ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ποιός ὠνειρεύτ’ ἡ ὀμορφιὰ πώς, ὄνειρον, περνᾷ;
Γιὰ τέτοια χείλη κόκκινα κι’ ἀγέρωχα ὅλο ὀδύνη,
-ὀδύνη ὅτι θαῦμα νηὸ δὲν μέλλει νά ’ρθῃ πειά-
σὲ νεκρικὴ φεγγοβολὴν ἡ Τροία μῦθος γίνη
καὶ πέθαναν τοῦ Οὔσνα τὰ παιδιά.

Ἐμεῖς κι’ ὁ κόσμος ποὺ μοχθεῖ εἴμαστε ποὺ περνοῦμε:
Ἐν μέσῳ ἀνθρώπινων ψυχῶν ποὺ ὑποχωροῦν μὲ δισταγμὸ
σὰν τὰ θολὰ τὰ ὕδατα, κατάκρυα ποὺ κυλοῦνε,
ὑπὸ τῶν ἄστρων τὴν πομπή, τ’ οὐράνιου θόλου τὸν ἀφρό,
ζῇ πάντα ἡ μοναχική της ἡ μορφή.

Ὑποκλιθῆτε ἀρχάγγελοι ἐντὸς τοῦ οἴκου σας τοῦ θαμποῦ:
Προτοῦ σεῖς κἂν ὑπάρξετε ἢ ἄλλης καρδιᾶς ῥυθμός,
βαριεστημένη καὶ ἁβρὴ παράστεκε στὸν θρόνο Αὐτοῦ,
τὸ Πᾶν Οὗτος ἐποίησεν νά ’ναι χλοερὰ ὁδὸς
στὴν θέα τοῦ ὡραίου της ποδιοῦ.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΥ ΑΙΝΓΚΟΥΣ

Βγῆκα στὸ δάσος τὸ καστανωπὸ
γιατὶ τὸν νοῦ μοῦ ’καιγε μιὰ φωτιά,
κι’ ἔκοψα κι’ ἔξυσα ῥαβδὶ καστανωπὸ
κι’ ἀπάνω ἀγκίστρωσα μοῦρο σὲ πετονιά.
Κι’ ὅταν οἱ νυχτοπεταλοῦδες σήκωσαν φτερό,
κι’ ἄστρη νυχτοπεταλουδᾶτα τρέμαν στὴ νυχτιά,
τὸ μοῦρον ἔῤῥιξα στὸ ῥέμμα στὸ νερὸ
κι’ ἐψάρεψα μικροῦλα πέστροφα ἀσημιά.

Κι’ ὅταν στὸ ἔδαφος τὴν εἶχα ἀπιθώσει
κι’ ἄρχισα νὰ φυσῶ τὴν φλόγα νὰ φουντώσῃ,
κάτι ἐθρόϊσε στὸ ἔδαφος σιμά μου
καὶ κάποιος φώναξεν ἐμὲ μὲ τ’ ὄνομά μου:
Ἔγινε κόρη ποὺ ἀχνόφεγγε ἡ θωριά της,
μ’ ἄνθη μηλιᾶς ἦσαν γιομᾶτα τὰ μαλλιά της,
κι’ ἔτρεξ’ εὐθύς, σὰν φώναξε τὸ ὄνομά μου,
στὸν φωτισμένο ἀέρα κι’ ἔσβησε μακριά μου.

Καὶ ἂν ἐγέρασα πλέον νὰ τριγυρίζω
στοὺς λαγκαδότοπους καὶ νὰ λοφοδρομῶ,
ὅπου κι’ ἂν πῆγε θὰ τὸ μάθω, θὰ τὴν βρῶ,
τὰ χείλη της θὰ πιῶ, τὰ χέρια θὰ κρατήσω·
κι’ εἰς χλόη ψηλὴ καὶ παρδαλὴ θὲ νὰ βαδίσω
κι’ ὣς τοῦ καιροῦ τὴν παῦσι πάντα θὰ τρυγῶ
τοῦ φεγγαριοῦ τὰ μῆλα τ’ ἀργυρᾶ
καὶ τοῦ ἡλιοῦ τὰ μῆλα τὰ χρυσᾶ.

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΛΑΤΡΕΜΜΕΝΗ ΤΟΥ

Σοῦ προσφέρω μὲ τὰ χέρια εὐλαβικὰ
τῶν ἀπείρων μου ὀνείρων τὰ βιβλία,
λευκὸ θῆλυ μὲς στοῦ πάθους τὴ φτορὰ
σὰν ῥοδόγκριζη ἀμμουδιὰ μὲ τὴν παλίῤῥοια,
καὶ μ’ ἀρχαιότερη καρδιὰν ἀπὸ τὸ κέρας
τὸ γιομᾶτο ἀπ’ τὴν χλωμὴ φωτιὰ τοῦ χρόνου:
Λευκὸ θῆλυ τὰ ὄνειρά σου δίχως πέρας,
σοῦ προσφέρω τὴν λάβρα τῶν τραγουδιῶν μου.