Ηλίας Κουρκούτας, «Ο σκύλος της αγάπης», εκδ. Τόπος, 2021 (γράφει ο Γιώργος Σαράτσης)

 

Τα φτερά του άντρα

Έτσι είναι και με τα φτερά,
οι άντρες πετάνε
ή νομίζουν ότι πετάνε,
γι’ αυτό αγαπάνε
τα φτερά των αεροπλάνων,
το αλκοόλ και τα πεζοδρόμια,
ξαπλώνουν νομίζοντας
ότι έχουν ρίζες
που φυτρώνουν φτερά,
και σκέφτονται το πρώτο τσιγάρο,
το πρώτο ουίσκι,
το πρώτο γκολ,
τη μάνα, τον άνεμο,
το παιδί που πολεμάνε

`
αμήχανοι στον πόνο του άλλου,
οι άντρες αγαπάνε
τους θορύβους της μέρας,
τις αδέσποτες νύχτες,
και κάποιες γυναίκες του σινεμά,
τα σημάδια του θανάτου,
τους θυμίζουν παιδιά
που τραγουδάνε απελπισμένα
τα κάλαντα,
αλλά υπάρχουν νύχτες
που οι άντρες ξαπλώνουν
από φόβο
σφίγγοντας την ανάσα
να ακούσουν τα πουλιά
και τα φτερά,
να νομίσουν ότι πετάνε
να νομίσουν ότι αγαπάνε

 

*

Τα σταφύλια της θλίψης
στη Μυρσίνη Γκανά

είναι ρώγες που πέφτουν
από το στόμα
αγκίστρια που κρέμονται
από τα στήθη
τις πιπιλίζουμε τα πρωινά
τις καταπίνουμε αμάσητες
τα βράδια στο κρεβάτι
όπως τα όνειρα, τις προσευχές
και τις γυναίκες

Είναι το στόμα σου
από λέξεις, φράσεις, ζωές
με νόημα
που ήθελες να δώσεις
στα πέταλα, στα δάκρυα
στα φεγγάρια
που παγιδεύτηκαν
στον ουρανίσκο σου

Είναι τα χρόνια της αγάπης μας
ρώγες θλίψης και οργής
σπασμένα δόντια
και παιδιά που δεν υπάκουαν
τραγούδια που ξύπνησαν
απ’ το έλος της σιωπής

κι έμαθες
να ξεχωρίζεις τον ύπνο
από την αϋπνία
τον φόβο από τον φόνο
τον έρωτα, τον πόνο, το σκοτάδι
έμειναν τα χέρια παγωμένα
οι στίχοι σου αμήχανοι και
θυμωμένοι
και όλοι μαζί
απ’ την αγάπη κουρασμένοι
ανακαλύψαμε τη ζωή
αφού ξαπλώσαμε τον θάνατο
στη μέση στο κρεβάτι

*
Η φθορά της αγάπης στην άκρη του ματιού σου
(σε μονόλογο τόνο)

Θα αφήσω λίγο δέρμα
στο κρεβάτι σου
ένα άπλυτο πουκάμισο
ένα σύκο ξεραμένο
μια αράχνη ερωτική
κολλημένη στον καθρέπτη
να σου μιλάει για τη φθορά

στα όνειρά μου
κρέμεσαι από έναν σχισμένο ουρανό
ορεγόσουν το βασίλειο
των παθών, χωρίς λάθη κι αποτυχίες

πεινασμένο ζώο
έπιασες τη ζωή απ’ τον λαιμό
και ξάπλωσες μέσα μου
εξαντλημένος

 

*
Μικρά αποσπάσματα απ’ τη ζωή που μένει

Όλα είναι επίμονα,
σχεδόν αόρατα,
σαν τη ζωή που κρύβεται
απ’ τους πεθαμένους

η νύχτα μένει
με τους άυπνους πόνους,
πολλά τα ξωτικά του κόσμου,
εσύ ανορεκτική,
κρατάς μέσα σου
τα μυστικά της πείνας

προχώρησα πολύ,
έφτασα στην ηλικία
του πατέρα,
του χρόνου θα είμαι πιο μεγάλος
κι απ’ τη μάνα,
πιο πεθαμένος
κι από αυτόν

ένας χειμωνιάτικος ήλιος
ξάπλωσε στο κρεβάτι μου
να μου πει ιστορίες
απ’ την άλλη πλευρά της σελήνης
ένας γέρος άγγελος

με πήρε απ’ το χέρι
αλλά δεν μου σύστησε
την παιδική μου ηλικία

σπρωχνόμαστε και στριμωχνόμαστε
για να χωρέσει η ζωή
όσους ανώνυμους θανάτους

*
Άνθρωποι και δέντρα

Κάθε δέντρο
διαλέγει τον τόπο του
κάθε άνθρωπος
τον τάφο του

Τα δέντρα μαζεύουν
στα σωθικά τους μύκητες,
τρέφονται τις νύχτες
που αλλάζει ο αέρας,
απλώνουν κλαδιά
να προστατεύσουν τα μικρά,
φιλτράρουν το νερό
τον ήλιο, τη σκόνη,
μαζεύουν το φως,
αναπνέουν στο σκοτάδι

Οι άνθρωποι μαζεύουν γύρω τους
αντικείμενα,
σκεύη για να βάζουν
το νερό, το αίμα, την αγάπη,
διαλέγουν τα κόκαλα
και τους ανθρώπους
που θα πάρουν μαζί τους

Τα δέντρα πνίγονται
στο φως,
αφού χωθούν στο χώμα,
οι άνθρωποι
σκάβουν στο σώμα,
στο μυαλό,
κάνουν λανθασμένες
κι άστοχες κινήσεις

Τα δέντρα πεθαίνουν
στο δάσος
που αγαπούν,
οι άνθρωποι παντρεύονται
τον θάνατο που μισούν