Ο Ρέννε, ένας νεαρός γιατρός που παλιότερα είχε ασχοληθεί πολύ με την ανατομία, ταξίδευε από τη νότια στη βόρεια Γερμανία. Τους τελευταίους μήνες δεν έκανε κάτι ιδιαίτερο. Δυο χρόνια εργάστηκε σε νεκροτομείο, πράγμα που σημαίνει ότι πέρασαν απ’ τα χέρια του δυο χιλιάδες περίπου πτώματα, κι αυτό κατά κάποιον ανεξήγητο και περίεργο τρόπο τον εξουθένωσε.

Τώρα καθόταν σε μια γωνιά του τρένου κι απολάμβανε το ταξίδι. Περνάμε λοιπόν μέσα από αμπέλια, σκέφτηκε. Να και μια πεδιάδα κατακόκκινη απ’ τις παπαρούνες. Δεν έχει πολλή ζέστη, ένα γαλάζιο κατακλύζει τον ουρανό, οι όχθες της λίμνης αποπνέουν υγρασία. Πέρα μακριά τα σπίτια σκύβουν πάνω από τριανταφυλλιές, μερικά μάλιστα πνίγονται μες στα τριαντάφυλλα. Θέλω ν’ αγοράσω ένα σημειωματάριο κι ένα μολύβι, να καταγράψω όσο το δυνατόν περισσότερα, για να μην χαθούν αυτές οι εντυπώσεις. Έζησα πολλά χρόνια έτσι, κι όλα έσβησαν. Άραγε υπήρχε σε μένα κάτι όταν ξεκινούσα; Δεν ξέρω πια.

Τα μάτια χαλάρωσαν για λίγο μες στα σκοτάδια των τούνελ, ενώ αργότερα αιχμαλώτισαν και πάλι το φως. Εργάτες μάζευαν σανό, ξύλινες γέφυρες, πέτρινες γέφυρες, μια πόλη κι ένα όχημα μπροστά σ’ ένα σπίτι πάνω στο βουνό. Βεράντες, διάδρομοι και φράχτες, όλα χτισμένα μες στο δάσος. Εδώ λοιπόν ο Ρέννε θα εργαστεί ως αρχίατρος μερικές βδομάδες. Η ζωή είναι παντοδύναμη, σκέφτηκε, όμως το χέρι αυτό δε θα καταφέρει να την εξερευνήσει, και κοίταξε το δεξί του.

Στο νοσοκομείο υπήρχαν εργαζόμενοι και ασθενείς. Το ίδρυμα βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Ο Ρέννε έφτασε εκεί με καλή διάθεση, ακτινοβολώντας μοναξιά. Αντάλλαξε με τις νοσοκόμες μερικές κουβέντες, ψυχρές κι απόμακρες, για υπηρεσιακά ζητήματα, κι άφησε σ’ αυτές κάθε πρωτοβουλία, δηλαδή να γυρνάνε μοχλούς, να βιδώνουν λάμπες, να εξετάζουν το καθετί μ’ ένα κάτοπτρο. Τον ικανοποιούσε να βλέπει την ιατρική επιστήμη να διασπάται σε μια ακολουθία από διαφορετικές χειρονομίες και να περνά απ’ τα μυώδη χέρια ενός σιδερά στα λεπτεπίλεπτα ενός ωρολογοποιού. Μετά ξεκινούσε αυτός να βγάζει ακτινογραφίες, να βάζει υδράργυρο σε μια λάμπα υδραργύρου, ν’ ανοίγει μια πληγή ή να κλείνει μια τομή, με τον προβολέα να φωτίζει μια πλάτη, να σπρώχνει το ωτοσκόπιο σ’ ένα αυτί και μετά να βάζει βαμβάκι, και τέλος, για όλες αυτές τις διευθετήσεις, να εκμυστηρεύεται στον κάτοχο του αυτιού πως το ιατρικό προσωπικό και η νοσοκομειακή φροντίδα  δίνουν την αίσθηση μιας καθολικής εμπιστοσύνης, γιατί όχι και παγκόσμιας χαράς, και πως η αναρρόφηση υγρών σχετίζεται με την ψυχική ευεξία. Και τότε ερχόταν κάποιος μετά από ατύχημα, κι ο νεαρός γιατρός τοποθετούσε νάρθηκα στο σπασμένο δάχτυλο του χεριού του, το τύλιγε σφιχτά με μια γάζα και συλλογιζόταν πώς άραγε προέκυψε αυτό το κάταγμα, ίσως από άλμα σε χαντάκι ή σκοντάφτοντας σε ρίζα δέντρου, από κάποια λάθος εκτίμηση ή ανοησία, με άλλα λόγια, πώς συνδέεται το ατύχημα αυτό με τη μοίρα και την πορεία ζωής του ασθενούς που τώρα τον φρόντιζε σα να ‘ταν  κάποιος ξένος ή δραπέτης, κι αφουγκραζόταν τη στιγμή που ξεκινούσε ο πόνος, ενώ ακουγόταν μια απόμακρη κραυγή.

Στο νοσοκομείο απέφευγαν να δίνουν πληροφορίες για τους ετοιμοθάνατους και τους παρέδιδαν πίσω στις οικογένειές τους, κυρίως για ν’ αποφύγουν τη χαρτούρα και τη βρωμιά που κουβαλά μαζί του ο θάνατος. Σε μια περίπτωση, ο Ρέννε παρατηρούσε τον θάνατο μέσα από χειρουργική τομή στην κοιλιά ενός αρρώστου, απ’ όπου μπορούσε να διακρίνει τη ραχοκοκαλιά, ενώ στο ενδιάμεσο υπήρχε παντού σάπιο κρέας. Μετά το χειρουργείο, του ευχήθηκε καλή τύχη, καθώς τον έβλεπε ν’ απομακρύνεται τρικλίζοντας. Θα πάει στο σπίτι του τώρα, σκέφτηκε ο Ρέννε, θα θεωρήσει τους πόνους ως ένα φορτικό σύμπτωμα της ανάρρωσης, που εμφανίζεται πριν την αποθεραπεία, θα συμβουλέψει τον γιό του, θα δασκαλέψει την κόρη του, θα παινέψει τον διπλανό του, θα εξάρει το ιδεώδες του γείτονα, έως ότου έρθει το βράδυ και το λαρύγγι του πλημμυρίσει με αίμα. Ποιος θα ‘λεγε ψέματα, ειδικά σ’ αυτή την περίπτωση, σκεφτόταν ο Ρέννε. Αλλά αν μπορούσα να πω ψέματα, δε θα ‘μουν εδώ. Απ’ όσο καταλαβαίνω, όλοι χρειάζονται μια κουβέντα, για να κρατηθούν στη ζωή. Θα μπορούσε λοιπόν να ‘ταν ψέμα όταν του ευχήθηκα: καλή τύχη!

Μια μέρα καθόταν αναστατωμένος μπροστά στο τραπέζι με το πρωινό του, βυθισμένος σε σκέψεις. Ο αρχίατρος θα φύγει, θα ‘ρθει ο αντικαταστάτης του, την ώρα που θα σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι, για να φάω ένα ψωμάκι. Σκέφτεται λοιπόν κάποιος, τρώει, κι αυτό τον μεταβάλλει. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να βρει τα λόγια για τις ερωτήσεις και τις εντολές που θ’ ακολουθούσαν. Σε μια εξέταση, χτύπησε ελαφρά με το δάχτυλο του δεξιού του χεριού ένα δάχτυλο του αριστερού, από κάτω βρισκόταν ένας πνεύμονας. Πλησίασε στα κρεβάτια των υπόλοιπων ασθενών. Καλημέρα, πώς είναι το σώμα σας; Αλλά συνέβαινε συχνά να τριγυρνά στους θαλάμους, δίχως να ρωτά κάτι συγκεκριμένο, για τον βήχα κάποιου ή τον πυρετό του. Κάθε φορά που επισκέπτομαι τους θαλάμους και συναντώ δυο μάτια, τότε η σκέψη μου βρίσκεται σε εγρήγορση – κι αυτό είναι κάτι που απασχολούσε πολύ τον νεαρό γιατρό. Συνδέομαι φιλικά και σοβαρά με αντικείμενα, μπορεί να μ’  ενθουσιάσει ένα σπίτι και να το λαχταρώ, μπορεί πάλι ένα κομμάτι ξύλο που πάνω του έτρωγα. Είχα δυο μάτια κάποτε, που στριφογύριζαν, μάλιστα, ήμουν παρών, συγκρατημένος και σίγουρος. Πού βρίσκομαι τώρα; Ποιος είμαι; Ένα μικρό φτερούγισμα, μια ανάσα. Αυτό είμαι.

Αναρωτήθηκε πότε ξεκίνησε όλο αυτό, αλλά δε θυμόταν πια. Περπατώ στο δρόμο, βλέπω ένα σπίτι και σκέφτομαι ένα κάστρο που είδα κάποτε στη Φλωρεντία, αλλά μια λάμψη αγγίζει τις δυο αυτές εικόνες, και μετά χάνονται.

Κάτι από ψηλά με απομυζά. Τα μάτια μου δε βλέπουν σταθερά. Ο χώρος κυματίζει διαρκώς, ενίοτε παραμένει στη θέση του. Τότε πέφτει ο φλοιός που με περιβάλλει.

Συχνά, όταν μετά από τέτοιους περιπάτους επιστρέφει στο δωμάτιό του, γυρνά τα χέρια του δεξιά-αριστερά και τα παρατηρεί. Κάποια στιγμή παρατηρούσε μια νοσοκόμα πώς μύριζε ή μάλλον πώς την πλησίασε μυρίζοντάς την, και πώς στη συνέχεια σήκωσε τα ελαφρώς λυγισμένα χέρια του ψηλά, για ν’ αγκαλιαστούν τα δάχτυλά του, μετά να χωρίσουν και να κινηθούν πάνω-κάτω, σα να θέλανε να κομματιάσουν ένα μεγάλο ώριμο φρούτο, ή σαν κάτι να προσπαθούσαν να λυγίσουν. Η νοσοκόμα το διηγήθηκε αυτό στις υπόλοιπες, αλλά καμιά τους δεν είχε μια επαρκή εξήγηση. Έως ότου συνέβη το εξής: στο νοσοκομείο έσφαξαν ένα μεγάλο ζώο. Ο γιατρός Ρέννε περνούσε τυχαία από εκεί, πήρε τον εγκέφαλο του σφαγμένου ζώου στα χέρια του και τον έκοψε στα δυο. Μετά είπε στη νοσοκόμα πως αυτή ακριβώς ήταν η κίνηση που αργότερα σχολίασε η ίδια στις άλλες, μετά την επίσκεψή του στους θαλάμους. Αυτή δεν κατάλαβε τον συσχετισμό, και γρήγορα ξεχάστηκε το συμβάν.

Ο Ρέννε έκανε συχνούς περιπάτους στα πάρκα. Ήρθε το καλοκαίρι, φιδίσιες γλώσσες ανακάτευαν το γαλάζιο τ’ ουρανού, οι τριανταφυλλιές άνθιζαν. Ένιωθε τη γήινη έλξη στις άκρες των ποδιών του, ένιωθε ακόμα τo ξέσπασμα μιας ασυγκράτητης ορμής, όχι μόνο στο αίμα του. Προτιμούσε κυρίως σκιερά μέρη με παγκάκια. Εκεί ξεκουραζόταν απ’ την καταπίεση του ήλιου, ένιωθε να τον σκεπάζει ένας ακίνητος ουρανός.

Σιγά-σιγά ξεκίνησε να παραμελεί, ως κάποιο βαθμό, τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Όταν όμως έπρεπε να εκφράσει τη γνώμη του στον διευθυντή του νοσοκομείου ή στην προϊσταμένη κι ένιωθε πως ήρθε η στιγμή να μιλήσει, τότε δε μασούσε τα λόγια του. Δεν είναι έτσι, όπως νομίζετε, είναι κάπως διαφορετικά. Η θέση δε θα μείνει άδεια. Το μόνο που ήθελε ήταν να βλέπει τα πράγματα με ηρεμία και ήρεμα να επιστρέφει στο γραφείο του. Ο Ρέννε δεν ήταν απλά κάποιος που πέρασε λίμνες και βουνά, για να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση. Ο χρόνος τον ωρίμασε και συνάμα τον ξεζούμισε. Κάτι άκαμπτο, κάτι κέρινο διέκρινες πάνω του, ίσως αιτία γι’ αυτό να ‘ταν η ενασχόλησή του με πτώματα.

Για καιρό ακόμα παρατηρούσε τα χέρια του. Η νοσοκόμα που τον βοηθούσε, τον συμπαθούσε πολύ. Μαζί της μιλούσε πάντα τόσο ευγενικά, που η ίδια δεν ήξερε τι να σκεφτεί γι’ αυτό. Συχνά ξεκινούσε με κάτι κυνικό, δήθεν πως ξέρει ένα παράξενο πλάσμα και κάποτε το κράτησε στα χέρια του. Αλλά γρήγορα άλλαζε τόνο και διάθεση. Ζούμε με κανόνες που δεν τους καθορίσαμε εμείς και το πεπρωμένο μας παραμένει άγνωστο όπως η μοίρα του ποταμού που ταξιδεύουμε πάνω του. Και με σβησμένη τη φωνή συμπλήρωνε: πρόκειται για δώδεκα χημικές μονάδες που ενώνονται δίχως την εντολή κανενός, και διασπώνται χωρίς να ρωτήσουν κανένα. Τι να πεις; Είναι θλιβερό.

Μια άλλη φορά παραδεχόταν πως δεν υπάρχει τίποτα απέναντί του,  πως δεν έχει την παραμικρή εξουσία στον χώρο. Μετά ξάπλωσε κι έμεινε ακίνητος. Πρώτα κλείδωσε την πόρτα του γραφείου του, για να μην τον ενοχλήσει κανείς. Θα την άνοιγε πάλι όταν ηρεμούσε.

Τα ασθενοφόρα, διαπίστωσε κάποια στιγμή, πάνε συνέχεια πάνω-κάτω στον κεντρικό δρόμο. Του άρεσε πάντως ν’ ακούει να γυρνάνε οι τροχοί των αυτοκινήτων, όπως παλιά σε μια άγνωστη πόλη.

Καθόταν πάντοτε σε μια συγκεκριμένη θέση, σε μια μεγάλη καρέκλα στο δωμάτιο ενός σπιτιού πάνω σε λόφο. Εκτός από μερικά πουλιά, ήταν το μοναδικό ζώο εκεί ψηλά. Έτσι η γη τον ωθούσε ήρεμα και απαλά στον αιθέρα, κοντά στ’ αστέρια.

Ένα βράδυ πήγε κάτω στους θαλάμους, κοίταξε στα κρεβάτια, είδε πώς  περίμεναν όλοι ν’ αναρρώσουν, σκεπασμένοι με κουβέρτες, πώς κοιμόντουσαν. Όλοι έρχονταν από κάπου, με όνειρα, με τον καημό να γυρίσουν στα σπίτια τους, με τα τραγούδια του πατέρα στον γιό, ανάμεσα στην ευτυχία και στον θάνατο. Έριξε μια ματιά κατά μήκος του διαδρόμου κι επέστρεψε στο δωμάτιο του.

Ο αρχίατρος ήρθε απ’ την άδεια του. Ήταν άτομο φιλικό. Η κόρη του αρρώστησε, είπε. Όμως ο Ρέννε του απάντησε: κοιτάξτε, αυτά τα χέρια κράτησαν εκατοντάδες, χιλιάδες σώματα, μερικά ήταν μαλακά, άλλα σκληρά, όλα διαλυμένα, άντρες, γυναίκες, πτώματα εύθραυστα και γεμάτα αίμα. Λοιπόν, κρατώ και το δικό μου στα χέρια μου και πρέπει να εξετάζω πάντα τι μπορεί να γίνει με μένα. Αν η μαιευτική λαβίδα πίεζε εδώ λίγο παραπάνω τον κρόταφο; Αν κάποιος με χτυπούσε συνέχεια σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο στο κεφάλι; Τι συμβαίνει λοιπόν με τον εγκέφαλο; Ήθελα πάντα να πετάξω σαν αετός σε χαράδρα, αλλά ζω μέσα σε γυάλα. Τώρα σας παρακαλώ να μ’ αφήσετε, αιωρούμαι πάλι – τελευταία είμαι τόσο κουρασμένος – για το δρόμο αυτό χρειάζομαι φτερά – και το γαλάζιο μου ξίφος από ανεμώνες – καθώς γκρεμίζεται το φως – στα ερείπια του Νότου – στα συντρίμμια των νεφών – με ρανίδες στο μέτωπο – με ασάφειες στον κρόταφο.