Σήμερα συμπληρώνονται 96 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι

 

O εγωισμός των απελθόντων

Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.

Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”

Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…

Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.

Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θά ναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.

Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.

Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)”

 

 

`

*********************************************************************************

“…Σηκώθηκα απ΄ το πιάνο και πλησιάζω τον καθρέφτη. Ήμουνα ξαναμμένος. Είδα το είδωλό μου να κρατά φτερά του παγωνιού και δροσερούς καρπούς του Θέρους. Κι είπα από μέσα μου: Είμαι ο Λαχειοπώλης τ΄ Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά κι αγγέλους. Ο πρώτος αριθμός σημαίνει συνουσία. Βάση ρευστή για δημιουργία. Κι αποφασίζω ευθύς την πιο μεγάλη μου πράξη. Σκόρπισα τα λαχεία μου στους γαλαξίες και στο άπειρο. Έτσι δεν θά ΄ναι δυνατό κανείς να ξαναδημιουργήσει, να πράξει το καλό – που λεν – ή το κακό. Σπατάλη η απόφασή μου, μα ο κόσμος πάει για να χαθεί.

Το λέω για να τ’ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ’ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ’ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί.

Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού.”

 

***********************************************************************

Πανάρχαια βούληση του ανθρώπου, να υποτάξει τον Χρόνο, να τόνε βάλει στο χέρι του, για να μπορέσει η επιλεγμένη στιγμή, να παραμείνει αιώνια και μετέωρη στον ορίζοντα, σημάδι κολακευτικό από το πέρασμά του, μια και η στιγμή, η επιλεγμένη, τον φανερώνει, πρώτη φορά, ολόκληρο.

Πόσες φορές δεν ζήτησα να θανατώσω τον Χρόνο, για να κρατήσω τη μια στιγμή, ετούτη τη μοναδική, απόλυτα δική μου.

– Δοκίμασε, μου λέει, και θα δεις- ο Χρόνος.
– Θα δοκιμάσω κι ας  μην δω – λέω του Χρόνου.

Και έτσι, ο αγώνας αρχινάει αστόχαστος, και σπρώχνομαι να αγκιστρωθώ στο λεπτοδείχτη για να μην προχωρήσει η στιγμή, τούτη που με φωτίζει ολόκληρον, συμπληρωμένο με το άλλο πρόσωπο που αύριο θα ‘ναι μακριά μου.

Και όλο το πάθος μου, δεν με βοηθάει παρά να σπάσω το άγκιστρο του ρολογιού και να βρεθώ στο πάτωμα πεσμένος, με ένα ασημένιο τόξο στο λαιμό, και με το χέρι κόκκινο από το αίμα.

Η ώρα προχωράει αμείλικτη -καθώς και η αποσύνθεσή μου. Πώς να δεχτώ ότι κάποτε εγώ δεν θα σ’ αγγίζω και ο Χρόνος δεν θα σε περιέχει; Και ακόμα πώς να αποδεχτώ τον κόσμο σαν πραγματικό, όταν δεν θα τον βλέπω, δεν θα τον αισθάνομαι και δεν θα με περιέχει;

Η άσκηση του νου και της ψυχής, με στόχο τον βαθμιαίο αφανισμό μας, αρχίζει με τεχνική οδυνηρή για να συνθέσει την οριστική εξαφάνιση. Να ένα παιχνίδι ελκυστικό που καίει τα χέρια και το αίσθημα και καθιστά τους εραστές του Χρόνου ανάπηρους και διαπλανητικούς.

 

Τρία αποσπάσματα από το βιβλίο Μάνος Χατζιδάκις, “Τα Σχόλια του Τρίτου”, εκδόσεις Εξάντας.