I.

Μικροί, μεσ’ στα μαλλιά της νεροπόντικες, στήσανε φωλιά,
τα στολισμένα χέρια της, όπως στο ρεύμα πλέουν απλωτά,
πτερύγια μοιάζουν, έτσι κυλάει μεσ’ απ’ τη σκιά
της άγριας ζούγκλας που λουφάζει στα νερά.

Του ήλιου τα στερνά, που μεσ’ στα σκότη τριγυρνάν,
στ’ άδυτο του μυαλού της, βυθίζονται βαθειά.
Νεκρή γιατί ‘ναι; Γιατι πλέει, τόσο μόνη, στα νερά,
που τις φτέρες και τις πόες στριφογυρνάν;

Μεσ’ στις πυκνές, το αγέρι εστάθη, καλαμιές.
Σαν χέρι, που οι νυχτερίδες το φοβούνται.
Με μαύρες, απ’ το νερό ακόμα υγρές,
φτερούγες πάνω απ’ την σκούρα κοίτη αιωρούνται,

Σαν καπνός, σαν σύννεφα νυχτερινά. Στο στήθος της
γλιστράει ένα μακρύ, λευκό χέλι. Στο μέτωπο λαμπυρίζει
μια πυγολαμπίδα. Και μιά ιτιά με φύλλα κλαψουρίζει
πάνω σ’ αυτήν και στη βουβή αγωνία της.

II.

Στάχια. Σπόροι. Του μεσημεριού ιδρώτας πορφυρός.
Οι κίτρινοι ανέμοι των αγρών βαθειά έχουν κοιμηθεί.
Εκείνη φτάνει, ένα πουλί που ψάχνει ν΄αποκοιμηθεί.
Των κύκνων τα φτερά επάνω της ουρανός λευκός.

Σκιά ρίχνει απαλά το βλέφαρό της το μαβί.
Με τις λαμπρές τις μουσικές απ’ τα δρεπάνια
το αιώνιο όνειρο, στον τάφο της αιώνια
ονειρεύεται, ενός φιλιού το βυσσινί.

Κυλάει, κυλάει. Κει που στις όχθες η βουή
των πόλεων βρυχάται. Κει που σπρώχνει των φραγμάτων
τη γραμμή το άσπρο ρεύμα. Κι ο απόηχος αντηχεί
διπλός απ’ την ηχώ. Κει που των γεμάτων

δρόμων φτάν’ η χλαλοή. Κωδωνοκρουσίες παντού.
Τρίξιμο μηχανής. Αγώνας. Κει που απειλεί απ’ τα δυτικά
ηλιοβασίλεμα θαμπό, σε παράθυρα τυφλά.
Όπου υψώνονται πελώρια τα χέρια ενός γερανού,

ένας τύραννος σκληρός, με το μέτωπό του μαύρο,
ένας τιτάνας, κι έτσι οι μαύροι σκλάβοι προσκυνούν.
Φορτίο από γέφυρες βαρειές, κι όλο τραβούν
σαν αλυσίδες στο ποτάμι κι ένα ξόρκι λαύρο.

Αόρατη παρασύρεται με συνοδεία τη ροή.
Όπου όμως περνά, σκορπά τ’ ανθρώπινο το σμήνος
με τα μεγάλα του φτερά ένας μακάβριος θρήνος,
που απ’ όχθη σ’ όχθη απλώνει μια σκιά τρανή.

Κυλάει, κυλάει. Κει που τ’ απομεσήμερο του καλοκαιριού
από τη Δύση στο σκοτάδι αργά υποκλίνεται.
Κει που στων λιβαδιών το βαθυπράσινο αναπαύεται
η τρυφερή κούραση του επερχόμενου βραδιού.

Το ρεύμα την μεταφέρει όλο πιό μακριά,
μεσ’ στους χειμώνες βυθίζεται σε πένθιμο λιμάνι.
Ο Χρόνος φθίνει. Για πάντα πια έχει πεθάνει,
καθώς ο ορίζοντας θυμίζει πυρκαγιά.

Επίμετρο
O Γκέοργκ Χάϊμ (1887-1912) ήταν απ’ τους πρώτους εξπρεσιονιστές που καλλιέργησε συστηματικά το γκροτέσκο, με συνθέσεις πιο μεγαλόπνοες από τον μέσο όρο των συνοδοιπόρων του- όχι τυχαία, η γερμανική κριτική θεώρησε μεγάλη απώλεια τον θάνατό του στην ηλικία των 25, προσπαθώντας να σώσει ένα φίλο του στον παγωμένο ποταμό Χάβελ, όπου είχαν πάει για πατινάζ.
Στην Οφηλία εναλάσσονται οι μοντερνιστικές τεχνικές της παράταξης και της πολλαπλής προοπτικής, όπως και η διασκελισμοί που υποδηλώνουν την υδάτινη πορεία της νεκρής με τους αυτόνομους πεζολογικούς στίχους που περιγράφουν την γενική αποσύνθεση. Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο Λυκόφως της Ανθρωπότητας.
Η ποιητική αυτή ανθολογία κυκλοφόρησε στη Γερμανία στις αρχές του 1920, περιλαμβανοντας επιλογές από 23 ποιητές. Οι περισσότεροι κινούνται στο κλίμα του πρώιμου εξπρεσσιονισμού και συνοψίζουν την προηγούμενη δεκαετία με ποιήματα-κραυγές, που προϊδέαζαν για την επερχόμενη παγκόσμια σύρραξη, αλλά και προσδοκούσαν με μυστικιστική ελπίδα την πνευματικη ανανέωση του ανθρώπου.
Εικόνες αστικής παρακμής και Αποκάλυψης δίνουν την ευκαιρία στους νεόκοπους μοντερνιστές να χαλαρώσουν τη φόρμα με την παρεμβολή μιας ομοιοκαταληξίας συχνά παράταιρης και απαξιωτικής, που σε μας τουλάχιστον θα θύμιζε τον Καρυωτάκη και την ποίηση του ’20. Σημαντική επίσης είναι η χρήση των χρωμάτων που θυμίζει τη ζωγραφική της εποχής. Οι πρώιμοι εξπρεσιονιστες αποτελούν μία χαρακτηριστικά χαμένη γενιά – το ενα τρίτο, σχεδόν, των ποιητών που ανθολογήθηκαν, είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους σε νεαρή ηλικία.