*
Πιστεύω στα αγάλματα
Στις στολές των νοσοκόμων
Στα απελπισμένα χέρια των οικοδόμων
Στα γερασμένα δάχτυλα που κάποτε
άγγιξαν και πια δε θα ξαναγαπήσουν.
Ώρα μου είναι να πηγαίνω,
μου ανήγγειλε με στόμφο ένας ημίαιμος
πρίγκιπας που κάποτε ερωτεύτηκα με παραφορά.
Και μου έλεγε τα ποιήματα που έζησε στο σώμα μου
και άλλα φαιδρά.
Πιστεύω στα μικρά γράμματα.
Στη Σαχάρα και πριν από αυτήν,
στην ερημιά της.
Στην άμμο την αμέτρητη που πετάξαμε
ο ένας στον άλλο και στην αμμουδιά την απέραντη
που προσκυνήσαμε τα δάκρυά μας.
Στη σκόνη που θέλει να κρυφτεί αλλά ο ήλιος
ο πρώτος που μπαίνει από μια χαραμάδα
το ξημέρωμα δεν την αφήνει.
Της ανεπίδοτης επιστολής και
Του ανεκπλήρωτου ταξιδιού
Του εφιάλτη που τελειώνει και
του ονείρου που όνειρο μένει
Δυο τραγούδια του Σούμπερτ
Ανήμερα του αγίου των αγίων, Τζον Κέιτζ.
Της αγίας εγκαρτέρησης και
Της οσίας παύσης
Στους αιώνες των αιώνων που ό,τι μας απέμεινε
απ’ τη ζωή αυτή είναι ο θάνατός μας

*
Οι μεγαλύτερες κατακτήσεις.
Να διαβάσεις
Να ισορροπήσεις
Να επιπλεύσεις.

*
Του ζήτησα να τον πάω στο σπίτι του αλλά αρνήθηκε.
Αποχαιρετιστήκαμε στη γωνία Ομήρου και Ακαδημίας
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.
Ξεψύχησε από ανακοπή της καρδιάς του.
Παρούσες στη νεκρώσιμο ακολουθία ήταν μόνο οι δύο του αδερφές.
Η Μυρτώ και η Ιόλη.
Το σπίτι του ήταν ένα δωμάτιο είκοσι τετραγωνικών.
Έμπαινες μέσα ανεβαίνοντας δύο σκαλοπάτια.
Παντού ήταν στοιβαγμένα βιβλία.
Ήθελα να δω ποιος είναι ο άνθρωπος που γράφει αυτά τα ποιήματα
και έτσι βρήκα τη διεύθυνσή του
και γεμάτη θράσος χτύπησα την πόρτα του σπιτιού του.
Φόρεσε μία μαύρη γραβάτα και βγήκαμε έξω.
Περπατήσαμε ώρα πολλή στους δρόμους
χωρίς κανένα προορισμό.
Την περισσότερη ώρα δε μιλήσαμε.
Μου είπε και τώρα που τα μαλλιά μου είναι κάτασπρα
και η πορεία μου φτάνει στο τέλος της
τι να τα κάνω όλα αυτά τα βιβλία.
Θα θυμάμαι όμως πάντα τα φώτα της Καστέλλας.
Εγώ θα φύγω κι όμως αυτά δε θα σβήσουν ποτέ.
Του ζήτησα να τον πάω στο σπίτι, αρνήθηκε, αποχαιρετιστήκαμε
κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.

*
Δεν είχα σε ποιον να μιλήσω εκείνο το βράδυ.
Έτσι και τώρα όπως πριν τον έψαξα στην οδό Αναστάσεως.
Έμενε σε ένα νοικιασμένο εσωτερικό διαμέρισμα.
Έβαζε το πράσινο ξεφτισμένο του παλτό.
«Το ένδυμά μου το βασιλικό».
-Πες μου, ποιος είναι ο χειρότερος εκβιασμός, τον ρώτησα σα να ζητούσα βοήθεια.
-Θα μπορούσε να είναι η απάντηση τετριμμένη, η αγάπη ας πούμε, αλλά δεν θα σου πω αυτό. Ο χειρότερος εκβιασμός είναι η σιωπή.
Δεν κατάφερε ποτέ να ζήσει με τους ανθρώπους
αλλά δεν μπόρεσε παρά να ζει ανάμεσά τους.
«Δε μιλάς αν και είσαι ακόμα εδώ», τόλμησα να του πω.
«Μα δε θυμάσαι, ο εκβιασμός είναι πάντα η σιωπή».
Τους καλοκαιρινούς μήνες του ΄82 ετοίμαζα τα ποιήματά μου.
Εκείνος μου παρέδωσε τα χειρόγραφά του
με τη σημείωση ποτέ να μη δημοσιευθούν.
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον», σου ζήτησα
μέσα στο στενό δωμάτιο του εσωτερικού νοικιασμένου διαμερίσματος.

*

Γεμίζουν τους νεκρούς με λουλούδια.
Πρώτα θλίψη ανείπωτη: «Μην πας εκεί».
Και στη συνέχεια ο φόβος: «Μη με πάρεις μαζί σου».
Ο θάνατος είναι κι αυτός μια παρουσία διαρκής.

*

Ό,τι δε θέλω να θυμάμαι
ποτέ δεν το ξεχνώ.

*

Που είναι ο θεός σου όταν τον χρειάζεσαι;
Όταν στέκεσαι έξω από την πόρτα ενός σπιτιού που δε θέλεις να ξαναμπείς μέσα
Όταν βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά και δε θες να το γυρίσεις
Όταν μιλάς σε αυτούς που πρέπει να αγαπάς αλλά δε θες να τους βλέπεις στα μάτια σου
Πότε σου απάντησε τελευταία φορά ο θεός σου;
Οι άνθρωποι ξυπνούν στο θανάσιμο σκοτάδι
Κάθε πρόταση κάθε ερώτηση κάθε απάντηση είναι ένας αγώνας
Γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι;
Η απόγνωση του να έρχεσαι στον κόσμο αυτό δεν συγκρίνεται με την απόγνωση του να χάνεις κάποιον από τον κόσμο.
Που ήταν ο θεός σου όταν τον χρειάστηκες;.

*

Φόρεσε μια μαύρη γραβάτα.
Πενθούν ακόμα οι άνθρωποι το θάνατο των άλλων ανθρώπων,
τον ρώτησα και χαμογέλασα.
Με κοίταξε σοβαρός.
Κι ύστερα έζησε στην απόλυτη ποιητική μοναξιά του.

*

Είσαι για μένα η μουσική που ησύχασε.
Ένα φως που κόπασε.
Παράξενα έρχονται και φεύγουν οι μέρες.
Στις κλειστές γραμμές των τρένων
δεν περιμένει κανείς πια τίποτε.
Την ξέχασα την αρχή.
Πως γίνεται να εγκαταλείπει έτσι εύκολα η μνήμη
όσα τη χάραξαν.

*

Θα θυμάμαι
τη ζωή που περνούσε καθώς σε περίμενα να αναστηθείς.
Κι αυτός που αναστήθηκε όμως για λίγο έζησε
κι ύστερα έσβησε πάλι.
Ο νεκρός είναι πάντα νεκρός.

*

Δε μιλάς
και λέω
στη φωνή σου παραπαίει ο ρυθμός της καρδιάς μου
<δε σου μίλησα
είσαι πια ξένος
τόσο που και στο δρόμο ίσια μπροστά μου να σε δω
δεν θα σε αναγνωρίζω πια.