[Από την εισαγωγή του βιβλίου…]

Όταν κοιτάζουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη, ξέρουμε ότι δεν βλέπουμε πώς ακριβώς είμαστε. Πέρα από την αναμενόμενη αντιστροφή του προσανατολισμού (το δεξί μας χέρι είναι στ’ αριστερά), επειδή κανένας σπιτικός καθρέφτης δεν είναι τέλειος, το είδωλό μας πάσχει από πολλές παραμορφώσεις. Κάποιες παραμορφώσεις είναι αμελητέες κι έτσι μπορούμε να αναπαραστήσουμε νοητικά την εικόνα μας με αρκετά μεγάλη ακρίβεια. Οι μεγαλύτερες παραμορφώσεις, όμως, οδηγούν σε αρκετά αλλοιωμένη αναπαράσταση, ακόμη και σε κωμικά αποτελέσματα, όπως ξέρουν πολύ καλά όσοι έχουν επισκεφθεί κάποιο λούνα παρκ. Η ανασύσταση της εικόνας μας σε τέτοιους καθρέφτες δεν μπορεί να γίνει με ακρίβεια. Σκεφθείτε, τώρα, ότι την εποχή του Δαρβίνου η κατασκευή καθρεφτών ήταν ακόμα ατελέστερη απ’ ό,τι σήμερα, άρα και η παραμόρφωση θα ήταν αντιστοίχως μεγαλύτερη. Πώς έβλεπαν το είδωλό τους οι άνθρωποι πριν από 200 χρόνια; Αν δεν μπορούσαν να έχουν σαφή εικόνα του ίδιου του εαυτού τους, σκεφθείτε πόσο δύσκολο θα ήταν να διαμορφώσουν και σωστή εικόνα των διαφόρων θεωριών, αφού ελάχιστοι τις διάβαζαν από πρωτότυπα έργα, ενώ οι περισσότεροι απλώς άκουγαν γι’ αυτές από άλλους. Μπορεί σήμερα η τεχνολογία κατασκευής καθρεφτών να προσφέρει ένα εξαιρετικά ακριβές (αν και όχι τέλειο) είδωλό μας, η κατάσταση με τις επιστημονικές θεωρίες πάντως δεν έχει αλλάξει ριζικά. Αν και είναι πλέον πανεύκολο να βρούμε πληροφορίες για το καθετί, και παρότι πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων έχουν πρόσβαση σε καλύτερη εκπαίδευση απ’ ό,τι τον 19ο αιώνα, παραμένουν συγκριτικά λίγοι αυτοί που μελετούν προσεκτικά τις επιστημονικές θεωρίες, ώστε να τις κατανοήσουν επαρκώς. Οι περισσότεροι απλώς μαθαίνουν γι’ αυτές έμμεσα, από τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ― ή, στην καλύτερη περίπτωση, από τη συνοπτική παρουσίασή τους στη σχολική εκπαίδευση. Ιδιαίτερα για τη θεωρία της εξέλιξης, σε πάρα πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Κύπρος, η πληροφόρηση αυτή λείπει ακόμα κι από τη σχολική εκπαίδευση (αν και πρόσφατα έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες ν’ αλλάξει η κατάσταση αυτή). Έτσι, η αναπαράσταση της θεωρίας της εξέλιξης στον νου των περισσότερων ανθρώπων μοιάζει ακόμα με είδωλο στον καθρέφτη του Δαρβίνου!
Είναι αλήθεια ότι κάποιες από τις παραμορφώσεις που παρατηρούνται είναι μικρής σημασίας και δεν αλλοιώνουν σοβαρά την εικόνα που έχουμε για τη θεωρία. Άλλες όμως είναι μεγάλες και κάνουν σχεδόν αδύνατη την κατανόησή της. Για λόγους που θα συζητήσουμε σε κάποιον βαθμό σε αυτό το βιβλίο, φαίνεται ότι ο καθρέφτης της δαρβινικής θεωρίας κατασκευάστηκε πολύ πριν από την εποχή του Δαρβίνου, ενώ κάποια μέρη του έχουν ηλικία χιλιάδων ετών! Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε αυτές τις παραμορφώσεις, ώστε η εξελικτική θεωρία να γίνεται κατανοητή με τον σωστό τρόπο απ’ όλους.
Είχα την τιμή και τη χαρά να δώσω αρκετές δημόσιες διαλέξεις με θέματα που αφορούν την εξέλιξη των οργανισμών, κάποιες από τις οποίες είχαν ως αντικείμενο τις συνηθισμένες παρανοήσεις σχετικά με την εξελικτική θεωρία. Οι παρανοήσεις δεν γίνονται μόνο από μη ειδικούς στη βιολογία αλλά, συχνά, και από ―κατά τεκμήριο, τουλάχιστον― ειδικούς που δεν έτυχε να ασχοληθούν συστηματικά με την εξέλιξη. Συνήθως, ένας ομιλητής αντιλαμβάνεται πόσο πετυχημένη ήταν η ομιλία του, πόσο άγγιξε το κοινό και σε ποιον βαθμό μπόρεσε να μεταδώσει σημαντικό μέρος από τις ιδέες και τους προβληματισμούς του. Στην περίπτωση των διαλέξεων αυτών, όμως, καταλάβαινα ότι, αν και είχαν επιτυχία, πολλές πα¬ρανοήσεις επέμειναν και μετά την προσπάθειά μου να τις ξεδιαλύνω. Φαίνεται, επίσης, ότι όσα μοιάζουν προφανή και σχετικά απλά στους εξελικτικούς βιολόγους, όπως το βασικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί της εξέλιξης, δύσκολα γίνονται κατανοητά ακόμη κι από ανθρώπους με καλή επιστημονική κατάρτιση σε άλλα πεδία, έστω και πολύ κοντινά.
Η εξελικτική βιολογία αφορά, λογικά και αναπόφευκτα, και τον άνθρωπο, οπότε συχνά έρχεται σε σύγκρουση με βαθιά ριζωμένες ιδέες, ενστικτώδεις αντιδράσεις, ίσως και εξελιγμένες ψυχολογικές στάσεις. Έτσι, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να εκφράσουν ισχυρές απόψεις γι’ αυτήν, ενώ πολλοί έχουν ήδη διαμορφωμένη θέση απέναντί της, ακόμη κι αν δεν την καταλαβαίνουν ή δεν την γνωρίζουν σε βάθος. Οπότε, έχει ιδιαίτερη σημασία να ξεκαθαρίσει κανείς μέσα του ότι είναι έτοιμος να προσέλθει στη συζήτηση με ανοικτό μυαλό και διάθεση να αμφισβητήσει τις πεποιθήσεις του. Πρέπει επίσης να είναι έτοιμος να αποδεχθεί απόψεις που μπορεί να ανατρέψουν όσα πίστευε, αν, ελέγχοντας τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται, ανακαλύψει ότι είναι βάσιμες. Δίχως μια τέτοια διάθεση, η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα είναι χάσιμο χρόνου.
Σε συζητήσεις με συναδέλφους, ακούω συχνά ότι οι παρανοήσεις πάνω στην εξελικτική θεωρία είναι ένας από τους βασικούς λόγους που πολλοί δυσκολεύονται να την αποδεχθούν, αφού νομίζουν ότι με κάποιον τρόπο υποτιμά τον άνθρωπο. Ας μη γελιόμαστε, όμως. Αν και η διαλεύκανση μερικών παρανοήσεων μπορεί όντως να βοηθήσει στην αποδοχή της εξελικτικής θεωρίας, η αποσαφήνιση κάποιων άλλων μπορεί να κάνει ακόμα πιο δύσκολη την αποδοχή της, κυρίως από όσους δεν είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα απάνεμα λιμάνια που προσφέρουν προστασία από τρικυμίες ψυχο-συναισθηματικής και ιδεολογικής φύσης. Το ταξίδι στην ανοικτή θάλασσα, όμως, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, απελευθερωτικό και, εντέλει, ελάχιστα επικίνδυνο!

 

**************************

Ο Σπύρος Σφενδουράκης γεννήθηκε το 1965 στο Αγρίνιο και μεγάλωσε στον Βόλο και στο Μαρούσι. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου πήρε και το διδακτορικό του. Εργάστηκε για μια δεκαετία ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών και σήμερα είναι Καθηγητής Οικολογίας και Βιοποικιλότητας στο Τμήμα Βιολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Έχει επιμεληθεί και μεταφράσει τουλάχιστον είκοσι επιστημονικά εγχειρίδια και βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, τα περισσότερα σε θέματα εξελικτικής βιολογίας και οικολογίας. Επιπλέον του επιστημονικού του έργου, τον ενδιαφέρει πολύ η διάδοση της επιστήμης στο ευρύ κοινό, ιδίως όσον αφορά την εξέλιξη. Από τις εκδόσεις “Βακχικόν” κυκλοφορεί και η πρώτη του ποιητική συλλογή, “Μελέτη ζωής”.