Εις Μνήμην

 

Τα νεκρά παιδιά στα παρασκήνια μένουνε κρυμμένα:

την αυλαία κατεβάζουν, ακίνητα στο χρόνο είναι.

Αυτά παρατηρούν τους άλλους που ωριμάζουν,

ενώ οι ίδιοι άγονοι αιωνίως παραμένουν.

 

Συχνά, οι θεατές από μπροστά τους προσπερνάνε,

δίχως να τους κοιτάνε- λες και δεν βρίσκονται εκεί.

Πάντα πιστοί στα όσα καθήκοντα τους όρισαν,

χωρίς λέξη παραπάνω και με σκυφτό κεφάλι.

 

Έχουν ξεχάσει τα παιχνίδια και τα γέλια τους

σε κάποια απόμερη, σκοτεινή ακρογιαλιά,

με τ’ άγρια κύματα να τα έχουνε αρπάξει

μεσ’ τον βυθό, να’ χουν χαθεί για πάντα.

 

Εμείς τ’ αναζητήσαμε, πίσω για να τα φέρουμε

μα τα παιδιά, άσπρα φαντάσματα έχουν γίνει

και αλφαμίτες που τις πύλες σου φυλάνε,

αόρατα στο γυμνό μάτι της ανθρωπιάς.

 

*

  Ορίζοντας τον Θάνατο

 

Θάνατος είν’ τα παιδιά που γλυκά χαμογελούν,

όταν δικό σου σπλάχνο ανάμνηση έχει γίνει.

Τώρα που ευκάλυπτοι σφιχτά σε αγκαλιάζουν,

η φύση με εξοργίζει, είναι θανατική.

 

Θάνατος τα καλοκαίρια που μας βρίσκουν

που μαζί με τη χαρά τους, η λύπη μας φουντώνει.

Και όλο ποτίζω με νερό το άψυχο το μνήμα,

μήπως και δροσίσω τα κόκαλα σου μια στιγμή.

 

Θάνατος και τα γενέθλια θανάτου που γιορτάζουμε,

μετρώντας την ηλικία που σήμερα θε να’ χες.

Πρόσθεση και αφαίρεση στην ίδια τούτη μοίρα,

φτάνοντας στο συμπέρασμα πως είσαι πια νεκρός.

 

Ο τάφος σου μένει ακίνητοςόλους να μας κοιτά-

Μιλάει τη γλώσσα του θανάτου, τη γλώσσα τη δικιά σου:

«Θάνατος είμαι και εγώ, φορτίο αβάσταχτο κρατώ,

οστά κάποιου παιδιού, οστά δεκαοχτώ ετών».