Είδα έναν Άγγελο

Είδα έναν Άγγελο σε στύση
με σχήμα άφυλο
μύριζε χώμα, κυπαρίσσι
και τριαντάφυλλο…

Είδα έναν Άγγελο λουσμένο
σε φως μακάβριο
κι όλο από σένα τον ξεπλένω
για να `ρθει κι αύριο…

Είδα έναν Άγγελο σε στύση
που με ψηλάφησε
βρήκε πως σ’ έχω αγαπήσει
και τότε μ’ άφησε…

Είδα έναν Άγγελο να κλαίει
κι αέρας σφύριζε
να μην υπήρχες Θε μου, λέει
κι αυτός να γύριζε…

*

Χειμωνανθός

Φθινόπωρο στον έρωτα
απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι
μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός
το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο
η ομορφιά πονά.

Φιλί γυρεύω του ουρανού
κι αυτός μου δίνει στάχτη
μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι
σαν θέλω να κοπείς
σαλεύουν τα πορτόφυλλα
κι η κλειδωνιά γυρίζει
αέρας μου σφυρίζει
αν έρθεις, μην αργείς.

Γδύσου κι από τα μάτια μου
πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου
είναι χειμωνανθός
τη λύπη την κατοίκησα
σε νύχτα και σε μέρα
σ’ αφήνω στον αέρα
για να σε βρω στο φως.

Η αγάπη φόβους και όνειρα
δειπνά προτού ραγίσει
στου πόνου το ξωκλήσι
αγιάζει η ερημιά
κι εγώ μια θλίψη που ζητώ
για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει
θα σ’ αρνηθώ ξανά.

 

*

Η Κική που λησμονάς

Λύπες, φόδρες, καημούς σιδέρωνε
και πουκάμισα φαρδιά,
σ’ ένα πάλκο μετά ξημέρωνε
μια ζωή τρικλοποδιά
τι ευχόταν; να τον μαχαίρωνε
Θε μου βόηθα, στην καρδιά.

Πάρ’ τη μάγκα, σ’ άρεσε;
φάε χώμα να πονάς
και να λες, σε βάρεσε
η Κική που λησμονάς.

Άδειοι δρόμοι, σκυλιά, χαράματα
και το γέλιο του βραχνό,
σπάσε τώρα και κοφ’ τα δράματα
να θυμάσαι δεν ξεχνώ
προσευχόταν με χίλια κλάματα
να του ρίξει στο ψαχνό.

Πάρ’ τη μάγκα, σ’ άρεσε;
φάε χώμα να πονάς
και να λες, σε βάρεσε
η Κική που λησμονάς.

Χρόνια φύγαν, σκυφτός τριγύριζε
τίτλοι τέλους στη σκηνή
του φωνάζαν: “τρελέ” και γύριζε
μ’ όλα κι όλους συμφωνεί
κι όσο ζούσε, στ’ αυτιά του σφύριζε
σαν αέρας μια φωνή.

Πάρ’ τη μάγκα, σ’ άρεσε;
φάε χώμα να πονάς
και να λες, σε βάρεσε
η Κική που λησμονάς.

 

*

Μαρμαρυγή

Δε θέλω να ξανάρθω πια κοντά σου
ρίξε να φύγω σκάλες τα μαλλιά σου
να δεις, θα σε τρυγήσουν κι άλλοι ανέμοι
λιγότερο από μένα νικημένοι.

Δε θέλω πια κοντά σου ν`ανασαίνω
να γίνεις των χεριών μου σώμα ξένο
μι`αγάπη θα`βρεις άλλη, που θα ξέρει
πώς να γευτεί το μέλι απ`το μαχαίρι.

Είσαι μια γη, μαρμαρυγή, μια γη που καταστρέφει
χαράδρες κρύβεις και γκρεμούς σε δέρμα από σεντέφι.

Δε θέλω να ξανάρθω πια κοντά σου
ρίξε να φύγω σκάλες τα μαλλιά σου
μι`αγάπη θα`βρεις άλλη που θα ξέρει
πώ να γευτεί το μέλι απ`το μαχαίρι.

Είσαι μια γη, μαρμαρυγή, μια γη που καταστρέφει
χαράδρες κρύβεις και γκρεμούς σε δέρμα από σεντέφι.

 

*

Μαντάμ Μωρή

Μπες στην Ιπποκράτους
χτύπα στο δεκαοχτώ
απ’ τ’ όνειρό σου βγάλε με
ή βγάλε μ’ απ’ τη μέση.

Βλέπω τους θανάτους
έχω δίκιο κι ουρλιαχτό
σαράντα δρόμους άλλαξα
ούτ’ ένας δε μ’ αρέσει.

Στα στενά, στα πρακτορεία, στις ταβέρνες
με φωνάζουνε μαντάμ, μαντάμ Μωρή.
Είμ’ αχτένιστη και με σκασμένες φτέρνες
κι ότι αξίζω Παναγιά μου, θα με βρει.

Αν με θέλεις βιάσου
κατεβαίνω την Ερμού
αντί να χάσω, θα χαθώ
και πάλι θα ‘μ’ εντάξει.

Μες στα όνειρά σου
θα κλωτσώ του σκοτωμού
και σαν θα βγει η ψυχούλα μου
πικρή βροχή θα στάξει.

Στα στενά, στα πρακτορεία, στις ταβέρνες
με φωνάζουνε μαντάμ, μαντάμ Μωρή.
Είμ’ αχτένιστη και με σκασμένες φτέρνες
κι ότι αξίζω Παναγιά μου, θα με βρει.

 

*

Το κορμί της Κοραλίας

Στα περίχωρα και στο νομό Ηλείας
με καμπύλες και καμάρες κι αχνιστό
το κορμί το ροδαλό της Κοραλίας
είν’ απ’ όλα τα μνημεία πιο γνωστό.

Φρύδι, μπούκλα κοκκινάδι, καθρεφτάκι
αχ κορίτσι μου τρελαίνεις και παπά
φέρσου έξυπνα κι ασχήμισε λιγάκι
τις πεντάμορφες κανείς δεν αγαπά.

Κοραλία, Κοραλία, Κοραλία
κάτσε να σκεφτείς,
στην αγάπη κανενός μη γένεις λεία,
ζωντανή μες το κορμί σου μη θαφτείς.

Τα παιδιά της γειτονιάς την παίρναν μάτι
και μετρούσανε πομπές και ψυχικά
με δαντέλα, με κορδέλα και κρεβάτι
δεκα έκλεινε το μήνα σπιτικά.

Μα την πάτησε κι αγάπησε το Νίκο
θύμα έγινε στον πόθο του ενός
κι όταν λύγισε και είπε: σου ανήκω
μια τρομάρα του `ρθε κι έγινε καπνός.

Κοραλία, Κοραλία, Κοραλία
κάτσε να σκεφτείς,
στην αγάπη κανενός μη γένεις λεία,
ζωντανή μες το κορμί σου μη θαφτείς.

Παναγίτσα μου την πιάσαν οι κατάρες
κι οι γειτόνισσες αρχίσαν τα καρφιά
κοίτα δέρμα, κοίτα δίπλες, κοίτα ζάρες
σα νεράκι χύθηκ’ όλ’ η ομορφιά.

Στα περίχωρα και στο νομό Ηλείας
τώρα δίχως εραστές και συγγενείς
το κορμί το ροδαλό της Κοραλίας
σαν περνά δεν το γνωρίζει πια κανείς

Κοραλία, Κοραλία, Κοραλία
κάτσε να σκεφτείς,
στην αγάπη κανενός μη γένεις λεία,
ζωντανή μες το κορμί σου μη θαφτείς.

 

*

Μ΄ αγαπούσες κι άνθιζε

Όχι, δεν έφευγες, ερχόσουν
και το παιδάκι που `χα κρύψει
τριάντα χρόνια μες τη θλίψη
το σκοτωμένο, το λυπόσουν.

Κι έβλεπα φύλλα στον αέρα
κι ο δρόμος μύριζε μαστίχα
και δε σε γύρευα, σε είχα
στην πόλη αυτή που κάθε μέρα
μ’ αγαπούσες κι άνθιζε.

Και τώρα νυχτώνει
βροχές δολοφόνοι
αρρώστησ’ ο κήπος
μετάνιωσες μήπως;

Όχι είσ’ εδώ κι εδώ θα είσαι
πράσινα, κόκκινα τα τρένα
αυτά που σ’ έφερναν σε μένα
σφυρίζαν, μην πεθάνεις, ζήσε.

Κι έφεγγαν όλα πέρα ως πέρα
κι έπαιζε γιορτινά η μπάντα
λες κι ήσουν δίπλα μου από πάντα
στην πόλη αυτή που κάθε μέρα
μ’ αγαπούσες κι άνθιζε.

Και τώρα νυχτώνει
βροχές δολοφόνοι
αρρώστησ’ ο κήπος
με ξέχασες μήπως;

Όχι, δεν ξέχασες, θυμάσαι
παίζαν και μ’ έχαναν οι μοίρες
ήρθες μακριά τους και με πήρες
είσαι παντού και πάντα θα `σαι.

Μεσ’ το βιολί και τη φλογέρα
μες στα παιδιά που παίζουν έξω
πες τ’ όνομά μου και θα τρέξω
στην πόλη αυτή που κάθε μέρα
μ’ αγαπούσες κι άνθιζε.

 

 

*

Μαχαίρι μαχαιράκι μου

Φοβήθηκα στη μοίρα μου το σκόρπισμα της άμμου
και τίποτα δε στέριωσε κοντά μου
αυγή ερχόταν η χαρά και πριν το μεσημέρι
την έβρισκα απάνω στο μαχαίρι.

Μαχαίρι μαχαιράκι μου, για πες μου αν είδες άλλη
να σ’ έχει σαν εμένα προσκεφάλι
κι αν είδες έλα χτύπα με, μ’ αν όχι πέρα κάνε
γιατί δυο μάτια μαύρα, με κοιτάνε.

Φοβήθηκα τη μοίρα μου κι ότι κι αν έχει φέρει
σαν το νερό μου γλίστρησ’ απ’ το χέρι
διπλό στην πόρτα μου κλειδί, βάζω και δεν ανοίγω
η ερημιά πριν με ξεχάσει λίγο.

Μαχαίρι μαχαιράκι μου, μι’ αγάπη αν σταυρώσω
εγώ να δεις, θα σε μαλαματώσω
κι αν ως τα τώρα χτύπησες, όποια χαρά και να `βρα
μη μου χτυπάς τα μάτια αυτά, τα μαύρα.

*

Και λαβούσαι αρώματα

Θρήνου πέπαυται καιρός,
μην κλαίτε μη.
Άγγελος μίλησε,
μην κλαίτε μη.
Ο θάνατος ξεψύχησε.

Και λαβούσαι αρώματα
οι γυναίκες σαν κύμα
κλαίγοντας κατέλαβον
το βαρύ σου Μνήμα.

Όλοι που αγάπησες
είχαν τότε κρυφτεί.

Όσο ήσουν θαμμένος
νεκρός από φόνο
μυροφόρες γυναίκες
αυτές ήρθαν μόνο.

Και λαβούσαι αρώματα
τρέμω τώρα που γράφω
κλαίγοντας κατέλαβον
τον ψυχρό σου Τάφο.

Όλοι που αγάπησες
είχαν τότε κρυφτεί.

Όσο ήσουν θαμμένος
νεκρός από φόνο
μυροφόρες γυναίκες
αυτές ήρθαν μόνο.

*

Μέλισσες

Να σε μισήσω είν`αργά
αέρας με δροσολογά
με κυνηγούν οι μέλισσες
κι εσύ που δε με θέλησες.

Τινάζω το βασιλικό
να σταματήσω το κακό
σ`είχανε δέσει μάγισσες
μα πάλι εσύ με ράγισες.

Νυχτώνει βγαίνω να σε βρω
σα φεγγαράκι δυο μερώ
κλειστά παραθυρόφυλλα
να μ`αγαπάς πώς το`θελα.

Θυμάρι ρίχνω στις φωτιές
με τυραννούν οι ομορφιές
οι ομορφιές οι φόνισσες
κι εσύ που με λησμόνησες.

Αν κλάψω μη με φοβηθείς
την ένοιωσα και πριν χαθείς
μια πίκρα στο ροδόνερο
γιατί μ`αρνιόσουν τ`όνειρο.

Θα ρίχνω εκεί που περπατάς
τον όρκο μας να τον πατάς
κι ας με πονούν οι μέλισσες
κι εσύ που δε με θέλησες