Ερμηνεύουν οι:

Παντελής Θαλασσινός, Κώστας Θωμαΐδης, Βιολέτα Ίκαρη, Βασίλης Κορακάκης, Γιάννης Κότσιρας, Παντελής Κυραμαργιός, Γιώργος Μάκρας, Μανώλης Μητσιάς, Δήμητρα Μπουλούζου, Γιώργος Νταλάρας, Αντώνης & Θοδωρής Ξηντάρης, Δέσποινα Ραφαήλ και Κατερίνα Τσιρίδου

 

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΜΑ

Ο Χάροντας στο Πέραμα
βγαίνει αργά το βράδυ
είναι αετός στο πέρασμα
και άσσος στο σημάδι.

Τον έρωτα στην Κοκκινιά
τόνε φωνάζουν Παύλο
ρίχνει στ΄ αστέρια πετονιά
και στο φεγγάρι ναύλο.

Στο Κερατσίνι μια βραδιά
τον Διγενή τον είδα
μ΄ ένα μαχαίρι στην καρδιά
να τραγουδάει στα παιδιά
για μια πικρή πατρίδα
να τραγουδάει στα παιδιά
για μια κρυφή ελπιδα.

Ο Χάροντας στον Πειραιά
πίνει ουίσκι σκέτο
κι έχει ονόματα σειρά
στου Άσσου το πακέτο.

Ο έρωτας κυκλοφορεί
με μια μοτοσυκλέτα
μαύρο πουκάμισο φορεί
πίνει τσιγάρα σκέτα.

Ο έρωτας ψυχομαχεί
αργά στο Κερατσίνι
κι απ΄ τη βαθειά του την ψυχή
την ομορφιά του δίνει.

Ο Διγενής ψηλός καπνός
απ΄ το παλιό φουγάρο
μες το αλώνι του ορθώς
παλεύει με τον χάρο.

*

 

ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ

Το ρόδι το γλυκό της Περσεφόνης
με γέλασε σαν τα γλυκά φιλιά
αγάπη μου μην κλαις και μη θυμώνεις
στου κάτω κόσμου λιώνω τα σκαλιά.

Και είδα στον Παράδεισο να κλαίνε
δυο φίλοι μου σ΄ ατέλειωτη ουρά
κι αρχίσαν με νοήματα να λένε
να τους ακούσω τούτη τη φορά
κι αρχίσαν με νοήματα να λένε
να μην περάσω τούτη τη σειρά.

Αχ μοίρα μου αγέλαστη και ψεύτρα
με γέλασες στον κόσμο δυο φορές
τη μάνα μου να δω παραδουλεύτρα
να πλένει σκάλες και στις δυο ζωές.

Μανούλα μου μη σβήσεις τα σημάδια
και να γυρίσω πίσω δεν μπορώ
για να με βλέπεις μέσα στα σκοτάδια
το άσπρο μου πουκάμισο φορώ
για να με βλέπεις μέσα στα σκοτάδια
το άσπρο μου πουκάμισο φορώ.

Στη μνήμη του Αποστόλη Στεργίου που έφυγε νωρίς.
Δ. Λ.

*

 

ΠΑΛΙΑ ΠΟΙΝΗ

Με ένα φύσημα γερό βοριάς καντηλανάφτης
θα σβήσει μια για πάντα τη φλόγα στο κερί
και στο σκοτάδι θα γυρνάς τυφλός σαν ιχνηλάτης
που ψάχνει με τα χέρια του την έξοδο να βρει.

Εσύ που άναβες φωτιές σε κάθε πέρασμά σου
τώρα φυλάς τη στάχτη σου σαν την παλιά φωνή
και είναι ίδια τώρα πια, τα ξένα, τα δικά σου
κι εκείνα που αγάπησες εκτίεις σαν ποινή.

Μα εσύ κρεμάς στο πάτερο ανάποδα τη στέγη
και βλέπεις πια τον ουρανό χωμάτινο σαν γη
κι η θάλασσα σαν το νερό στη στέρνα που στερεύει
και το φεγγάρι νιόφωτοαπ΄το βυθό θα βγει.

Αυτό το γλυκοσούρουπο στα μάτια σου χαράζει
κι όλα θα ζήσουνε ξανά χωρίς να γεννηθούν
σαν πέτρα ακατέργαστη η μοίρα σου αλλάζει
και όσοι σε πιστέψανε ξανά θα σ΄ αρνηθούν.

*

ΠΟΥΛΑΚΙ ΜΟΥ

Μικρά πουλιά, μαύρα πουλιά
από τ΄ αλλού γυρνάτε
μου ΄χουν γκρεμίσει τη φωλιά
και ΄σεις δεν μου μιλάτε.

Κι ένα πουλί, μικρό πουλί
κλαίει σαν νυχτοπούλι
πιάσε φεγγάρι το βιολί
κι αστέρι το νταούλι.

Πουλάκι μου τάχα που πας
τώρα στον άλλο κόσμο
για την αγάπη π΄ αγαπάς
έχεις μεγάλο δρόμο.

Πουλιά μου διαβατάρικα
σε άλλη γη που πάτε
τραγούδια αναστενάρικα
για μένα τραγουδάτε.

Πουλιά μου ταξιδιάρικα
τα χρόνια είναι άδικα
πουλιά μου αγαπημένα
πάρτε μακριά και μένα

Πουλάκι μου άμα την δεις
τη πετροπέρδικα μου
και συ με λύπες κελαηδείς
τα νανουρίσματα μου.

Κι εγώ που ήμουν αετός
γυρνώ σαν νυχτερίδα
και ζω στην άκρη του φωτός
και τη φωτιά δεν είδα.

*

ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΟΥ ΜΟΝΟΜΑΧΩ

Θα βγω και πάλι στη σκηνή
με όλες μου τις πανοπλίες
με τόσες πια ισοπαλίες
πως να νικήσω στη ζωή.

Μονάχος μου μονομαχώ
μες τη μεγάλη την αρένα
και με φωνάζουνε κανένα
απ΄της κερκίδας τον αχό.

Χωρίς υπόκλιση καμιά
τον Καίσαρα θα χαιρετήσω
χάρη εγώ δεν θα ζητήσω
όλη δική μου η ζημιά.

Με τον αντίχειρα εσύ
ποινή ψηφίζεις του θανάτου
κι ο κόσμος χρόνια το χαβά του
χύνει στη σκόνη το κρασί.

Και στο κελί μου μια βραδιά
του εαυτού μου μονομάχος
με το μαχαίρι μου μονάχος
στη σκιά μου βρίσκω την καρδιά.

Στου εαυτού μου το κελί
σαν μονομάχος θα χορέψω
κι ένα πρωί θα δραπετεύσω
απ΄ το κλουβί μου σαν πουλί.

*

ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Χρόνια τη βέρα έκρυβες
με κόμπο στο μαντήλι
και σαν τσιγάρο έστριβες
τα λόγια σου στα χείλη.

Τα χέρια σου στο δέρμα μου
σαν θημωνιές στον κάμπο
κυλάνε μες το αίμα μου
και στο σκοτάδι λάμπω.

Σκούριασε η παραμάνα
που ’κρυβες τον πόνο μάνα
μη σε δω και λυπηθώ
και σαν ρόδο μαραθώ.

Τα χέρια αυτά μου μάθανε
να κάνω το σταυρό μου
και με πηλό μου πλάσανε
τη μοίρα στο πλευρό μου.

Τα δάχτυλά σου φύτρωσαν
μες τα δικά μου χέρια
κι απ΄ τον καιρό με λύτρωσαν
κι ας είχα άλλα ταίρια.

Τα χέρια αυτά που ρήμαξαν
μέσα στα ξένα σπίτια
σαν άγγελος με φύλαξαν
απ΄ του καημού τα δίχτυα.

Αυτά τα χέρια με κρατούν
ακόμη μες το λίκνο
στα μάτια μέσα με κοιτούν
μες τον βαθύ μου ύπνο.

 

*
ΗΜΟΥΝΑ ΛΙΜΝΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ

Να ’ρθεις ξανά με τα νερά
στην ξεραμένη λίμνη
να ξαναφέρεις τη χαρά
την ομορφιά μου εκείνη.

Και σαν πουλάκι του νερού
να μπεις στην αγκαλιά μου
με την αψάδα του φτερού
να πάρεις τα φιλιά μου.

Ήμουνα λίμνη μια φορά
και τώρα είμαι ξέρα
δίχως ποτάμια και νερά
κι είναι τα σπλάχνα μου ξερά
σαν διψασμένη μέρα.

Εγώ ΄χα σώμα και βυθό
και έχω γίνει κάμπος
κι όμως ξανά θ΄αναστηθώ
μες της αυγής το θάμπος.

Να ’ρχονται πάλι τα παιδιά
με χρώματα και γέλια
να ΄χω τους κύκνους αγκαλιά
ψάρια, πουλιά και χέλια.

Να είμαι μέρα Κυριακή
και μια νυφούλα λίμνη
όπως η Πρέσπα η μικρή
και η πλατιά Κερκίνη.

Να μπαίνουν μες το σώμα μου
μονόξυλα και βάρκες
κι οι έρωτες στο στρώμα μου
να κάνουν πάλι τσάρκες.