ΠΟΥ ’ΣΑΙ ΘΑΝΑΣΗ

 

Μπροστά στο κατάστημα με τις αντίκες, επί της οδού Αμαλθείας, υπάρχει ένα σταντ με παλιά ταλαιπωρη­μένα βιβλία κάτω από την επιγραφή: ΟΛΑ 2 ΕΥΡΩ. Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, που περνάει συχνά από το σημείο, στέκεται και κοιτάζει. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει αλλά σήμερα θ’ αγοράσει σίγουρα κάτι, γιατί λίγη ώρα πριν, βγαίνοντας απ’ το σπίτι, έχει βρει ένα πεντάευρο που επέπλεε πάνω σε μια μικρή θάλασσα από κίτρινα φύλλα. Ο Γιώργος Ζαμπέτας τού χαμογελάει από ένα βρόμικο εξώφυλ­λο, αλλά αυτός είναι μεταξύ ενός βιβλίου με διηγήμα­τα του Τσέχωφ κι ενός άλλου με ένα θεατρικό, ενός συγγραφέα το όνομα του οποίου δεν του λέει τίποτα: Μπέκετ. Αν και αποφαίνεται πως το Μπέκετ δεν είναι ένα καλό όνομα για θεατρικό συγγραφέα, ζυγίζει το ενδεχόμενο να αγοράσει και τα δύο βιβλία.

Εντέλει αποφασίζει να πάρει το ένα· και με τα τρία ευρώ που θα περισσέψουν να πάει να πιει έναν καφέ για να δώσει μια ανταύγεια διαφορετικότητας στη μι­ζέρια των τελευταίων μηνών, αφού εδώ και τόσον καιρό είναι άνεργος και προσπαθεί να την παλέψει με την πενιχρή αναπηρική σύνταξη της σχεδόν κατάκοι­της μητέρας του.

Το χέρι του μαγνητίζεται έντονα από το θεατρικό αλλά, την τελευταία στιγμή, παρεκκλίνει και κινείται προς τον Τσέχωφ· για να απομακρυνθεί και πάλι και να αρχίσει να ταλαντεύεται μεταξύ των δύο, μέχρι που στο τέλος μένει ακίνητος στο μέσο της μεταξύ τους απόστασης, απονέμοντας με τον τρόπο αυτόν μια ιδιότυπη δικαιοσύνη και δηλώνοντας καταφανώς τη δυσκολία της τελικής επιλογής. Σηκώνει το κεφάλι του, σαν να ζητά τη βοήθεια από το γύρω περιβάλλον ή τον ουρανό, και βλέπει μια κυρία, στην ηλικία του περίπου, με κασκόλ, καμπαρντίνα και μάλλινο σκού­φο στα μαλλιά της, όλα φούξια. Τα μαλλιά της είναι τόσο περιποιημένα που σε κάνει να σκέφτεσαι ότι έχει βγει μόλις από το κομμωτήριο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο άντρας συνειδητοποιεί πως είναι μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα κι εκείνος είναι ντυμένος σαν να είναι αρχές Σεπτέμβρη – κι αρχίζει να κρυώνει. Αι­σθάνεται σαν χοντροκομμένο ορθογραφικό λάθος στο κείμενο του τοπίου.

Η κυρία τον κοιτάζει εξονυχιστικά για λίγο και κατόπιν το πρόσωπο της αστράφτει από ένα διάπλατο χαμόγελο στα όρια της επιτήδευσης. «Γεια σου Θα­νάση! Τι κάνεις;» Ακούγοντας το ηχόχρωμα της φω­νής της θυμάται αμέσως πού την ξέρει. Δουλεύει στο ΙΚΑ, προϊσταμένη στο Τμήμα Παροχών Συντάξεων, εκεί που δούλευε κι εκείνος μέχρι που έμεινε άνεργος, δηλαδή όταν έληξε η δωδεκάμηνη σύμβασή του από ένα πρόγραμμα μακροχρόνιων ανέργων. Μια κάθετη γραμμή εργασίας, με άλλα λόγια, σε μια ατέρμονη οριζόντια γραμμή ανεργίας από τότε που πήρε το πτυ­χίο του. «Καλά» απαντάει ο άντρας. Αλλά δεν ξέρει αν πρέπει να πει κάτι άλλο και μένει άλαλος και με­τέωρος περιμένοντας να αναλάβει εκείνη την πρωτο­βουλία των κινήσεων. Η γυναίκα ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στην πραμάτεια του σταντ, αφήνει στη θέση του το βιβλίο με τη βιογραφία του Ζαμπέτα που κράτησε για λίγο στα χέρια της και με μια υποψία απέχθειας στην έκφραση της, γιατί το βιβλίο είναι ποτισμένο με διάφορους λεκέδες, απομακρύνεται αφού κάνει μια ακαθόριστη χειρονομία.

Μέσα από το κατάστημα έρχεται εσπευσμένα προς το σταντ ο καταστηματάρχης. Ένας χαρωπός άντρας γύρω στα εξήντα με ολόλευκα μαλλιά και επίσης ολό­λευκο τσιγκελωτό μουστάκι και παιχνιδιάρικα σκου­ρόχρωμα μάτια πίσω από τα ολοστρόγγυλα γυαλιά του. «Δεν με λένε Θανάση» λέει ο σαραντάχρονος σχεδόν τραυλίζοντας σαν να απολογείται. «Καλά, δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά» απαντά ο μαγαζάτορας. «Μήπως την κυρία που σου μιλούσε τη λέγανε Αλε­ξανδρινή; Δεν την πρόλαβα, αλλά είμαι σίγουρος πως ήτανε η Αλεξανδρινή, μια παλιά οικογενειακή μας φίλη». Ο σαραντάχρονος παγώνει. Όσο κι αν στύβει το μυαλό του δεν μπορεί να θυμηθεί το όνομά της. Είναι στα όρια να πανικοβληθεί σαν να του έχουνε απευθύνει μια βαρύτατη κατηγορία που δεν μπορεί να

αντικρούσει. Ο μαγαζάτορας ψάχνει με το βλέμμα τη γυναίκα που έχει ήδη απομακρυνθεί και λέει «Καλά, δεν πειράζει. Συμβαίνουν αυτά. Πάω μέσα. Αν χρεια­στείτε τίποτα πείτε μου».

«Θέλω ένα βιβλίο» λέει ο σαραντάχρονος μ’ έναν βαθύ αναστεναγμό και το χέρι του πηγαίνει κατευ­θείαν στη βιογραφία του Ζαμπέτα. Ο μαγαζάτορας παίρνει το χάρτινο τάλιρο, βγάζει από την τσέπη του κάτι κέρματα και του δίνει τρία ευρώ ρέστα αφού ρίξει τον Ζαμπέτα σε μια μεταχειρισμένη σακούλα. «Θες απόδειξη;» τον ρωτάει κάπως απότομα, αλλά ο άντρας έχει φύγει με μεγάλους διασκελισμούς, να πάει να πιει τον καφέ που είχε υποσχεθεί στον εαυ­τό του. Λίγο αργότερα ένας αχνιστός εσπρέσο έχει ξεκινήσει ένα οργιαστικό παιχνίδι με τα οσφρητικά του κύτταρα διεγείροντάς τα στο έπακρο. Στην ουσία δεν θέλει να πιεί καφέ· θέλει να καθίσει εκεί και να τον εισπνέει μέχρι να ξεθυμάνει η μυρωδιά του γιατί έτσι έρχονται στο μυαλό του όμορφες μέρες, ανέμελες. Μέρες με αξιοπρέπεια που μπορούσε να πηγαίνει στο μάρκετ ή σε άλλα καταστήματα της αρεσκείας του και να αγοράζει όσα χρειαζότανε χωρίς μίζερους και ψυχοφθόρους υπολογισμούς.

Η μυρωδιά αυτή τού εμφυσά ένα πρωτοφανές, για τον συνεσταλμένο του χαρακτήρα, θάρρος να ζητήσει ένα τσιγάρο από την κοπελίτσα που του σέρβιρε τον καφέ παρόλο που από την πρώτη στιγμή τον έχει αφή­σει με την εντύπωση πως τον κοιτά κάπως επιτιμητι­κά. Η σερβιτόρα χώνεται στα ενδότερα του μαγαζιού, μα το τσιγάρο δεν έρχεται. Αντιθέτως, εμφανίζεται μια νευρικότητα που αμέσως σχεδόν χτυπάει κόκκινο και σμπαραλιάζει την ψυχική του διάθεση. Το όλο πράγμα χειροτερεύει όταν επιβεβαιώνει ξανά, ρίχνο­ντας μια ματιά στους άλλους πελάτες, πόσο παράται­ρα ντυμένος είναι. Παρακαλάει ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Επιπλέον, είναι βέβαιος πως ζει την πιστή επανάληψη μιας σκηνής που έχει ξαναβιώσει, γεγονός που τον κάνει να ντρέπεται διπλά. Κλείνει τα μάτια. Σκέφτεται. Νομίζει πως όλο το μαγαζί, πελάτες και εργαζόμενοι, ασχολείται μαζί του, τον κοροϊδεύει κι ας μην είναι άμεσα αντιληπτό κάτι τέτοιο. Αλλά δεν έχει το θάρρος να το βάλει στα πόδια, όχι τουλάχιστον αμέσως εκείνη τη στιγμή.

Ανοίγει απελπισμένος, μέσα στην αμηχανία του, το βιβλίο αναζητώντας τη φευγαλέα, έστω, λύτρωση μιας οποιασδήποτε φυγής. Καθώς ανοίγει το βιβλίο με περισπούδαστο ύφος, κάπου μέσα στις κιτρινισμέ­νες, σχισμένες και βρόμικες σελίδες του βλέπει να λά­μπει η Σολφερίνο κεφαλή ενός Ερμή. Ξεροκαταπίνει, τον πιάνει με τις άκρες των δαχτύλων του με δέος. Η καρδιά του πάει να σπάει. Είναι χίλια τοις εκατό βέ­βαιος πως είναι γνήσιος. Μέχρι τα τριάντα του υπήρξε φανατικός φιλοτελιστής. Η αξία του γραμματοσήμου, με τα σημερινά δεδομένα, αποτιμάται σε πολλές δε­κάδες χιλιάδες ευρώ. Κατά μια έννοια είναι πλούσι­ος. Σηκώνεται άρον-άρον να φύγει έχοντας αφήσει το μισό ευρώ από τα ρέστα σαν πουρμπουάρ.

«Το τσιγάρο σας, κύριε. Συγγνώμη για την καθυ­στέρηση…» Η κοπέλα έχει βγει έξω κάπως αγχωμένη τείνοντας προς το μέρος του, με απολογητικό ύφος, το ωραίο της χέρι της. Ο σαραντάχρονος την κοιτάζει και αίφνης θυμάται το όνομα εκείνης της γυναίκας έξω από το παλαιοπωλείο. «Συμεώνη!» λέει σαν να απαντάει ετεροχρονισμένα στον παλαιοπώλη.

Του έχουν κοπεί τα γόνατα γιατί είναι βέβαιος πως η κοπέλα θα του ζητήσει τον Ερμή με ένα οποιοδήπο­τε επιχείρημα που θα του είναι αδύνατον να αποκρού­σει. Νιώθει σαν κλεφτρόνι που το πιάσανε στα πράσα. Τείνει το τρεμάμενο χέρι του με τον Ερμή προς το μέ­ρος της. Η κοπέλα τον κοιτά. Τα μάτια της, που έως τώρα νόμιζε πως είναι καστανά, ανοίγουν διάπλατα, γίνονται τεράστια. Και τώρα είναι μπλε, πολύ μπλε, αδιανόητα μπλε, τρομαχτικά μπλε, τόσο μπλε που τον κάνουν να κρυώνει· να τουρτουρίζει.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Το Cantus Firmus είναι ένας μουσικός όρος που ανα­φέρεται στην προϋπάρχουσα μελωδία γύρω από την οποία περιστρέφεται η σύνθεση. Εδώ σύνθεση είναι η κάθε ιστορία που έχει ως κεντρικό του άξονα ένα τραγούδι, γνωστό ή λιγότερο γνωστό, ή μια μουσι­κή σύνθεση , που δίνουν κάθε φορά τον τίτλο τους στο εκάστοτε διήγημα. Σαράντα τέσσερις ιστορίες που συναντιούνται με σαράντα τέσσερα τραγούδια/μουσι­κές που είτε αποτελούν την καρδιά της ιστορίας είτε δίνουν σε αυτές καινούργιες διαστάσεις αναδιαμορφώ­νοντας το σύμπαν τους. Σαράντα τέσσερις ιστορίες για τον έρωτα, την αγάπη, τον θάνατο, τη φιλία, τα όνει­ρα, τα πάθη, την παιδική ηλικία, το μυστήριο, τη ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις, την ποίηση της και τη φρίκη της, δοσμένες με ποικίλους τρόπους και ενταγμένες στη βιοποικιλότητα ενός αγαπημένου και απαιτητι­κού λογοτεχνικού είδους: του διηγήματος, παλιού και σύγχρονου. Μέσα από το οποίο αποθεώνεται και επι­βεβαιώνεται η καθημερινή μας σχέση με την μουσική και τα τραγούδια, είτε ως έμπνευση, είτε ως πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε, συνειδητά ή ασυνείδητα, είτε ως ξαφνική ανακάλυψη που αλλάζει την οπτική μας στα πράγματα προσφέροντας νέες διαστάσεις στην καθημερινότητα, στο παρόν μας, στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον μας. Μουσική και λογοτεχνία σε ένα βαλς άλλοτε κωμικό, άλλοτε τραγικό, γήινο και με­ταφυσικό ταυτόχρονα, με βήματα πότε σταθερά και πότε αβέβαια πάνω στην πίστα του Αγνώστου.