Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο

Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο εξατμίζονται.
Γίνονται δέντρα και κάθεσαι στον ίσκιο τους.
Γίνονται πουλιά και κάθονται στον ώμο σου.
Ταξιδεύουν σε μέρη μακρινά,
στην όχθη του ποταμού Γιαμούνα,
στο επίπεδο του κήπου που βρίσκεται η
Μαχάλ, ή ίσως ως τη Ροζ Πύλη του Τζαϊπούρ.
Κι επιστρέφουν καραμέλα που λειώνει αργά στο στόμα,
σαν τότε, που απρόσμενα μου έφερες
εκείνο ακριβώς το βραχιολάκι. Θα είχες δει, που
το κοίταζα⸱ εκεί στο υπόγειο μαγαζάκι,
δίπλα στον Πύργο του Γαλατά

*
Βαρέθηκε τις λέξεις

Η Οφηλία δεν τραγούδησε
το τελευταίο τραγούδι της με λέξεις.
Με λουλούδια έστελνε μηνύματά της.
Βαρέθηκε τις λέξεις.
Κι αυτός ήταν ο λόγος που θέλησε
να επισπεύσει το ταξίδι της.
Περιπλανήθηκε στους αγρούς και μάζεψε
μαργαρίτες για την αθωότητα,
βιολέτες για τον θάνατο σε νεαρή ηλικία,
παπαρούνες για τον αιώνιο ύπνο,
και τριαντάφυλλα για τη νεότητα.
Τα προαναφερθέντα λουλούδια ήταν
και η αιτία θανάτου της Τζέιν Σαίξπηρ.
Και τέλος μάζεψε πανσέδες, για
τον ανεκπλήρωτο έρωτα των δυο τους.

*
Στα δέντρα του κήπου μου τα δημοσίευσα

Άνοιξα τα μπαούλα,
πήρα τα κίτρινα χαρτιά,
τα κρέμασα στα
κλαδιά των δέντρων.
Στα δέντρα του κήπου τα δημοσίευσα.

Κάθε μάτι
βλαστού κι ένα βλέμμα.
Διαβάστηκαν σε μια γλώσσα τόσο ακριβή,
σ’ ένα μερικό στιγμιότυπο, που κάποιος
γλιστράει απαλά στη ζωή κάποιου άλλου.

Εκεί, πάνω στα δέντρα του κήπου, όλη
η μάζα του αισθήματος. Κρέμασα
και το τελευταίο, ύλη αιμορραγούσα
και κόκκινη. Έφθασε το χιόνι,
αιφνιδιαστικά, στη σελίδα σαράντα εφτά.
Έπειτα τεντώθηκαν γλυκά,
σε ελεύθερη πτώση,
στο χώμα.

*
Lady of Shallot

Σφάλμα.
Εκείνη δεν πήγε ποτέ στην Κασταλία,
ούτε ήπιε από το νερό της.
Έγκλειστη, σ’ ένα δωμάτιο υφαίνει ιστορίες,
για όποιον μπροστά της εμφανίζεται.

Οθόνη.
Καθρέπτης μαγικός,
περνάνε εικόνες, μόνον εικόνες, μόνο σκιές.
Δεν μπορεί να αγγίξει, να μυρίσει,
να συναναστραφεί, δεν ημπορεί να ζήσει.
Περιμένει τη στιγμή
που κάποιος ιππότης του Λανσελότ
από μπροστά της θα περάσει, θα σπάσει η οθόνη,
θα πλεύσει στο δικό της ποτάμι,
και σ’ εκείνο, το παλάτι του κάποτε θα φθάσει.

Τώρα στο ποτάμι πλέει.
το υφαντό της γεμισμένο λέξεις
έχει για βάρκα.

*
Το αινιγματικό τίποτα

Ασκείται καθημερινά στην παρατήρηση.
εκπαιδεύεται να βλέπει το ορατό,
εκείνο όμως που πραγματικά τη γοητεύει
είναι το αόρατο. Εκείνο το αινιγματικό τίποτα
που δεν δίνει καμιά παρατηρήσιμη ιδιότητα.
Ξαφνιάστηκε μάλιστα όταν διάβασε
την τελευταία επιστημονική διαβεβαίωση:
«Ό,τι βλέπουμε δεν είναι παρά μόνο το 5% του όλου».

Γυμνάζει αυστηρά την όραση.
Παίζει με τη διαύγεια και τη σκοτεινότητα.
Ανάβει και ανάβει στη σκοτεινή απεραντοσύνη
μικρές ασθενείς δάδες.

*
Εκείνο το κατακόκκινο φιλί

Και τώρα συλλογίζεται, που τόσο καιρό νόμιζε
πως ήταν μόνο εκείνο το λευκό φόρεμα:
εκείνο που φόρεσε, ανέβηκε το λόφο,
ατένισε πέρα μακριά τα κοράκια του Πόε,
τα ματαιωμένα άλμπατρος του Μπωντλαίρ,
τη Φοινικιά του Παλαμά, το ακατοίκητο σπίτι
που έφτιαξε για εκείνη ο Παυλόπουλος˙ ένοιωσε
το ολάξαφνο πουλί του Καρούζου να φτερουγίζει γύρω.
αντίκρυσε την κόμη της και τον Τριστάν Κορπιέρ,
να κυνηγά να τη χτενίσει, πλεγμένο στο μοιραίο
παιχνίδι με το άπιαστο. περπάτησε στο έρμο χωράφι,
εκεί στη Σαλαμίνα, είδε βέβαιο το Σικελιανό
να πηγαίνει να τη συναντήσει. Μα κι εκείνη
ζητά χωρίς σκοπό να πλανηθεί,
τα ίχνη της να μην ακολουθεί κανείς,
στον εαυτό της να προστρέξει. Κουράστηκε.
δε λέει, φταίει, τους ποιητές αρπάζει ξαφνικά
και δίνει εκείνο το κατακόκκινο φιλί.

*
VII. Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις

Ακροπατώντας έρχονται κάποτε
οι ποιητές απ’ όλους
τους τόπους, απ’ όλες τις εποχές.
Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις.
Ακροπατώντας η Αρμενόπετρα.
σηκώνεται απ’ τη θέση της.
Βγαίνει και κάθεται μαζί τους στην αμμουδιά
σ’ ένα μεγάλο κύκλο κάτω από τ’ άστρα.
Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις

*
ΧΙΙ. Μα η Μαριάννα πέρασε την πόρτα

Μα η Μαριάννα πέρασε την πόρτα
ξεκούμπωσε τα κοσμήματα που της έδωσε ο Angelo,
έβγαλε το κόκκινο αναγεννησιακό φόρεμα με το λευκό μανδύα,

(που της φόρεσε ο John Waterhouse τo 1897,
που το είχε διαλέξει για εκείνη ο William Shakespeare,
μεταξύ μας, εκείνη, ύστερα από τη διεγερμένη συνείδηση,
που απέκτησε δια μέσου των αιώνων, δεν θα το επέλεγε ποτέ)

πήρε τον ολόσωμο καθρέπτη κι ευχήθηκε να
μπορούν να κοιτάζουν κατάματα την ανοησία τους
οι νεαρές απελπισμένες γυναίκες του μέλλοντος,
που θα επέμεναν να προσδοκούν να κερδίσουν
την αγάπη κάποιου μη αντάξιου τους Angelo.
Πήρε και το κουτί με τις επιστολές
το άνοιξε και περίμενε υπομονετικά
να ξεθωριάσουν τα γράμματα πάνω στο χαρτί
για να τα διαβάσει έπειτα, κατά πως ακριβώς
ήθελε να της είχε απευθύνει το λόγο,
αυτός που νόμιζε για αγαπημένο της.
Ο ποιητής της (εδώ και μισή χιλιετηρίδα)
είχε αποφάσισε για εκείνη ένα ρόλο μικρό,
σ’ ένα έργο όχι και τόσο της αρεσκείας της,
με έναν τίτλο, που, η ίδια, αποφάσισε να υπερβεί.

Με τη νεραϊδοματιά της,

(ένα χαρακτηριστικό που ο ποιητής της είχε δώσει
και η ίδια επέλεξε να το κρατήσει)

μα προ παντός με τη σταθερή επιθυμία της
να βγει έξω από εκείνο το βιβλίο,
και ασφαλώς έξω από τη μοίρα
που εκείνος την καταδίκασε να έχει αιωνίως,
πήδησε από τις γραμμές του.
Έγινε τραγούδιτο 1842 από τον Tennyson
Μα διατηρώντας την ανεξαρτησία της
δραπέτευσε κι από αυτό.

Να ορίζει τη μοίρα της ήθελε,
κι όχι μόνο να ζήσει και να πεθάνει απεγνωσμένη.
Τυλίχτηκε λοιπόν μ’ ένα πράσινο μανδύα
και πολύ προσεχτικά κόλλησε τα χείλη της
στον τοίχο της πραγματικότητας
και ολοζώντανη πέρασε από την άλλη τη μεριά.

 

 

**************************************************************************************

Η συλλογή αρθρώνεται σε τρεις ενότητες: «Ανισόπτερη λιβελούλα», «Τ’ αχτένιστα ποιήματα», «Αρμενόπετρα». Στην πρώτη ενότητα το συνεκτικό στοιχείο των 19 της ποιημάτων είναι το κεντρικό ερώτημα για την ίδια τη λέξη, τι λέξεις φτιαγμένες για την κοινή συναλλαγή της καθημερινότητας με τις οποίες ο ποιητής επιχειρεί να φτιάξει το ποίημα του. Η δεύτερη ενότητα  συγκροτείται από 25 ποιήματα.  Τα περισσότερα είναι κατ’ εξοχήν ποιήματα ποιητικής και γράφτηκαν εξ αρχής ως τέτοια. Κάποια λίγα μπορούν να  διαβαστούν ως τέτοια αν και δεν ήταν αυτή η αρχική μου πρόθεση. Τα ποιήματα βρίσκονται σ’ ένα διάλογο μεταξύ τους για το τι είναι η ποίηση, ποιος ο σκοπός της, ποιο  το αντικείμενο της, ποια η πρόσληψη της από τον αναγνώστη πως γράφεται ένα ποίημα. Όμως το ερώτημα μένει εσαεί αναπάντητο (ή ίσως εν μέρει απαντημένο εν μέρει αναπάντητο) όπως διαφαίνεται από το τελευταίο ποίημα της ενότητας στο οποίο δίνονται κάποιες διαφορετικές απαντήσεις ποιητών από διάφορες εποχές. Την Τρίτη και φερέτιτλη ενότητα «Αρμενόπετρα» μια θηλυκή παρουσία μισή πέτρα, μισή γυναίκα, με το μισό πρόσωπο στο φως, το άλλο μισό στο σκοτάδι  σε παίρνει μαζί της οδηγώντας σε πίσω από τις λέξεις, ανάμεσα στα κενά των λέξεων, σου δίνει ελλειπτικές πληροφορίες, σιωπά, σε καλεί  να κάτσεις μαζί της σιωπηλά κάτω από τα άστρα,  με τους ποιητές όλων των εποχών. Εμπλέκει δηλαδή τη μνήμη και το συναίσθημα σου, μα  όχι το μυαλό σου (στο τελευταίο ποίημα ζητά να μην την κρίνεις). Θέλει μόνο να της δώσεις  το πιο κατακόκκινο φιλί, εκείνο  που οδηγεί σε μια αλήθεια.  Ίσως η Αρμενόπετρα είναι η ίδια η ποίηση.

Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη

 

***********

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή η Μαρίνα Μιχαήλ Χριστάκη αναμετριέται με τις «λέξεις» και τις «λέξεις της», σε μια προσπάθεια- κρίκος στη μεγάλη αλυσίδα- να προσδιορίσει αυτό που την αυτό-προσδιορίζει: να μιλήσει για την τέχνη της όχι σαν ένα ξένο σώμα, αλλά ως ανάγκη. Παρουσιάζει έτσι από τη μια μεριά ποιήματα ποιητικής αναδεικνύοντας το πρωτογενές τους υλικό και όχι την αφηρημένη έννοιά τους ή την «πολυτελή» και ματαιόδοξη προ/μετά εμπειρία τους. Μιλά για τις λέξεις που φτιάχνουν το ποίημα, όπως τα υλικά που φτιάχνουν το ψωμί τα οποία παραγκωνίζουμε από τη βιασύνη να γευτούμε το όλον. Δοξάζει τον σπόρο, την καταγωγή, την έμπνευση  και μέσω αυτής της υμνητικής ελεγείας -γιατί οι λέξεις πεθαίνουν όταν εκπληρώσουν το σκοπό τους, να γίνουν ποίημα-  καταφέρνει να ξεπεράσει το όριο του αυτάρεσκου εγκωμίου και δημιουργεί αυτοτελή ποιητικά στιγμιότυπα τα οποία εν τέλει εκφράζουν βιώματα, γίνονται αυτοτελείς οργανισμοί. Όχι εγκεφαλικές ή συναισθηματικές αποτυπώσεις του ποιητικού εργαστηρίου, όχι αποκαλύψεις στον αναγνώστη των -δήθεν- μυστηριακών διεργασιών δημιουργίας των ποιημάτων, αλλά λέξεις συμπλέουσες με την ίδια τη ζωή της και  τα αναγνώσματά της. Οι «λέξεις», λοιπόν, είναι η ηρωίδες του έργου της και το έργο της είναι οι «λέξεις». Όπως οι άνθρωποι είναι οι «ήρωες» της ζωής μας και η ζωή μας είναι οι άνθρωποι που αγωνιούμε να ορίσουμε, να κατανοήσουμε, να «συλλάβουμε» και να αποτυπώσουμε εν τέλει στα χέρια μας. Συνεπώς τα ποιήματα «ποιητικής» της προεκτείνονται σε  ποιήματα «ανθρώπων» ακόμα περισσότερο, σε ποιήματα της «ερωτικής τέχνης». Ή  όπως γράφει: «ποιήτρια δική μου • να με επινοείς/ να σκύβεις πάνω μου αφηρημένη / ν’ αποκοιμιέσαι και να ονειρεύεσαι».  Και πάνω από όλα με την επίγνωση τού: «Οι λέξεις γίνονται πραγματικότητα  / και η πραγματικότητα λέξεις». Η μισή λοιπόν «λέξη» και η άλλη μισή γυναίκα. Όπως η «Αρμενόπετρά της», αυτή η δηλαδή η ευαίσθητα παράξενη ύπαρξη, στο τρίτο μέρος της συλλογής, μισή πέτρα και μισή γυναίκα που αναζητά, όπως και η ποίηση, το φιλί-αναγνώστη της. 

Σπύρος Αραβανής

 

 

**************************************

Η Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη γεννήθηκε στο Βαχό Βιάννου και κατοικεί στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχει κάνει πτυχιακές σπουδές Τεχνολογίας Γεωπονίας, στις Παιδαγωγικές επιστήμες και στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη Δημιουργική γραφή. Υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγήτρια Τεχνολογίας. Συνεργάζεται με έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιητικό και πεζό λόγο. Έργα της έχουν περιληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις. Η Αρμενόπετρα είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή.