Το Διεθνές

Το Διεθνές
στο θέρος
διατηρεί
τον τοπικό του χαρακτήρα.
Λαίμαργα
τρώνε οι κοινοί θνητοί
το κλασικό
καϊμάκι παγωτό.
Ποντάρω
σε όσους
εντοπίσουν
μέσα στο πλήθος
τον τιτάνα Προμηθέα
να συλλογιέται
αφηρημένος
στο γωνιακό τραπέζι
αν άξιζε της μεταβίβασης
η φωτιά
η βάσανος της λογικής
ή μήπως τελικά
θα ήταν πιο σοφό
να πέσει με τα μούτρα
σε κάποιο ειδύλλιο σταθερό
που θα περιελάμβανε
αιώνιες θωπείες
σε θαλασσινές σπηλιές.

*

Κατάκοπος

Κατάκοπος
διαπιστώνεις
ότι σου έμαθαν
να αναζητάς διαρκώς
νέους συνομιλητές.
Τα ποιήματά του
-είπαν οι κριτικοί-
διακρίνονταν
από έλλειψη ρυθμού
και η φόρμα
έπασχε
σαν βήχας
που δεν περνά
με ισχυρό σιρόπι.
Η τεχνοτροπία
της στιχουργικής του
γκαρσόνι
ντάλα μεσημέρι
που προσπαθεί
να μην φανούν
οι κίτρινοι λεκέδες
στη μασχάλη.
Τα άσπρα πουκάμισα
εξάλλου
ήτανε πάντοτε
τέχνασμα ρηχό
στων αιώνων τις μυθιστορίες.
Θα περπατήσουμε
και λίγο παραπέρα
ίσα ίσα για να φανεί
ποιους θα προϋπαντήσουμε
στις εξοχές.

*

Οι απανταχού αισιόδοξοι

Τώρα οι απανταχού αισιόδοξοι
όστρακα ερμαφρόδιτα
στα βράχια κολλημένα.
Όσοι ονειρεύονταν
ελληνικά τοπία
ειρηνικά
όντας τυφλοί
στη δυσωδία των πνιγμένων
τώρα πειστήκαν
για του Ομήρου
τις παγκόσμιες σειρήνες.
Οι υπόλοιποι
στιγμή δεν φανερώσαμε
πως ήμασταν
οι συμπληγάδες πέτρες.
Τώρα κι’ εμείς
μέσα κι έξω απ’ το νερό
συλλογιζόμαστε
η ξηρασία τι θα φέρει.
Στη στεριά
με άσπρο σορτς
και μαλλί κυματιστό
με περιμένει
όμορφος τύπος
λίγο ναρκισσιστής
για να μου απαγγείλει
το έπος του Αινεία.
Η ομορφιά αταξινόμητη πολύ
όταν αδιαφορείς για τους μνηστήρες.

*

Ο άφαντος

Επέμενε να μην εμφανιστεί.
Κι ας τον περίμεναν
στις εσχατιές του Απριλίου.
Δεν ήρθε.
Πλημμύρισε ο τόπος
από λεφούσια βατραχιών.
Οι μαθητές του
τα στοιβάζουν σε λεκάνες
διερευνώντας
νέα μαθήματα ανατομίας:
“Επειδή, κύριε, η καρδιά
επόνεσε πολύ
και μόνο τα σπλάχνα
θα μας δείξουν την αλήθεια”.
Δεν εμφανίστηκε ποτέ.
Γύρω από τη λίμνη
οι πνιγμένες
κάθε υγρό ξημέρωμα
ανεγείρονται
δίπλα στις καλαμιές.
Τραγούδαγαν πως η Φροσύνη
μετά θάνατον
έγινε ξιπασιάρα
κι ούτε το χτένι της δεν έδινε
στις άλλες.
Με γέλια-παφλασμούς
δήλωνε
η κάθε μία
ότι Μαγδαληνή δε βάδισε
δίπλα του ποτέ
και πως εκείνη είναι μόνο
η πιο αγαπημένη ερωμένη.
Άφαντος αυτός.
Ανταυτού
εμφανίστηκε
στο παλιό τζαμί
μια μάινα
που μιλούσε ιαπωνικά
ραμφίζοντας άγρια
γόνατα παιδιών.
Οι ιστορίες άφαντες κι αυτές
και βαρετές
βυθίζανε
την πολιτεία σε ύπνο
που βαστούσε χρόνια.

*

Ορισμένοι

Ορισμένοι
αντιμετωπίζουν τη ζωή
σαν λάθος κλήση στην πυροσβεστική.
Κάποιος
λες κι είναι
απότιστο φυτό
γεμάτο με μελίγκρα.
Καθετί γενεαλογικό
πούπουλο από ξεφτισμένο καναπέ.
Κι εσύ κατάκοπος
κάνεις ανεξιχνίαστες δηλώσεις.
Ποια τερατουργία μπόρεσε να μας χωρέσει όλους;
Καλύτερα να πιούμε μονορούφι
τα ύδατα της Στυμφαλίας.

*

Στρώμα ψύξης

Στρώμα ψύξης
δεν απέκτησα ποτέ.
Σε αγοραστά μπλε μαρέν
μπολάκια παγωτού
αφήνω τη συντέλεια
να εισχωρήσει.
Μέχρι εκεί φτάνει
η δική μου ποιητική φιλοδοξία
εν μέσω θέρους και φωτιάς.

*

Γράφουν ακόμα

Γράφουν ακόμα
για τη μήτρα της ζωής
το αρχέγονο θηλυκό
τον πόθο τον αρσενικό
-που τις κυκλώνει-
τον αέναο κύκλο της ζωής
πόσο η φύση
τα γνωρίζει όλα
την ομορφιά των λουλουδιών
τη μητρική αγάπη
διάφορα αρχαιολατρικά.
Και μοναχή μου
χαίρομαι πολύ.
Το βράδυ
θα γράψω μια ωδή
στις καπνιστές αντζούγιες
που θα τελειώνει
με τη διαπίστωση
πως τελικά
ήσουν τρελά αντιπαθής
και πως στον ύπνο μου
γέμισε το Μάτσου Πίτσου
με ακρίδες.

*

Πινάκιο

Κι όλο κουβέντα μεγάλη πιάνουν
για τις συντέλειες του κόσμου τις μελλοντικές
σαν τα βατράχια
που άλλο δεν ξέρουν παρά να κοάζουν.
Και όλο λένε
πως όλα έχουν διαβρωθεί
και όλοι απώλεσαν
τις γνώριμές τους τις αφές
και πως το νέο εμβόλιο
καθυστερεί πολύ
και πάλι θα τους βάλουν σε lock down.
Είναι όμορφοι και νέοι κι οι δυο πολύ
και τα ρούχα τους
εξόχως φροντισμένα.
Γύρω απ’ το τραπέζι τους
απλώνεται η θέα της καλντέρας
κι εγώ το μόνο που θα είχα να τους πω
είναι να αγκαλιαστούν
και να σωπάσουν.
Το πινάκιο σκεύος απλό δεν είναι.
Ο Πόντιος Πιλάτος
καραδοκεί στις πιο απλές κουβέντες
των ανθρώπων.

*
Οι εσταυρωμένοι

Οι εσταυρωμένοι
αρνήθηκαν να αναστηθούν.
Λίγο πριν ξεψυχήσουν στους σταυρούς
τραγούδησαν με μπρίο
τα αγαπημένα τους τραγούδια.
Ύστερα διηγήθηκαν
μια άλλη ιστορία.
Πλήρωσαν όσο-όσο
για να διαδοθεί.
Στο τελευταίο δείπνο
βρέθηκαν όλοι μαθητές
κάποιας Μαρίας.
Της έπλεναν τα πόδια
και της έσκαγαν κρυφά φιλιά.
Επικρατούσε ανταγωνισμός μεγάλος.
Μειλίχια εκείνη
απέκρυπτε
ότι κρυφά θα κλέβονταν
μετά το γεύμα
με έναν Ηλία.
Μετά από αιώνες
εκείνος θα της έγραφε
ποιήματα πολλά.
Με πορτοκαλιές
ποτάμια
πάθη και απιστίες.