Το στρατόπεδο είχε μετακινηθεί τώρα από το φρούριο στην Κοκκινοτριμιθιά και εδώ, στο τραχύ γυμνό και άχαρο πλάτωμα, οι σκαπανείς του στρατού είχαν φτιάξει μερικές παράγκες κι ένα μεγάλο συρματόκλειστο περίβολο. Από μακριά φαινόταν σαν κάποιο εγκαταλελειμμένο κοτέτσι για γαλόπουλα. Ανέβηκα ίσαμε κει με τον Φόστερ που μιλούσε απελπισμένα για την έλλειψη λογικής που έδειχναν οι κρατούμενοι, για την πλήρη περιφρόνηση του νό[1]μου και την έλλειψη πολιτικής ηθικής. «Τα τρία τέταρτα περίπου απ’ αυτά τα μπαστάρδικα θα καταδικάζονταν για σοβαρές παραβάσεις του νόμου», επανελάμβανε με περιττή ανησυχία! Και ρίχνουν σβόλους χώμα στους επισκέπτες και μας φωνάζουν «φασίστες». Εμείς, φασίστες, σε ρωτάω!

Οι συνθήκες διαβιώσεως ήσαν στενάχωρες αλλ’ όχι κακές. Ίσως πολύ λιγότερο σκληρές παρά για πολλούς νέους που κάνουν το στρατιωτικό τους. Επιθεωρήσαμε τις παράγκες κι εξετάσαμε τα ζητήματα της τροφής και της παροχής ζεστού νερού. Αν έκρινα από τα βιβλία που βρίσκονταν στα περισσότερα περβάζια των παραθύρων και στα κρεβάτια, αρκετοί από τους τρομοκράτες θα ήσαν διανοούμενοι. Είδα τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη και τη σπάνια αθηναϊκή έκδοση του Καβάφη, τα ποιήματα του Σεφέρη και την Αιολική Γη του Βενέζη με τον δικό μου πρόλογο που μεταφράσθηκε με αγάπη από την αγγλική έκδοση. Αυτά τα πράγματα με πλήγωναν, όταν για πρώτη φορά καταλάβαινα πως η έκκληση της ΕΟΚΑ δεν απευθυνόταν σε κακοποιούς, σε εκ γενετής εγκληματίες, αλλ’ ακριβώς στους πιο έξυπνους και ιδεαλιστές ανάμεσα από τους νέους. Αυτοί θα υπόφεραν από τα προστάγματα των ηγετών τους.

Ο Παύλος στεκόταν στο παράθυρο, κοιτάζοντας αφηρημένα πέρα στη σκληρή και άγονη αυτή νεκρή ζώνη του κόκκινου αμμοχάλικου. Δεν έδειξε διόλου πως με είδε και δεν ήθελα να τον αναγκάσω να μου μιλήσει. Δίστασα λίγο και κατόπιν συνόδεψα τον Φόστερ σε μια σύντομη επιθεώρηση του δωματίου, βλέποντας πότε δω και πότ’ εκεί κανένα βιβλίο ασκήσεων ή κάποια εφημερίδα. Στο τέλος αποφάσισα και πήγα κοντα του κι ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του. «Γιατί βρίσκεσαι ’δω;» τον ρώτησα.

Λίγο ήθελε να κλάψει, αλλά το πρόσωπο που γύρισε προς εμένα προσπαθούσε να δείξει ψυχραιμία και απάθεια. Δεν μιλούσε, αλλά με κοίταζε μ’ ένα βλέμμα έξαλλης αγωνίας – σαν κάποιος λύκος να του τραγάνιζε τα σπλάχνα. «Κι αυτός βρέθηκε με μπόμπα», είπε βαριεστημένα ο Φόστερ. «Καταραμένα ανόητα παιδιά! Τι θαρρούν πως κερδίζουν μ’ όλα τούτα. Την έριξε στην αυλή της εκκλησιάς κοντά στο σταυροδρόμι. Υποθέτω πως πίστευε πως θα μας τρομοκρατούσε».

«Είσαι στην ΕΟΚΑ;» ρώτησα.

«Όλοι είμαστε ΕΟΚΑ. Όλη η Κύπρος», είπε με χαμηλή συγκρατημένη φωνή. «Αν θέλει να μάθει γιατί την έριξα στην αυλή της εκκλησιάς, ήταν γιατί ήμουνα δειλός, πες του. Είμαι  ανάξιος. Όμως οι άλλοι δεν είναι σαν και μένα. Δεν φοβούνται». Ξαφνικά κατάλαβα πως αυτό που πήρα για μίσος προς το πρόσωπό μου, ήτανε πραγματικά κάτι άλλο – ντροπή. «Γιατί είσαι δειλός;» Ήταν ακόμη πιο κοντά στο σημείο να κλάψει και κατάπιε γρήγορα το λυγμό του. «Έπρεπε να τη ρίξω σ’ ένα σπίτι αλλ’ ήταν μικρά παιδιά που παίζανε στον κήπο. Δεν μπόρεσα. Την έριξα στην αυλή της εκκλησιάς».

Υπέροχος εγωισμός της νιότης! Στενοχωριόταν για την αδυναμία του να υπακούσει. Δεν είναι φυσικά εύκολο για νέους που ανατράφηκαν σε χριστιανική κοινωνία, να γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη τρομοκράτες. Και κατά κάποιο τρόπο, το πρόβλημά του ήταν πρόβλημα για όλους τους Ελληνοκυπρίους. Αν έδιναν στον Φράγκο ένα πιστόλι για να με πυροβολήσει, είμαι πεπεισμένος πως δεν θα μπορούσε να τραβήξει τη σκανδάλη. «Λυπάσαι, λοιπόν, γιατί δεν σκότωσες δυο μικρά παιδιά;» ρώτησα. «Τι διεστραμμένο μυαλό, τι στραβόξυλο πρέπει να είσαι εχτός από ανόητος!» Ταλαντεύθηκε και τα μάτια του άστραψαν. «Ο πόλεμος είναι πόλεμος», είπε. Τον αφήκα χωρίς να του πω τίποτ’ άλλο.