ΑΣΤΡΟ ΛΑΜΠΡΟ

Ἄστρο λαμπρό, ὅπως καὶ σὺ νά ’ταν ν’ ἀκινητῶ,
μὰ ὄχι νὰ φέγγω μοναχός, νύχιος μετέωρος δείκτης,
μὲ βλέφαρα ποὺ δὲν σφαλνοῦν αἰώνια, νὰ θωρῶ
-τῆς φύσεως καρτερικὸς κι’ ἄγρυπνος ἐρημίτης-

τὰ ὕδατα, νὰ κυματοῦν σ’ ἱερουργία παληά,
καὶ τοῦ ἀνθρώπου τὶς ἀκτές, παγκόσμια, νὰ ἐξαγνίζουν·
ἢ ν’ ἀτενίζω, νηόστρωτη κι’ ἀφράτη, τὴν θωριὰ
χιονιοῦ, ποὺ βάλτους καὶ βουνὰ σκέπασε καὶ λευκίζουν…

Ὄχι! Μὰ λέω ν’ ἀκινητῶ κι’ ἄφθαρτος νὰ ξαπλώνω
στῆς ὄμορφης ἀγάπης μου τὰ στήθια τὰ μεστά·
νὰ νιώθω, αἰώνια, ἁπαλὰ πῶς πνέουν, πῶς φουσκώνουν,
κι’, αἰώνια, τρικύμισμα γλυκὸ νὰ μὲ ξυπνᾷ.

Κι’ ἀκόμα λέω ν’ ἀγροικῶ τὴν τρυφερὴ ἀναπνοιά της,
κι’ ἔτσι νὰ ὑπάρξω· ἢ ἂς χαθῶ μὲς στὴν λιγοθυμιά της.

ΣΑΝ ΦΟΒΟΙ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝΕ

Σὰν φόβοι μὲ στοιχειώνουνε πὼς ἴσως καὶ πεθάνω
προτοῦ θερίσῃ ἡ πέννα μου τοῦ νοῦ μου τὰ σπαρτά,
προτοῦ ψηλοὶ βιβλιοσωροί, μὲ τὴν γραφή μου πάνω,
νὰ κλειοῦν, ἀμπάρια πλούσια, καρπίσματα μεστά…

σάν, στῆς νυχτιᾶς τ’ ἀστερωπὸ τὸ πρόσωπο, κοιτάξω
πελώρια σύμβολα θαμπὰ κάποιας μυθιστορίας
καὶ στοχαστῶ ποὺ ἴσως μὲ βρῇ τὸ τέλος πρὶν χαράξω
τὶς σκιές των, μὲ τὸ μαγικὸ χέρι τῆς εὐκαιρίας…

καὶ σὰν τὸ νιώθω, πάγκαλον μιανῆς ὥρας βλαστάρι,
ὅτι ἐσὲ τὰ μάτια μου δὲν θ’ ἀντικρύζουν πειά,
κι’ ὅτι ποτὲ δὲ θὰ εὐφρανθῶ τὴν νεραϊδένια χάρι
τοῦ ἔρωτα δίχως λογικὴ… τότε στὴν ἀμμουδιὰ

τοῦ κόσμου ἔρμος στέκομαι, σκέψεις κλωθογυρίζω
μέχρι ποὺ φήμη κι’ ἔρωτα στὸ ἀσήμαντο βυθίζω.

ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ

Ψιθύρους αἰώνιους βαστᾷ τριγύρω ἀπὸ τόπους
σὲ περιγιάλια ἐρημικά· μὲ τὴν φουσκονεριά της
μύριες σπηληὲς μερονυχτὶς δὶς φράζει, ὣς τῆς Ἑκάτης
τὰ μάγια πάλι ἀφήσουν τες στὸν ἡσκιερὸν ἀχό τους.

Συχνὰ γαλήνια θὰ τὴν βρῇς, δίχως χοροὺς κυμάτων,
ποὺ μετὰ βιᾶς τὸ πειὸ μικρὸ τὸ πειὸ ἀχαμνὸ κοχύλι
γιὰ ἡμέρες θὲ νὰ κουνηθῇ ’πὸ κεῖ ποὺ τό ’χαν στείλει
τοῦ οὐρανοῦ οἱ ἀγέρηδες στὸ στερνοξέσπασμά των.

Ὢ σεῖς! ποὺ γέμει ἐρεθισμὸν καὶ κούραση ἡ ματιά σας,
ἰδοὺ συμποσιάστε την στῆς θάλασσας τὰ πλάτη.
Ὢ σεῖς! βάναυση ὀχλοβοὴ ποὺ ἐκούφανε τ’ αὐτιά σας

ἢ μελῳδίες γλυκερὲς μπουχτίσατε χορτᾶτοι,
στὸ στόμιο γέρικης σπηληᾶς καθίστε, στοχαστῆτε,
ὥσπου –σὰν νύμφες νά ’ψελναν τάχα– θὰ ξαφνιαστῆτε!

ΣΤΗΝ ΑΚΡΙΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΡΥΛΛΟ

Στὴν Νικολέττα Σίμωνος

Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ μηδέποτε πεθαίνει:
Ὅταν μαραίνῃ τὰ πουλιὰ τοῦ λάβρου ἥλιου ἡ πύρα
κι’ ἀράζουν στὶς δεντροδροσιές, φωνὴ γροικιέται γῦρα
σὲ λειβαδιοῦ θαμνόφραχτου χλόη φρεσκοκομμένη.

Εἶν’ τῆς Ἀκρίδος ἡ φωνή – κείνη παίρνει κεφάλι
στοῦ θέρους τὴν γλυκειὰ βολή, – καὶ τελειωμὸν δὲν ἔχει
μὲ τὶς χαρές· γιὰ ὡς κουραστῇ ἀπ’ τὸ τρελό της κέφι
κάτω ἀπ’ ἀγριόχορτο τερπνὸν ἀνέτως ἀναθάλλει.

Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ ἀναπαημὸ δὲν κάνει:
Στὸ ἔρμο χειμέριο σύθαμπο, ποὺ ὁ παγετὸς ἀργάζει
σιωπήν, ἀπ’ τὴ θερμάστρα νά μὲ ἤχους λιγυροὺς

τοῦ Γρύλλου τὸ τραγούδισμα, στὴ ζέστα πάντ’ αὐξάνει,
κι’ εἰς ἕναν ποὺ ἀποκάρωσε μισάγρυπνος φαντάζει
σὰν τῆς Ἀκρίδος ὅπου ἀχεῖ σὲ λόφους χλοερούς.