Ευχόμαστε σε όλους τους συνεργάτες, αναγνώστες και φίλους του ΠΟΙΕΙΝ

καλή χρονιά με υγεία και έμπνευση!!!

 

Την μέρα που πέθανες, κρύφτηκα μεσ’ το χώμα,

μέσα στα σκοτεινά έγκατα της γης

όπου μέλισσες, με χρυσές και μαύρες ρίγες, κοιμόνται από το κρύο,

σαν τις ιερατικές πέτρες, με το έδαφος να είναι σκληρό.

Αυτήη χειμερία νάρκη ήταν καλή για είκοσι χρόνια-

σαν να μην υπήρξες ποτέ, λες και ήρθα

Θεού θέλοντος σε αυτόν τον κόσμο από την κοιλιά της μητέρας μου:

Το μεγάλο της κρεβάτι είχε τον θεϊκό λεκέ.

Εγώ δεν ένιωσα καμία ενοχή

όταν κουλουριάστηκα κάτω απ΄ την καρδιά της μητέρας μου.

 

Μικρή σαν κούκλα, φορώντας το φόρεμα της αθωότητας μου

ξαπλώνω και ονειρεύομαι το έπος σου, καρέ-καρέ.

Κανείς δεν πέθανε ή μαράθηκε πάνω σ’ αυτήν τη σκηνή.

Τα πάντα έλαβαν χώρα σε μια συνεχή ασπράδα.

Την μέρα που ξύπνησα, βρήκα τον εαυτό μου στο λόφο Churchyard.

Εντόπισα το όνομα σου, τα κόκαλα σου και όλα τα σχετικά

καταγεγραμμένα μέσα σε μια στρυμωγμένη Νεκρόπολη,

με την σημαδεμένη σου ταφόπλακα να στράβωσε από τον σιδερένιο φράχτη.

 

Σε αυτό το πτωχοκομείο, όπου οι νεκροί στοιβάζονται

ο ένας πάνω στον άλλον, κανένα λουλούδι δεν ανθίζει.

Αυτό είναι το Μονοπάτι με τις Αζαλέες.

Ένα χωράφι από κολλιτσίδες ανοίγεται στον Νότο.

Δύο μέτρα κίτρινο χαλίκι σε έχει θάψει.

Η ψεύτικη, κόκκινη φασκομηλιά δεν κουνιέται

μέσα στο καλάθι με τα πλαστικά αειθαλή που τοποθέτησαν

στην διπλανή σου ταφόπλακα, ούτε και σαπίζει.

Εντούτοις οι βροχές έχουν ξεβάψει το αιματηρό της χρώμα:

Τα ψεύτικα τα πέταλα στάζουν και στάζουν κόκκινο χρώμα.

 

Ένα άλλο είδος κοκκινίλας είναι που απασχολεί εμένα:

Την μέρα που το σάπιο σου πανί σκότωσε την αδερφή μου,

η θάλασσα έγινε μωβ, όπως το διαβολικό ύφασμα

που η μητέρα μου ξετύλιξε στην τελευταία σου επιστροφή. 

Δανείζομαι αυτούς τους στοίχους από μια αρχαία τραγωδία.

Η αλήθεια είναι πως στα τέλη ενός Οκτώβρη, όταν έκλαψα στην γέννα,

ένας σκορπιός τσίμπησε το κεφάλι του, το άτυχο πλασματάκι.

Η μητέρα μου σε φαντάστηκε να είσαι μπρούμυτα στην θάλασσα.

 

Οι πέτρινοι ηθοποιοί στέκονται και κάνουν διάλλειμα για ανάσα.

Προσπάθησα για να με αγαπήσεις και τότε πέθανες.

Η γάγγραινα σε έφαγε μέχρι το κόκκαλο

και η μητέρα μου είπε πως πέθανες όπως όλους τους άλλους.

Πως είναι δυνατόν να μεγαλώσω με αυτή την αντίληψη;

Είμαι το φάντασμα μιας περιβόητης αυτοκτονίας,

καθώς το δικό μου μπλε ξυράφι σαπίζει στο λαιμό μου.

Ω, συγχώρησε αυτήν που χτυπάει για συγχώρεση στην πύλη σου

πατέρα- η πιστή-πουτάνα, η κόρη και φίλη σου.

Ήταν η αγάπη μου που μας σκότωσε και τους δύο.

 

 

******************************

“Electra on Azalea Path”

 

The day youded I wentinto the dirt,
Into the lightlesshibernaculum
Wherebees, striped black and gold, sleepout the blizzard
Like hieraticstones, and the ground is hard.
Itwasgood for twentyyears, that wintering —
Asifyouneverexisted, asif I came
God-fatheredinto the worldfrom my mother’sbelly:
Herwidebedwore the stain of divinity.
I hadnothing to dowith guilt oranything
When I wormed back under my mother’s heart.

 

Smallas a doll in my dress of innocence
I laydreamingyourepic, image by image.
Nobodydiedorwithered on that stage.
Everythingtookplace in a durablewhiteness.
The day I woke, I woke on ChurchyardHill.
I foundyourname, I foundyourbones and all
Enlisted in a crampednecropolis,
Yourspeckledstoneaskew by anironfence.

 

 

 

In this charityward, this poorhouse, where the dead
Crowdfoot to foot, head to head, noflower
Breaks the soil. This is AzaleaPath.
A field of burdockopens to the south.
Sixfeet of yellow gravelcoveryou.
The artificial red sagedoesnotstir
In the basket of plasticevergreenstheyput
At the headstonenext to yours, nordoesitrot,
Although the rainsdissolve a bloodydye:
The ersatzpetalsdrip, and theydrip red.

 

 

 

 

 

Anotherkind of rednessbothers me:
The day yourslacksaildrank my sister’sbreath
The flatseapurpled like that evilcloth
My motherunrolled at yourlasthomecoming.
I borrow the stilts of anoldtragedy.
The truth is, one lateOctober, at my birth-cry
A scorpionstungitshead, anill-starredthing;
My motherdreamedyouface down in the sea.

 

The stonyactorspoise and pause for breath.
I brought my love to bear, and thenyoudied.
Itwas the gangreneateyou to the bone
My mothersaid; youdied like anyman.
Howshall I ageinto that state of mind?
I am the ghost of aninfamoussuicide,
My ownbluerazorrusting in my throat.
O pardon the one whoknocks for pardon at
Yourgate, father — yourhound-bitch, daughter, friend.
Itwas my love that didusboth to death.