅπως οἱ δεσμοφύλακες μὲ ἀρμαθιὲς κλειδιῶν

ρίχνουν τὰ μάνταλα βαρειὰ- ἠχὼ τοῦ παραδείσου

*

μοῦ στέλνεις μὲ τῶν λέξεων τὰ μάργαρα κοχύλια

χαμένο στοὺς μεγάλους δρόμους, ἡ φωνή σου μὲ σιμώνει,

μὲ χίλιες δυὸ μαρμαρυγὲς καὶ μὲ βοτάνια χίλια:

“εἴμουνα στὴν γῆ βελόνι, ποὺ πατεῖς καὶ σ’ ἀγκυλώνει”.

 

 

*****

III

[Masters of none]

 

Βρες λοιπόν ένα εκατομμύριο θέματα τον χρόνο για να τα διεξέλθουν οι υποψήφιοι.

Κι ένα εκατομμύριο τον άλλο χρόνο κι ένα τον παράλλο. Θα μαστεροποιηθούν τα πάντα:

«Οι νέες μέθοδοι λίπανσης του Γκουπάντο Λοπές στο αγρόκτημα Ντελέφο στο Περού»,

«Η διευθυντία (1934 – 1941) Γεωργίου Παπαδή στο Γυμνάσιο Ερεσσού»,

«Οι κανονισμοί λειτουργίας της Υπηρεσίας Δασών του Νταλαχούρα Μπούγκου στην Κένυα»,

«Ο Τσου Σου Πε και η εφημερίδα Ντεν Λιν Κου (1913 – 1924) στην πόλη Τσαγκ Τάο».

 

Σάββας Παύλου, «Μάστερ, περισσότερα μάστερ»

 

Τρεῖς θεολόγοι περὶ διαγραμμάτου, δυὸ διανοητὲς

– κι ὁ φούφουτος τῆς ὀπερέττας! μὲ σερνάμενη τὴν μύτη

στῆς δημαρχίας τὰ φρεάτια, σέ φεστιβάλ, έπιτροπές–

βαλθήκανε νὰ σ’ ἀναλύσουνε, τῆς θάλασσας σπουργίτι.

*

Καὶ δῶσ’ του μὲ Ρικαίρ, μὲ Ντερριντά, Ζιράρ

μὲ προτεστάντες τῆς Ἀμέρικας – φοριοῦνται γάρ-,

ἐρωτευμένο μὲ τὴν Μάνα σου καὶ τοῦ Κακοῦ φορέα

σὲ τσιμεντώνουνε σὲ master, ὄμορφα κι ὡραῖα.

*

Καὶ νά ’χα στίχο σὰν κλαρὶ καὶ λέξεις ὅπως φύλλα

θὰ σὲ καλοῦσα νὰ σταθεῖς καὶ νὰ μοῦ κελαηδήσεις.

Ἀλλὰ μοῦ φτάνει νὰ πετᾶς κι ἔλα νὰ μοῦ μιλήσεις

μαῦρο μου κοσσυφάκι μὲ λαλιὰ κεχριμπαρένια. Μίλα,

*

στὸ πένθος πάντα γαληνό καὶ στὴν χαρὰ δροσᾶτο

βρεγμένο ἀπὸ τὴν θάλασσα, καμμένο ἀπὸ τὸ φῶς,

ὅταν βρεθῶ στῆς ὀμορφιᾶς τὸ χῶμα ἀπὸ κάτω

στεῖλε τους χαιρετίσματα: πὼς μ’ ἔκλεψες, σαφῶς.

 

**********

IV

[Παιδικὸ]

 

Μνήμη Διονύση Μενίδη

Ὡραῖα ποὺ χειμωνιάζει πάλι

μαζεύονται τὰ χελιδόνια

κι ἀπὸ τῶν βράχων τὰ μπαλκόνια

ἡ θάλασσα ἀνοίγει ἀγκάλη

*

λύπη σγουρὴ καὶ μολυβένια

νὰ φύγουνε γιὰ ξένα μέρη

γιὰ ἀκρογιάλια κοραλλένια

ποὺ ἀστράφτει πάντα μεσημέρι.

*

Μὰ Ἐσύ, τρυγόνι αὐτοῦ τοῦ τόπου,

τὰ βλέπεις ὅλα καὶ βουρκώνεις

καὶ στὸ κλαρί σου βαλαντώνεις.

*

Τὸ δέντρο τοῦ δικοῦ σου τρόπου

χειμῶνας κι ἂν τὸ περιζώνει,

Ἄνοιξη γνέθει, φῶς ἁπλώνει.

 

************

V

[Καιρὸς τοῦ σιωπᾶν]

 

                                                                         Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Ἀ.Π.

                                   

Δέσποινα τὴν ἀγκάλη σου τοῦ θάλπους ξαναβρίσκω

σὲ τούτη ἐδῶ τὴν θάλασσα, τρυφερό σου μαφόριο

τοῦ στήθους μου μία-μία τὶς πέτρες, παίρνω ρίσκο

μὲς στὸ σγουρὸ βερνίκι της νὰ βάφω, ὑπερόριος.

*

Μὰ τῶν Ἀγγέλων ἡ Κυρία, τῶν ὀρφανῶν ἡ Μάνα

κι ὅλων τῶν βαρυποινιτῶν τὸ σίγουρο λιμάνι

τῶν σωθικῶν μου ἄκου τὴν βραχνὴ καμπάνα,

δέξου τὴν δέηση τῆς σιγῆς μου συντριβάνι.

*

Ὅπως τὰ ἔρημα πουλιά, πικρὰ κυνηγημένα

ἀπὸ πολυκατοικιῶν κεραῖες καὶ γκρὸ-πλὰν

μίλια χαράζουν γιὰ τό δάσος ‒πάρε  κι ἐμένα.

Δὲν ἔχω σκέψεις, μήτε λέξεις. Καιρὸς τοῦ σιωπᾶν.

 

 

Δημήτρης Κοσμόπουλος, 2021