Μυθιστόρημα, Γιώργος Σεφέρης
Α´
Τὸν άγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.
Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.
Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.

Από το πρώτο κιόλας ποίημα του Μυθιστορήματος διαφαίνεται η συγγένεια με το περιπλανητικό ταξίδι της Οδύσσειας. Η περιπέτεια και ο νόστος αποτελούν μέρη του ποιήματος. Οι στίχοι μοιάζουν με μια παράταξη ψευδοαφηγηματική αλλά αποκομμένοι μεταξύ τους σαν να συναθροίζονται άσχετες φράσεις (Βαλαωρίτης, 2011).
Τὸν ἄγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
Η λέξη άγγελος προοιωνίζει, εδώ, την παρουσία μιας αγγελίας. Πρόκειται για μια λανθάνουσα αναφορά στο αρχαιολογικό παρελθόν, όπου συνηχεί η σημασία του τραγικού αγγελιοφόρου (Μαρωνίτης, 1992: 67). Μεταφέρει κάποιο μήνυμα που όμως δεν ορίζεται πουθενά, ούτε το είδος του αλλά ούτε και η προέλευσή του. Ο άγγελος θα μπορούσε να παραπέμπει σε έναν άγγελο της αρχαίας τραγωδίας και η αναφορά στη χρονική διάρκεια της αναμονής ίσως υπογραμμίζει την αγωνία για την άφιξη του μηνύματος (Αργυρίου, 1979: 36). Κάτι σημαντικό φαίνεται να διακυβεύεται εδώ.
Στην αναπαράσταση αυτή της αναμονής, οι άνθρωποι περιμένουν με πίστη και αγωνία να ξεκινήσει πάλι «το πανάρχαιο δράμα» (Vitti, 2011:70). Ο Vitti υποστηρίζει πως τα τρία χρόνια της αναμονής, δεν αναφέρονται τυχαία, αλλά δηλώνουν τον χρόνο «κυοφορίας» του ποιήματος, αφού τρία χρόνια χωρίζουν τον Ερωτικό λόγο από το Μυθιστόρημα. Ίσως, εδώ να έχουμε μια συνομιλία με τον Ερωτικό Λόγο χωρίς, όμως, να εξάγεται πως έχουμε ταύτιση στη σημασία των δύο παρόμοιων φράσεων.
Στον Ερωτικό Λόγο χαρακτηριστικά γράφει:
Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα […]
Νομίζω πως στον Ερωτικό Λόγο ο Σεφέρης δεν είναι τόσο εξαντλημένος και διαψευσμένος, όσο στο Μυθιστόρημα. Ίσως, η επανάληψη της φράσης να προδίδει απλά την απογοήτευση. Ίσως, αποτελεί μία σαφή υποδήλωση ότι ο άγγελος αυτός δεν ήρθε πότε, παρά την προσμονή. Μια κατάφαση της άρνησης.
Το πανάρχαιο δράμα, το δράμα του αρχαίου θεάτρου; Το δράμα της ίδιας της ύπαρξης που επαναλαμβάνεται αέναα χωρίς σταματημό; Η τραγικότητα της ανθρώπινης οντότητας διαπερνά τη φράση δίνοντας την αίσθηση της απελπισίας και συνάμα προδίδοντας μια οικειότητα. Αυτό το δράμα που μας ορίζει το έχουμε όλοι ξαναδεί, στη συνείδηση του ανθρώπου και στον πόνο του που καταργούν τις χρονικές διαστάσεις. Ξέρουμε ότι ο κύκλος θα ξεκινήσει ξανά ό,τι και να γίνει, δεν είναι κάτι που εκπλήσσει τον ποιητή, αντιθέτως, το περιμένει. Η τραγική μοίρα του ανθρώπου είναι άχρονη.
Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ανήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.
Η ιδέα του νόστου, ήδη, από το πρώτο μέρος της σύνθεσης αυτοϋπονομεύεται. Η λειτουργία του νόστου στην ποίηση του Σεφέρη λειτουργεί σε συνάρτηση με την απώλεια της ταυτότητας τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο (Κωστίου, 2000: 660). Αυτή η περιπλάνηση ήταν επώδυνη. Ο στίχος η γεύση της σκουριάς και της αρμύρας μπορεί να ληφθεί ως αποτέλεσμα του μόχθου που δηλώθηκε (εμμέσως πιο πάνω στο ποίημα) με την κόψη του αλετριού ή του καραβιού την καρένα (Aργυρίου, 1979: 38).
Αν δεν έρχεται αυτό που επέρχεται απ’ την αναμονή μπορεί να είναι ασφαλώς και καταστροφικό, είναι μια επιστροφή κακή, όπως οι νόστοι στον Όμηρο, ή όπως η Μικρασιατική εκστρατεία και από κει αρχίζει το ταξίδι προς τα βόρεια (Βαλαωρίτης, 2011). Δηλώνεται πως το ταξίδι προς το Βορρά ξεκίνησε όταν ξυπνήσαμε. Στο σημείο αυτό του ποιήματος φαίνεται να πυκνώνει αναπάντεχα ο χρόνος και όλες οι περιπέτειες που προηγήθηκαν μοιάζουν να ξεπηδούν μέσα από έναν δυσοίωνο εφιάλτη. Η περιπλάνηση στα σημεία του ορίζοντα είναι ατελέσφορη. Η κάθε εποχή του χρόνου φέρνει μια νέα τυραννία στους ταξιδευτές. Ο χρόνος παραμένει πάντα απροσδιόριστος και πυκνός. Ίσως, οι «σύντροφοι» του σεφερικού δράματος να αποκοιμηθήκαν ανακουφισμένοι φτάνοντας στα σπίτια τους, όπως ο Οδυσσέας φτάνοντας στην Ιθάκη. Αν αυτή η υπόθεση ισχύει, τότε πρέπει να εντάξουμε και το γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι στον οδυσσειακό κύκλο (Αργυρίου, 1979: 38). Δυστυχώς, όμως, δεν έχουν ξεπληρώσει επαρκώς το μερίδιο τους στη συμφορά. Ξένοι από παντού βρίσκονται πάλι στο δρόμο. Τώρα πηγαίνουν βόρεια. Κάτι διώχνει αυτούς τους σεφερικούς απογόνους του Ομήρου από τα σπίτια τους και καταφεύγουν μακριά. Πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί. Το ίδιο και τον ποιητή, που είναι αδιάσπαστο μέρος αυτού του ποιητικού «εμείς». Εδώ, μπορούμε να αντλήσουμε και ένα στοιχείο αυτοβιογραφικό. Πράγματι ο ποιητής φεύγει μακριά και κομίζει από αυτή την αποχώρηση τους θησαυρούς της προσωπικής του πείρας.
Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.
Από τις πολιτείες του Βορρά, από το σύνολο της περιπλάνησης αυτής φέραμε πίσω κάτι. Αυτό το φέραμε πίσω, ίσως, να υπονοεί πως αυτό που φέραμε το είχαμε εξαρχής μαζί και μας συντρόφευε στο ταξίδι μας (Αργυρίου, 1979: 39). Ίσως, αυτά τα ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής να αποτελούν την παρακαταθήκη μας, την ιστορία μας, το παρελθόν μας. Εδώ, μπορούμε να μιλήσουμε και για το λογοτεχνικό παρελθόν του ποιητή και δεν μπορούν να μην μας έρθουν στο μυαλό οι στίχοι του Καρυωτάκη από το Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο:
(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος
Πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
Κατακορύφως.
Η ταπεινή τέχνη του Καρυωτάκη είναι η τέχνη της ποίησης. Η ποίηση είναι ταπεινή, είναι καλή, είναι οικεία, είναι ζεστή, είναι καταφύγιο. Στο τέλμα που φτάνει η ζωή του Καρυωτάκη, όμως, μοιάζει σαν να την οικτίρει ακόμα και αυτή. Αυτό το καταφύγιο που φθονεί, είναι μάταιο, όπως και ο,τιδήποτε άλλο. Πολλές φορές στην ποίηση του Καρυωτάκη βλέπουμε την αμφιθυμία του απέναντι στην ποίηση και αυτό, ίσως, γιατί η ποίηση του, όπως έχει ξανά ειπωθεί, θρέφεται από το ίδιο του το αίμα. Πώς δεν είχε καταλάβει νωρίτερα πως ακόμα και αυτή δεν έχει καμία σημασία; Πόσο αργά δέχεται το δίδαγμά της; Και η τελευταία σύνδεση του με τη ζωή έχει καταρρεύσει. Η ποίηση είναι αντιηρωική. Και το Μυθιστόρημα του Σεφέρη είναι ωδή στον αντιηρωισμό της ζωής.
Στη φράση αυτή του Σεφέρη εσωκλείεται το πολιτισμικό του παρελθόν. Η αρχαία κληρονομιά από τη μια με τα ανάγλυφα και τις μετόπες της και η λογοτεχνική κληρονομιά του γαλλικού συμβολισμού, όπως αυτή πραγματώθηκε στα έργα προγενέστερων ποιητών.
Η λέξη ανάγλυφα δημιουργεί μια αίσθηση για κάτι υπαρκτό που όμως δεν μπορείς να το αγγίξεις. Κάτι που είναι πολύ μακρινό. Η συλλογική με την προσωπική μνήμη συνενώνονται στη φράση αυτή σε ένα ενιαίο σύνολο, μέσα στο οποίο δε διαχωρίζεται η ζωή του ποιητή από την κοινωνία του. Στο έργο του Σεφέρη ακόμα και ο ατομοκεντρισμός, όπου υπάρχει, αποτελεί την συνισταμένη των τρόπων που έχει γίνει η αφομοίωση του συλλογικού βιώματος. Η ιστορική μνήμη μαζί με το απόσταγμα των εμπειριών και των διδαγμάτων του εθνικού βίου, έχει βαρύνουσα σημασία στη διαμόρφωση του ιδεολογικού καθώς και του εκφραστικού ιδιώματος του ποιητή (Κωσταβάρας, 1986: 249).
Σε αυτό το ταξίδι που ξεκινά με το πρώτο ποίημα από το Μυθιστόρημα, είναι ήδη ξεκάθαρο πως ο ποιητής δομεί την έννοια του ταξιδιού και της περιπλάνησης πάνω σε εικόνες αρνητικές. Στασιμότητα, τέλμα, αποτυχημένη προσπάθεια, απώλεια. Το κλίμα μέσα στο οποίο κινείται ο σεφερικός ταξιδευτής είναι συγγενικό με αυτό στο οποίο πορεύτηκαν και οι ποιητές του Μεσοπολέμου (Κωστίου, 2000: 659).
Συνοψίζοντας, μόνο από το πρώτο ποίημα της συλλογής έχουν ήδη αναδειχθεί κάποιοι από τους βασικούς πυρήνες του έργου. Αίσθημα αναμονής. Ακύρωση της ελπίδας (Αργυρίου, 1979: 40). Αυτό που έχει απομείνει από τους πολέμους, τους χαλασμούς και τους ξενιτεμούς είναι τ΄ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής, η αρχαία ελληνική κληρονομιά, ένα ένδοξο παρελθόν που βαραίνει όλο και περισσότερο έναντι στο άδειο παρόν και μας εξαντλεί.

Παραπομπές:

Αργυρίου, Αλέξανδρος (1984). Γιώργος Σεφέρης- Ποιητική Τέχνη και Ιστορία, Κύκλος Σεφέρη, 6 Νοεμβρίου 1979-21 Φεβρουαρίου 1980. Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Μωραΐτη.

Βαλαωρίτης, Νάνος (2011). Γιώργος Σεφέρης: Το τοπίο ως σύμβολο. Πόρφυρας. Ανακτήθηκε τον Νοέμβριο του 2020.

Μαρωνίτης, Δ.Ν. (1992). Η αρχαιογνωσία του Γιώργου Σεφέρη, Διαλέξεις, Αθήνα: Στιγμή.

Κωστίου, Κατερίνα (2000). Γιώργος Σεφέρης, από την ειρωνεία στη σάτιρα. Νέα Εστία, τεύχος 1728, 659-660.

Κωσταβάρας, Θανάσης (1986). Η αίσθηση της ανθρώπινης μοίρας μέσα από την ιστορικότητα της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη. Η λέξη, τεύχος 53, 249.

Vitti, Mario (2011). Φθορά και Λόγος, Εισαγωγή στην Ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Αθήνα: Εστία.