Φαντασία

Θα΄ θελα σήμερα
-κι ας κάνει κρύο-
να ξεχάσουμε τα επιτακτικά θέματα
να κολυμπήσουμε
να πάμε ενάντια στα υπόγεια ρεύματα
να επενδύσουμε στην άμμο
να λερωθούμε
να καθίσουμε με τους ψαράδες στο ακρογιάλι
να ακούσουμε τις ιστορίες που λεν τα κύματα
να πιάσουμε του νήματος την άκρη
να ονειρευτούμε όσο γέρνει η μέρα
να καταργήσουμε τα σύνορα ανάμεσά μας
να πάρουμε το δρόμο ως το τέλος
να ξαναβρεί καθένας το κορμί του
-κι ας μετανιώσουμε-
ή να το φανταστούμε, τί λες;
πριν ξεκινήσουμε για τη δουλειά
έλα, όμως, που καμιά φαντασία δεν συναγωνίζεται την πραγματικότητα.

Υστερόγραφο του καλοκαιριού

Ο θίασος των παιδιών με την ατίθαση μπούκλα
απομακρύνεται από την παραλία
με κατεβασμένο το κεφάλι
ραγδαία μεταβάλλονται οι εποχές
η θάλασσα βάζει στοίχημα με τον καιρό
δυο ψαράδες παίρνουν το μέρος της
ο Άρης σέρνει τη βάρκα στη στεριά
-πάει κι αυτό το καλοκαίρι-
σκοντάφτει στην παιδική του ηλικία
ανοίγει ένα θυρόφυλλο στη μνήμη
κι αφήνει το βλέμμα να πλανηθεί στον υγρό ορίζοντα
κουβαλά τις νίκες του· μουγκρίζει
κουβαλά τις ήττες του· μιλά στον πατέρα
έφτασε χωρίς να του δείξει το δρόμο
τον ευγνωμονεί
τον μοιρολογεί
μ΄ ένα επιφώνημα θυμού
του μιλά με τις πιο περιποιημένες λέξεις·
πολιορκημένος ισότιμα από το μπλε του ουρανού
και του ονείρου
δεν παραδίδεται
είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει τη γραμμή πορείας·
γυρίζει ο καιρός
σκεπάζει τη βάρκα με γρήγορες κινήσεις
η θάλασσα ακέρδιστη βάζει τα κλάματα.

Οι Χειμερινοί

Τι κι αν άλλαξε απότομα ο καιρός
ένα μεσημέρι του Δεκέμβρη
οι λουόμενοι
ξεντύνονται τις αμαρτίες τους
-χωρίς αιδώ-
χώνονται στο βυθό της θάλασσας
με την ελπίδα αυτή να τους θυμάται
χώνονται στον εαυτό τους
αναδύονται αγνώριστοι στην ίδια παραλία
αχνίζουν στον κρύο αέρα
ξεπλένουν τις σκέψεις τους
συνομιλούν με αγνώστους
ξεκουράζονται σε μια σπασμένη ξαπλώστρα
απομεινάρι ανθρώπου που έμεινε ολομόναχο
ταΐζουν δυο αδέσποτα που υποτάσσονται στην αφή του ανάπηρου ήλιου
συναινούν στο λίγο της ανθρώπινης παρουσίας
ντύνονται το αλάτι
και μετά ντύνονται καλύτερα
εκπληρώνοντας επιθυμίες που έχουν σκουριάσει
– χωρίς αιδώ-
στο θαμπόφωτο του χειμώνα·
λίγοι μπορούν να μας καταλάβουν.