Το μάτι του καταδικασμένου

Το μάτι του καταδικασμένου…
Ταλαιπωρημένο από τους καιρούς
Κουρασμένο από την επανάληψη.
Της μοίρας λησμονημένο.
Μα πάντα άγρυπνο απέναντι στης μέριμνας τη πλάνη.
Καθαρό σαν το χιόνι στο σιωπηλό σώμα του όρους.
Καθηλωμένο ανέκαθεν να μένει στην ουσία
Υποταγμένο στη χαρά και την απελπισία.
Άλλοτε στρέφεται στην ηδονή και πλημμυρίζει δέος.
Η τέχνη της αισθητικής το βλέμμα του μαγνητίζει
Το μέλλον το θεοσκότεινο το απομαγνητίζει.
Στον Ήλιο παραμένει ανοικτό, αναλλοίωτο, γεμάτο ζωή.
Αχ η ζωή!
Το ξύπνιο τούτο όνειρο, σκληρή πραγματικότις.
Αποστροφή του βλέμματος προς το αναπόφευκτο.
Το μάτι σιγοκλείνει
Χωρίς φόβο, χωρίς λύπη, ως το τέλος
Ελεύθερο θα μείνει…

Άκου με μούσα την ώρα αυτή που ανάγκη σε έχω

Άκου με Μούσα την ώρα αυτή που ανάγκη σε έχω.
Συμφωνία και υπόσχεση και συμβιβασμός
Μα τούτα εδώ είναι λέξεις απλές μπροστά στου Έρωτα την πράξη.
Και χάνουν τη δύναμη τους όταν στα δυο αστερογέννητα σου μάτια κοιτώ και πίσω πάλι με κοιτάζεις.
Χάνουν την ομορφιά τους, το νόημα τους όπως χάνομαι μέσα στα τραγούδια σου που βράδυ σαν τον αγέρα τον δροσερό μου ψιθυρίζεις.
Τούτες οι λέξεις Μούσα δεν με αγγίζουν.
Όχι!
Όχι όπως εσύ με αγγίζεις και ολόκληρο μου το κορμί τρέμει και πάλλεται
Σαν της Αθηνάς το δόρυ την ώρα του φρικτού πολέμου.
Πόλεμος είναι!
Και στον πόλεμο λέξεις δεν χωράνε.
Και το αστέρι της Αφροδίτης δεν θα φλέγονταν στη πυρά της ηδονής, στου ουρανού το ανέπαφο κορμί.
Έρως Μούσα μου.
Μάχη Ατέλειωτη.

Τώρα σε χάνω καθώς οι δείκτες του χρόνου γυρνάν σαν σελίδες βιβλίων ξεχασμένων.
Δεν ακούω το τραγούδι σου και η μέρα μου είναι άχρωμη.
Δεν νιώθω το χάδι σου και οι πληγές μου χειροτερεύουν.
Και χωρίς το φιλί σου πνίγομαι στον ωκεανό μου.
Και βυθίζομαι, και πέφτω
Χάνω την εικόνα σου τη θεϊκή.
Σαν πέτρα βουλιάζω μέσα στο βλέμμα σου.
Στην άβυσσο της ψυχής σου θα πιάσω πάτο
Και εκεί, σαν πέτρα
Θα σε περιμένω…