Καρφίτσωσες το πάθος σου
στα ξαναμμένα ψαροκάικα της θύμησης.
Έγειρες να ξεκουραστείς,
σε πεθυμιές ανύποπτες ντόπιων κουρσάρων
που δεν έκαναν βήμα από το λιμάνι τους.
Με τι αντάλλαξες αλήθεια τη σιωπή σου;
“Με μία κανονική ζωή”, απάντησες.
Πίσω από τον ώμο σου,
γελούσαν ήδη οι ψευδομάρτυρες
που σύρθηκαν στα δικαστήρια του νου σου.
«Ερήμην σου»;
Σε πρόσταζαν ξανά να απολογηθείς.
Ακόνισες τα βέλη και τα λόγια,
μπερδεύτηκες με τα πλοκάμια και τα δίχτυα του ονείρου
«Ερήμην σου»;
Ακούστηκε πιο δυνατά η ερώτηση.
«Παρακαλώ, απαντήστε!»
Κατέθεσες λάφυρα
τις κοκαλιασμένες σου φτερούγες,
το λασπωμένο σου φόρεμα,
τα γδαρμένα σου γόνατα
Δεν σε πίστεψαν.
Δείλιασες, τα μαρτυρικά όχι κρέμονταν στο στόμα σου
Δεν θα είχε πισωγυρίσματα αυτή η απόφαση.
Ούρλιαξες:
«Ναι , ήμουν παρούσα κάθε αυγή που μαστίγωνα το εγώ μου
Κάθε δειλινό που γκρέμιζα από τα τείχη το όνομά μου
Να ξεχάσω, ν’ αφανίσω τα αποδεικτικά στοιχεία των επιλογών μου».
Αντίλαλος πληγωμένης ηχούς στο άδειο δωμάτιο η απολογία σου.
Αυτή στάθηκε η αβάσταχτη, η ταπεινωτική σου ετυμηγορία.

*
Κρατώ τα χάδια ολόκληρα και το κορμί παρθένο.
Τα χνάρια του ο χρόνος, στα βήματα μουακόμα δεν μέτρησε
και η ομορφιά δεν πρόλαβε να γίνει ανάμνηση.
Ορθάνοιχτη καρτερά, υγρή από τη γέννα η αγκαλιά μου.
Κι όσο στα βλέφαρα μου πεταρίζουνε τα όνειρα,
πλέκει στα μαγουλά κόκκινο σεντόνι η προσμονή.
Πού περπατούν οι ίσκιοι σου;
Πού γέρνει νανούρισμα η φωνή σου;
Άφταστα τα λόγια μου στους ήχους σου
και οι εικόνες με τα χρώματα.
Όχου εγώ η παράφορα άπειρη, γυναίκα αγάπη
Πώς λάθεψα;
Πώς πίστεψα;
Ότι είσαι εσύ ο Έρωτας που ποθούσα.

*
Πόσες ακρογιαλιές νοστάλγησαν τα μάτια σου.
Κυλίστηκαν στην άμμο οι μνήμες.
Παιγνίδι με τα κύματα οι σκέψεις,
βάρυναν την προσμονή μου
στους ίσκιους που παραφύλαγα,
για να αποσώσεις το ταξίδι σου.
«θα έρθω», είπες
«Καλοκαίρι είναι θα περάσει»,με καθησύχασες.
Σε περίμενα.
Σαν ναυαγός.
Σαν Πηνελόπη.
Μοναδική μου ελπίδα το Φθινόπωρο.
Επίορκοι και οι δύο.