Κάτι θέλω να πω να, ούτε που το ξέρω.
Έχει αλέσει μια ευτυχία τόσες δυστυχίες μέσα μου
όταν τους είδα να με ξεπουλάν φτηνά
σ’ ένα πανάκριβο για εκείνους μέλλον μου
που σέρνει ονόματα, των ζωντανών νεκρών
που αφήνει ο καθένας που έχει άστρο πίσω του.
Θα δεις, θα δεις εσύ που… και βλέπουν
οι νεκροί του ογδόντα έξη μες στο γαλάζιο
του επομένου είκοσι μακρινοί, αδρανείς
συγχωρεμένοι από το μικρό τους βίο
ξεγελασμένοι από την περιρρέουσα αυθεντία
για βίους που ήταν για τέχνη ή για θρησκεία
κι αρνήθηκαν την εξουσία του δαίμονα
που αλέθει συνειδήσεις κόκαλα στις αγορές.