VENUS TRANSIENS

Πές μου,
ἦταν ἡ Ἀφροδίτη ὀμορφότερη
ἀπ’ ὅσον εἶσαι,
ὅταν ἀνεδύθη στὴν κορυφὴ
τῶν ζαρωμένων κυμάτων,
παρασυρόμενη πρὸς τὴν ἀκτὴ
ἐπάνω στὸ πτυχωτό της ὄστρακο;
Ἦταν τοῦ Μποττιτσέλλι τ’ ὅραμα
ὡραιότερον ἀπὸ τὸ δικό μου;
Καὶ ἦσαν οἱ ζωγραφισμένοι ῥοδανθοὶ
ποὺ ἔῤῥιξε στὴν Κυρά του
μεγαλύτερης ἀξίας
ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ φυσῶ ὁλόγυρά σου
ὥστε νὰ καλύψω τὴν ἀξιοθαύμαστη καλλονή σου
ὡσὰν μὲ μιὰ γάζα
ἀπὸ θολωμένο ἀσημί;

Γιὰ μένα,
ὀρθώνεσαι μὲ παράστημα
στὸν κυανὸ καὶ ζωηρὸν ἀέρα,
περιζωσμένη ἀπὸ λαγαροὺς ἀνέμους,
πατῶντας τὸ ἡλιόφως.
Καὶ τὰ κύματα ὅπου πορεύονται μπροστά σου
ῥυτιδώνουν καὶ ἀναδεύουν
τοὺς ἄμμους στὰ πόδια μου.

ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

Ὦ ἐσύ,
ποὺ κάποτε μ’ ἀντάμωσες τυχαῖα
τεντωμένη κάτω ἀπὸ μηλιὲς μόλις ἀπὸ κολύμπι
γιατί δὲν μὲ στραγγάλιζες κάλλιο προτοῦ μιλήσῃς
παρὰ νὰ μὲ γεμίσῃς μὲ τὸ ἄγριο λευκόμελο τῶν λόγων σου
κι’ ἔπειτα νὰ μὲ παρατήσῃς εἰς τὸ ἔλεος
τῶν δασοβίων μελισσῶν;

Σ’ ΕΝΑΝ ΚΗΠΟ

Ἀναβλύζον ἐκ τῶν στομάτων λιθίνων ἀνδρῶν
ὥστε ν’ ἁπλωθῇ ξέγνοιαστα κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
μέσα σὲ γρανιτόχειλες λεκάνες,
ὅπου ἴριδες τσαλαβουτοῦν τὰ πόδια των
καὶ θροΐζουν στὸ πέρασμα τοῦ ἀνέμου,
τὸ νερὸ γεμίζει τὸν κῆπο μὲ τὴν φούρια του,
ἐν μέσῳ τῆς γαλήνης κοντοκομμένων γρασσιδιῶν.

Ὑγρασία μυρίζουν οἱ φτέρες σὲ λίθινες σήραγγες,
ὅπου σταλάζουν καὶ ῥαντίζουν τὰ συντριβάνια,
μαρμαρινὰ συντριβάνια, κιτρινωπὰ ἀπ’ τὸ πολὺ νερό.

Καταβρέχοντας βρυοκηλιδωτὰ σκαλοπάτια
πέφτει, τὸ νερό·
καὶ ὁ ἀέρας νὰ πάλλεται μὲ δαῦτο·
μὲ τὸ κελάρυσμα καὶ τὴν ῥοή του·
μὲ τὸ πηδηχτό, καὶ βαθύ, δροσερὸ μουρμουρητό του.

Καὶ εὐχήθηκα γιὰ νύχτα καὶ γιὰ σένα.
Ἐπιθυμοῦσα νὰ σὲ δῶ μέσα στὴν πισσίνα,
λευκὴ καὶ γυαλιστερὴ μέσα στὸ ἀσημόστικτο νερό.

Ἐνόσῳ τὸ φεγγάρι πήγαινε πάνω ἀπ’ τὸν κῆπο,
ψηλὰ στὴν ἁψῖδα τῆς νύχτας,
καὶ τῶν πασχαλιῶν ἡ εὐώδια ἦταν βαρειὰ μὲ τὴν σιγαλιά.

Νύχτα καὶ τὸ νερό, καὶ σὺ στὴν λευκότητά σου, λουομένη!