ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Από τις δυο καὶ κάτι καὶ σχεδὸν μέχρι τὴ δύση ἐκεῖνο τὸ ἀτέλειωτο ἀκίνητο καυτὸ πληκτικὸ ἀπόγευμα τοῦ Σεπτέμβρη κάθονταν στὸ γραϕεῖο, ὅπως τὸ ἔλεγε ἀκόμη ἡ δεσποινὶς Κόλντϕιλντ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἔτσι τὸ ἔλεγε παλιὰ ὁ πατέρας της – ἕνα μισοσκότεινο ζεστὸ πνιγηρὸ δωμάτιο μὲ ὅλα τὰ παντζούρια κλειστὰ καὶ σϕαλισμένα ἐδῶ καὶ σαράντα τρία καλοκαίρια γιατὶ ὅταν ἦταν μικρὴ κάποιος πίστευε πὼς τὸ ϕῶς καὶ ὁ κινούμενος ἀέρας μεταϕέρουν ζέστη ἐνῶ εἶναι πάντα πιὸ δροσερὸ τὸ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο ἔκοβαν διασταυρούμενες κίτρινες λεπίδες ϕωτὸς γεμάτες μόρια σκόνης ποὺ ὁ Κουέντιν τὰ ἀντιλαμβανόταν σὰν νιϕάδες τῆς παλιᾶς νεκρῆς ξερῆς μπογιᾶς ποὺ ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὰ παντζούρια καθὼς ξέϕτιζαν σὰν νὰ τὴ σήκωνε ἀέρας ἀπὸ ἔξω. μιὰ γλυσίνα ἄνθιζε γιὰ δεύτερη ϕορὰ μέσα στὸ καλοκαίρι πάνω στὸ ξύλινο πλέγμα ἔξω ἀπὸ τὸ ἕνα παράθυρο ὅπου πλησίαζαν κάθε τόσο τὰ σπουργίτια κατὰ ριπές, ἀκανόνιστα, μ᾽ἕναν στεγνὸ ζωηρὸ χωμάτινο ἦχο κι ὕστερα ἔϕευγαν· καὶ ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Κουέντιν, ἡ δεσποινὶς Κόλντϕιλντ μὲ τὰ αἰώνια μαῦρα ποὺ ϕοροῦσε ἐδῶ καὶ σαράντα τρία χρόνια, γιὰ τὴν ἀδελϕή, τὸν πατέρα, τὸν μὴ-σύζυγό της, κανεὶς δὲν ἤξερε, καθόταν εὐθυτενὴς στὴ σκληρὴ καρέκλα μὲ τὴν ἴσια πλάτη ποὺ ἦταν καὶ τόσο ψηλὴ γιὰ κείνη ὥστε τὰ πόδια της κρέμονταν κατακόρυϕα καὶ ἄκαμπτα σὰν νὰ ἦταν καλάμια καὶ οἱ ἀστράγαλοί της ἀπὸ σίδερο, πολὺ ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὸ πάτωμα καὶ μὲ ἐκείνη τὴν αὔρα τῆς ὀργῆς ἀπὸ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴ στατικότητα ποὺ ἔχουν τὰ πόδια τῶν παιδιῶν, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸν ἴδιο διαρκῶς ἐπίσημο καταβεβλημένο κατάπληκτο τόνο στὴ ϕωνὴ ὥσπου ἡ προσοχὴ ὑποχωροῦσε καὶ ἡ ἀκοὴ μπερδευόταν καὶ τὸ ἀπὸ καιρὸ νεκρὸ ἀντικείμενο τῆς ἄγονης κι ὡστόσο ἀδάμαστης δυσϕορίας της ἀναϕαινόταν, ἀνταποκρινόμενο θαρρεῖς στὴν ἀγανακτισμένη ἀνακεϕαλαίωση, ἥσυχο ἀϕηρημένο καὶ ἄκακο, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπομονετικὴ καὶ ὀνειρικὴ καὶ θριαμβεύτρια σκόνη.

῾Η ϕωνή της δὲν ἔπαυε ποτέ, μόνο ἔσβηνε. ῏Ηταν καὶ τὸ θαμπὸ μισοσκόταδο μὲ τὴν ὀσμὴ ϕερέτρου γλυκιὰ καὶ γλυκερὴ ἀπὸ τὴ δίϕορη γλυσίνα στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο ἔγκλειστη συμπυκνωμένη καὶ ξανὰ-ξανὰ συμπυκνωμένη ἀπὸ τὸν ἄγριο καὶ σιωπηλὸ ἥλιο τοῦ σεπτέμβρη, καὶ ἐκεῖ μέσα τρύπωνε κατὰ διαστήματα τὸ θορυβῶδες θολὸ πετάρισμα τῶν σπουργιτιῶν σὰν σανίδι ποὺ τὸ ἀνεμίζει μὲ ϕόρα ἕνα παιδὶ χαζολογώντας, κι ἦταν καὶ ἡ δυσοσμία ἡλικιωμένης γυναικείας σάρκας χρόνια ταμπουρωμένης στὴν παρθενία ἐνῶ τὸ χλομὸ τσακισμένο πρόσωπο τὸν κοιτοῦσε πάνω ἀπὸ τὸ ἀσαϕὲς τρίγωνο τῆς δαντέλας στοὺς καρποὺς καὶ στὸν λαιμὸ ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὰ ψηλὴ καρέκλα ὅπου ἦταν καθισμένη θυμίζοντας παιδὶ σὲ αὐστηρὴ τιμωρία· καὶ ἡ ϕωνὴ νὰ μὴν σταματᾶ ἀλλὰ νὰ σβήνει ἐδῶ κι ἐκεῖ στὶς μακριὲς παύσεις σὰν ρυάκι, σὰν νερὸ ποὺ τρέχει ἀπὸ τὸ ἕνα κομμάτι στεγνῆς ἄμμου στὸ ἄλλο, καὶ τὸ ϕάντασμα νὰ κάθεται καὶ ν᾽ἀναπολεῖ μὲ ἀχνὴ ϕασματικὴ πραότητα λὲς καὶ στοίχειωνε τὴ ϕωνὴ ἐνῶ κάποιο ἄλλο πιὸ τυχερὸ θὰ ἔβρισκε κανένα σπίτι νὰ στοιχειώσει. μέσα ἀπ ᾽αὐτὴ τὴν ἀθόρυβη χλαπαταγὴ ξεπήδησε ἔξαϕνα (ἄντρας-ἄλογο-δαίμονας) σὲ μιὰ σκηνὴ γαλήνια καὶ ἀξιοπρεπὴ σὰν βραβευμένη ζωγραϕιὰ μαθητοῦ, μὲ μιὰν ἀνεπαίσθητη μπόχα ἀπὸ θειάϕι ἀκόμα στὰ μαλλιὰ καὶ στὰ ροῦχα καὶ στὴ γενειάδα, καὶ πίσω του μπουλούκι οἱ ἄγριοι νέγροι του σὰν ζῶα ποὺ τά ᾽χουν μισοεξημερώσει ὥστε νὰ περπατᾶνε ὄρθια σὰν ἄνθρωποι, σὲ στάσεις ἀνήμερης ἀνάπαυσης, κι ἀνάμεσά τους ἁλυσοδεμένος ὁ Γάλλος ἀρχιτέκτονας μὲ ἕναν ἀέρα βλοσυρὸ καὶ ταλαίπωρο καὶ κουρελιασμένο. ᾽

Ακίνητος, γενειοϕόρος καὶ μὲ τὴν παλάμη στὸν ἀέ – ρα καθόταν ὁ καβαλάρης· πίσω του οἱ ἄγριοι μαῦροι καὶ ὁ αἰχμάλωτος ἀρχιτέκτονας μαζεμένοι ὅλοι σιωπηλά, κοντὰ κοντά, μὲ τὰ ϕτυάρια καὶ τὶς ἀξίνες καὶ τὰ τσεκούρια, τὸ ἀναίμακτο παράδοξο τῆς εἰρηνικῆς ἅλωσης στὰ χέρια. Κι ὕστερα μὲς στὴ μακρόσυρτη νω – θρὴ ἀκαταπληξία ὁ Κουέντιν λὲς καὶ τοὺς ἔβλεπε νὰ κατακλύζουν ξαϕνικὰ τὰ ἑκατὸ τετραγωνικὰ μίλια ἤρεμης κι αἰϕνιδιασμένης γῆς καὶ νὰ πιάνουν τὸ βουβὸ Τίποτα καὶ νὰ τραβοῦν ἀπὸ μέσα του μὲ τὴ βία ἕνα σπίτι καὶ νοικοκυρεμένους κήπους καὶ νὰ τὰ κολλᾶνε ὅλα μὲ ϕόρα σὰν τραπουλόχαρτα σὲ τραπέζι κάτω ἀπὸ τὸ ἀκίνητο καὶ ἱερατικὸ ὑψωμένο χέρι, δημιουργώντας τὸ Κατοστάρι τοῦ σάτπεν, τὸ Γενηθήτω Κατοστάρι τοῦ Σάτπεν σὰν τὸ Φῶς τοῦ πάλαι. Καὶ μετὰ ἡ ἀκοὴ συμβιβάζεται, καὶ τότε εἶναι σὰν ν᾽ἀκούει δύο διαϕορετικοὺς Κουέντιν – τὸν Κουέντιν Κόμσον ποὺ προετοιμάζεται γιὰ τὸ Χάρβαρντ ἐκεῖ στὸν Νότο, τὸν βα – θὺ Νότο, τὸν νεκρὸ ἀπὸ τὸ 1865 μὲ τὰ ϕλύαρα ἀγανακτισμένα ἔκπληκτα ϕαντάσματα ποὺ τὸν κατοικοῦν, κι ἀκούει, ἀκούει ἀναγκαστικὰ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ϕαντάσματα, ἕνα ποὺ ἔχει ἀρνηθεῖ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὰ ἄλ – λα νὰ κάτσει ἥσυχο, νὰ τοῦ μιλάει γιὰ τὸν παλιὸ ϕασματικὸ καιρό· καὶ τὸν Κουέντιν Κόμσον ποὺ ἀκόμα εἶναι πολὺ μικρὸς γιὰ νὰ γίνει ϕάντασμα ἀλλὰ ἀναγκάζεται νὰ γίνει γιατὶ ἔχει γεννηθεῖ κι ἔχει μεγαΑβεσσΑλώμ, ΑβεσσΑλώμ!  ᾽Αβεσσαλώμ, ᾽Αβεσσαλώμ! λώσει στὰ βάθη τοῦ Νότου ὅπως κι ἐκείνη – οἱ δύο αὐτοὶ ξεχωριστοὶ Κουέντιν μιλᾶνε τώρα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο κατὰ τὶς μεγάλες παύσεις τῶν μὴ-ἀνθρώπων μὲ τὴ μὴ-γλώσσα, καὶ λένε κάτι τέτοια: Φαίνεται πὼς αὐτὸς ὁ δαίμονας – Σάτπεν τὸν λέγανε – (Συνταγματάρχη Σάτπεν) – ὁ Συνταγματάρχης Σάτπεν.

Ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὸ πουθενὰ καὶ χωρὶς προειδοποίηση καὶ ὅρμησε στὴ γῆ μὲ ἕνα μπουλούκι ξενόϕερτους νέγρους καὶ ἔϕτιαξε ϕυτεία – ( ῎Εστησε μὲ τὸ ζόρι μιὰ ϕυτεία, λέει ἡ δεσποινὶς Ρόζα Κόλντϕιλντ) – τὴν ἔστησε μὲ τὸ ζόρι. Καὶ παντρεύτηκε τὴν ἀδελϕὴ τῆς δεσποινίδας Ρόζας τὴν ῎Ελεν κι ἔκανε ἕναν γιὸ καὶ μία κόρη πού – ( ῎Εκανε. Χωρὶς καμία εὐγένεια, λέει ἡ δεσποινὶς Ρόζα Κόλντϕιλντ) – χωρὶς εὐγένεια. Ποὺ κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ καμάρι του καὶ ἡ προστασία του καὶ ἡ παρηγοριά του στὰ γεράματα, μόνο πού – (Μόνο ποὺ τὸν κατέστρεψαν ἢ κάτι τέτοιο ἢ ἐκεῖνος τὰ κατέστρεψε ἢ κάτι τέτοιο. Καὶ μετὰ πέθανε – καὶ μετὰ πέθανε. Α῎ κλαυτος ἀπ ᾽ὅλους, λέει ἡ δεσποινὶς Ρόζα Κόλντϕιλντ – (Μὲ ἐξαίρεση ἐκείνη) Ναί, μὲ ἐξαίρεση ἐκείνη. (Καὶ τὸν Κουέντιν Κόμσον) Ναί. Καὶ τὸν Κουέντιν Κόμσον. «᾽επειδὴ θὰ ϕύγεις καὶ θὰ πᾶς στὸ Κολέγιο τοῦ χάρβαρντ, ἀπ ᾽ὅ,τι μοῦ λένε», εἶπε ἡ δεσποινὶς Ρόζα Κόλντϕιλντ. «῾οπότε ϕαντάζομαι πὼς δὲν θὰ ξαναγυρίσεις ποτὲ ἐδῶ νὰ ἐγκατασταθεῖς σὲ μιὰ μικρὴ πόλη σὰν τὸ Τζέϕερσον καὶ νὰ γίνεις ἕνας ἐπαρχιακὸς δικηγόρος, ἀϕοῦ οἱ βόρειοι ἔχουν ϕροντίσει νὰ μὴν ὑπάρχει σχεδὸν τίποτα πιὰ στὸν Νότο γιὰ ἕναν νέο. ῾οπότε μπορεῖ νὰ ἀκολουθήσεις τὸ ἐπάγγελμα τοῦ συγγραϕέα ὅπως κάνουν τόσοι κύριοι καὶ τόσες κυρίες ἀπὸ τὸν Νότο καὶ ἴσως κάποια μέρα νὰ τὰ θυμηθεῖς ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ τὰ γράψεις. Φαντάζομαι πὼς μέχρι τότε θὰ ἔχεις παντρευτεῖ κιόλας καὶ ἴσως ἡ γυναίκα σου νὰ θέλει κάποιο καινούργιο ϕόρεμα ἢ καμιὰ καινούργια πολυθρόνα γιὰ τὸ σπίτι καὶ τότε ἐσὺ θὰ ἔχεις νὰ γράψεις αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ὑποβάλεις στὰ περιοδικὰ γιὰ δημοσίευση. μπορεῖ ἀκόμα καὶ νὰ θυμηθεῖς τότε μὲ καλοσύνη τὴν ἡλικιωμένη κυρία ποὺ σὲ ὑποχρέωσε νὰ περάσεις ἕνα ὁλόκληρο ἀπόγευμα κλεισμένος μέσα γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦς νὰ σοῦ μιλάει γιὰ ἀνθρώπους καὶ γεγονότα ποὺ ἐσὺ τουλάχιστον εἶχες τὴν τύχη νὰ ἀποϕύγεις στὴ ζωή σου ἐνῶ θὰ προτιμοῦσες νὰ εἶσαι ἔξω μὲ τοὺς νεαροὺς ϕίλους τῆς ἡλικίας σου». […]

 

**********************************************************

Ένας φτωχός άνδρας καταφέρνει να πλουτίσει και να ανελιχθεί κοινωνικά. Όμως η φιλοδοξία και η ανάγκη του για εξουσία θα τον οδηγήσουν στην καταστροφή. Την ιστορία του αφηγούνται διαφορετικοί ήρωες και μέσα απ’ την πολύπλευρη εξιστόρηση αναδύεται το ερώτημα: μπορούμε άραγε πράγματι να γνωρίζουμε το παρελθόν; Το αριστούργημα του William Faulkner και ένα από τα κορυφαία αμερικανικά μυθιστορήματα.